Εισαγωγικό σημείωμα

Οι επιτυχίες του κεϋνσιανισμού (συζητήσιμες σε ορισμένες πλευρές τους) δημιουργήσαν - ειδικά μετά το τέλος του Β παγκόσμιου - έναν διεθνώς εκτεταμένο κύκλο οπαδών· και μια μειονότητα αντιπάλων. Κατ’ αρχήν εντός της οικονομολογίας. Οπότε είναι απίθανο να βρει κανείς σε κάποιο οικονομολογικό εγχειρίδιο ή άρθρο ή ανάλυση την παραδοχή πως η μεγαλύτερη (ίσως και η μοναδική) επιτυχία του κεϋνσιανισμού ήταν έξω απ’ τα όρια της στενά εννοημένης, ως επιστήμης, οικονομολογίας: στην παραγωγική (για τον καπιταλισμό) ενσωμάτωση του εργατικού ανταγωνισμού. Κεϋνσιανές έννοιες όπως η ενεργή ζήτηση δεν συναντιούνται, ούτε και τώρα, σε κάθε οικονομική ανάλυση του καπιταλισμού. Εν τέλει η έννοια της ενεργού ζήτησης μοιάζει κοινότοπη στις μέρες μας εμπειρικά, μέσω του καταναλωτισμού των “καλών χρόνων”, με την έννοια ότι είναι εύλογο (;) να αναγνωριζεται η κατανάλωση σαν βασικότατη λειτουργία της καπιταλιστικής μηχανής· με τίμημα την αμηχανία σε ότι αφορά τις πολιτικές λιτότητας. Πάντως είναι βέβαιο πως ούτε στα 1920 ούτε στα 1930 θα μιλούσε κανείς αυτονόητα για την σημασία της. Το έκανε ο Κέυνς, μαζί με άλλες έννοιες.

Πέρα απ’ την κεντρικότητα που ο Κέυνς αναγνώρισε στην εργατική τάξη (για την ισορροπία του συστήματος) οι επιτυχίες της προσέγγισής του ως το ξέσπασμα του Β παγκόσμιου πολέμου ήταν, το λιγότερο, αβέβαιες. Το αμερικανικό New Deal και οι μαζικές κρατικές επενδύσεις σε υποδομές μείωσαν μεν την ανεργία για λίγα χρόνια, αλλά το 1938 η κατάσταση φαινόταν να επιστρέφει στις πιο σκοτεινές ημέρες της αρχής της δεκαετίας. Η εκκίνηση του μαζικού στρατιωτικού (επαν)εξοπλισμού τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Γαλλία και στη Βρετανία (μιλώντας για “δημοκρατίες”...) έδωσε ώθηση στην καπιταλιστική ανάπτυξη (κόκκινες σελίδες 0.2), αλλά πόσα εισαγωγικά θα έπρεπε να μπουν (με όρους ειρήνης...) στη λέξη “ανάπτυξη” υπό τέτοιους όρους; Οι κρατικές παραγγελίες για όπλα, και μάλιστα όπλα βαρέος τύπου (πλοία, αεροπλάνα, τανκς...) θα μπορούσαν να ενταχτούν ομαλά στην κεϋνσιανή αντίληψη περί της αξίας της κατασκευής πυραμίδων· μόνο που θα μπορούσαν να ενταχθούν και σε οποιαδήποτε άλλη οικονομολογική θεωρία που θα ήταν, απλά, αρκούντως πατριωτική! Και η δημιουργική καταστροφικότητα ενός πολέμου, πολύ περισσότερο ενός παγκόσμιου πολέμου, αν και δεν περιλαμβανόταν ως τότε σε κάνενα εγχειρίδιο οικονομολογικής σοφίας, δεν θα έπαυε στο ελάχιστο να είναι και ένα αξιοσημείωτο οικονομικό γεγονός. Ο άνθρωπος που είχε περιγράψει με οξυδέρκεια και απ’ αυτήν την άποψη την σημασία της καταστροφής για την υγεία του καπιταλισμού δεν ήταν πάντως οικονομολόγος, κι ούτε ήταν φίλος του καπιταλισμού. Επίσης ο Κέυνς δεν θα τον ήθελε για φίλο του. Το μικρό του όνομα αρχίζει από Κ...

Κόκκινες Σελίδες

 

Λέμε ότι αν απομακρυνθεί (ή αγνοήσει) κανείς εκείνο που θεωρούμε την κατ’ εξοχήν επιτυχία του Κέυνς και της θεωρίας τους, την αναγνώριση δηλαδή της αξίας που έχει η παραγωγική ενσωμάτωση της εργατικής τάξης μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα, για τις υπόλοιπες επιτυχίες του ενδεχομένως ευθύνονται παράγοντες για τους οποίους δεν μίλησε ποτέ, είτε επειδή δεν πρόλαβε, είτε επειδή θα ντρεπόταν: η καταστροφικότητα του Β παγκόσμιου πολέμου, ή η ανάπτυξη (και μονιμοποίηση) του στρατοβιομηχανικού συμπλέγματος στα πιο αναπτυγμένα καπιταλιστικά κράτη μετά από εκείνον τον πόλεμο. Κι αν είναι έτσι όπως τα λέμε, τότε οι διαμάχες μεταξύ κεϋνσιανών και αντι-κεϋνσιανών, όποτε κι αν έγιναν, για την αντικυκλική αξία ή μη των κρατικών επενδύσεων, για τους “εμπορικούς κύκλους”, για τα επιτόκια των τραπεζών και όλα τα υπόλοιπα, δεν έχουν μεγαλύτερη αξία απ’ τους καυγάδες μεταξύ των διανοούμενων παπάδων του χριστιανισμού για το φύλο των αγγέλων και την φύση του άγιου πνεύματος.

Έχει, λοιπόν, σημασία να δούμε στη συνέχεια τη γέννηση και την ανάπτυξη μιας δέσμης κατ’ αρχήν στενά οικονομολογικών αντιρρήσεων στον κεϋνσιανισμό, κι αυτό όχι εξ αιτίας επιστημονικών ανησυχιών! Χωρίς ούτε οι ίδιοι εκείνοι οι αντιρρησίες να μπορούν να το προβλέψουν, οι αιρετικές και εξαιρετικά ιδεολογικές θέσεις τους επρόκειτο να γίνουν απ’ τα τέλη της δεκαετίας του 1970, σταδιακά αλλά γρήγορα, μια καινούργια οικονομολογική αλήθεια - στη θέση του κεϋνσιανισμού. Και πάλι δεν ήταν καθόλου ούτε η επιστημονική επάρκειά τους, ούτε η αρτιότητα των θέσεων και των επιχειρημάτων τους που έκαναν τον νεοφιλελευθερισμό (γιατί γι’ αυτόν μιλάμε) να πεταχτεί απ’ τα θλιβερά σπάργανά του των ‘20s και ‘30s στον Όλυμπο της καπιταλιστικής δογματικής στα ‘80s - κι ως σήμερα! Και πάλι, όπως στον κεϋνσιανισμό, αλλά με κάποιες έννοιες αντίστροφα, ήταν ο ταξικός ανταγωνισμός που έσπρωξε την ρόδα της ιστορίας. Αλλά αυτό δεν περιλαμβάνεται στην επίσημη ιστορία του νεοφιλελεύθερου θριάμβου...
Το γεγονός ότι ένας διάσημος φιλελεύθερος οικονομολόγος και διανοούμενος προτίμησε να διασώσει την καπιταλιστική ομαλότητα αντί για τις ιδεολογικές βεβαιότητες της επιστήμης του, δεν σημαίνει λοιπόν ότι στα ‘30s εξαφανίστηκαν οι οπαδοί της ελεύθερης λειτουργίας της αγοράς, οι οπαδοί της ελεύθερης καπιταλιστικής ορχήστρας υπό τη διεύθυνση του “αόρατου χεριού”. Συνέχισαν να υπάρχουν, και τότε και τις επόμενες δεκαετίες, κυρίως σε διάφορα πανεπιστήμια, ινστιτούτα και think tanks, επιδιδόμενοι μ’ έναν συνδυασμό θρησκευτικού πάθους και τεχνοκρατικού βυζαντινισμού στην αντιμετώπιση των απειλών που κατά τη γνώμη τους συνιστούσε η στρατηγική εμπλοκή του κράτους στις οικονομικές δραστηριότητες.
Φυσικά, μέσα στην ηγεμονία των κεϋνσιανών, ειδικά μετά το τέλος του Β παγκόσμιου πολέμου, στα ίδια ιδρύματα, το να είναι κανείς αντι-κεϋνσιανός ήταν ένας πειρασμός, ένας πιθανός (αν και καθόλου σίγουρος) τρόπος να δοκιμάσει “να φτιάξει όνομα”.

Zipo

κορυφή