Αυτονομία

Barricada

 

Το βόρειο εθνικιστικό μέτωπο

Η αναθέρμανση του ελληνικού ιμπεριαλισμού μετά από μια δεκαετία κρίσης και η ανακήρυξη της «νέας εθνικής κυριαρχίας» που ευαγγελίζεται η μετα-μνημονιακή εποχή έχει ανακατασκευάσει δυο ευδιάκριτα μέτωπα. Το ένα μέτωπο κοιτάει την Τουρκία και τον πόλεμο στην Μέση Ανατολή και το άλλο τους δύο βόρειους γείτονες (την Μακεδονία και την Αλβανία) που δεν συμμετέχουν στην ΕΕ και αποτελούν το ελληνικό σύνορο στα «ασταθή» Δυτικά Βαλκάνια. Αυτό το βόρειο μέτωπο του ελληνικού ιμπεριαλισμού παράγει σταθερά, μεγαλύτερα και μικρότερα γεγονότα με αυξομειούμενη ένταση, όχι μόνο στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής του ελληνικού κράτους αλλά και σαν εσωτερική επικαιρότητα, η οποία ακουμπάει και συνδιαλέγεται με τα εθνικά συμφέροντα. Τι έχει προκαλέσει αυτήν την εθνική κινητοποίηση τον τελευταίο περίπου χρόνο; Από τη μία οι επιλογές των Αμερικανών να εντάξουν τα κράτη που δεν βρίσκονται στο ΝΑΤΟ σε αυτό· και από την άλλη η επιλογή της ΕΕ τόσο να εντάξει κάποια κράτη με διαφορετικές ταχύτητες όσο και να προσδώσει μια σαφή ευρωπαϊκή προοπτική στο σύνολο των κρατών αυτών. Αυτές οι παράλληλες εξελίξεις έχουν προφανώς εντείνει τους διακρατικούς ανταγωνισμούς. Τόσο ο ελληνικός ιμπεριαλισμός, όσο ο κοινωνικός σχηματισμός που τον στηρίζει, θέλουν να έχουν λόγο σ’ αυτές εκβιάζοντας, όσο μπορούν, την Μακεδονία και την Αλβανία με την θέση που ήδη έχει στους οργανισμούς που αυτοί θα ενταχθούν. Και εδώ είναι που συναντιούνται οι ισχυρές εθνικές ιδεολογίες και φαντασιώσεις των Ελλήνων με τις επιδιώξεις του κράτους τους.
Ας τα πάρουμε ένα ένα.

 

Μακεδονία

Τον Ιούνιο η συμφωνία των Πρεσπών ολοκλήρωσε ένα κύκλο «διαπραγματεύσεων» 20 χρόνων κατά την οποία το ελληνικό κράτος, ακολουθώντας τη γνωστή του τακτική της κωλυσιεργίας για το «όνομα» της Μακεδονίας, ανέμενε τη διάλυση του μακεδονικού κράτους ή την κατάλληλη στιγμή ν’ αναλάβει στρατιωτική δράση στο πλαίσιο μιας γενικευμένης σύρραξης. Φυσικά, τίποτα από τα δύο δε συνέβη και το «όνομα» παρέμενε μια εκκρεμότητα κυρίως στα απονεκρωμένα μυαλά του εθνικού κορμού, με τα περισσότερα κράτη να έχουν αναγνωρίσει την Μακεδονία με το συνταγματικό της όνομα. Έτσι, το ελληνικό κράτος αναγκάστηκε να δεχτεί την τωρινή συμφωνία μπροστά στις πιέσεις των εξελίξεων στην περιοχή, ελπίζοντας ότι η συμφωνία αυτή θα αποτύχει και η αποτυχία θα χρεωθεί στο μακεδονικό κράτος. Η Ελλάδα πόνταρε ότι η συμφωνία θα όξυνε τις εσωτερικές αντιθέσεις, όχι μόνο ανάμεσα στις δύο εθνότητες που απαρτίζουν τη μακεδονική κοινωνία (αλβανική και μακεδονική), αλλά και ανάμεσα στην νέα κυβέρνηση και την αντιπολίτευση, λόγω των αλλαγών που αυτή προέβλεπε στο σύνταγμα, αλλά και τις χρονοβόρες νομικές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες που απαιτούνταν για να αλλάξει αυτό.
Ωστόσο, στο δημοψήφισμά που έγινε στις 30 Σεπτέμβρη στη Μακεδονία, το 90% ψήφισε υπέρ της συμφωνίας των Πρεσπών, παρά το μποϊκοτάζ της αντιπολίτευσης που οδήγησε σε συμμετοχή 35%. Κι αυτή ήταν η αρχή των εσωτερικών διεργασιών επικύρωσής της, προξενώντας κύματα απογοήτευσης στον εδώ εθνικό κορμό. Η συνέχεια περιλάμβανε περισσότερες εκπλήξεις για όσους ονειρεύονταν την αποτυχία της κοινοβουλευτικής διαδικασίας αλλαγής του συντάγματος λόγω έλλειψης των απαιτούμενων κουκιών από τον Zaev στη μακεδονική Βουλή. Οι διαφοροποιήσεις οκτώ βουλευτών της αντιπολίτευσης, οι οποίες προοιώνιζαν την διάσπασή της, εξασφάλισαν τον απαραίτητο αριθμό των βουλευτών (2/3 της βουλής) για να περάσουν -και θεσμικά- οι συνταγματικές αλλαγές που προβλέπει η συμφωνία. Έτσι, στις 15 Ιανουαρίου αναμένεται να λάβει χώρα στην Βουλή η τρίτη ψηφοφορία για την αναθεώρηση του Συντάγματος, η οποία αποτελεί και την τελευταία φάση της εφαρμογής της Συμφωνίας των Πρεσπών σε ό,τι αφορά τη Μακεδονία. Η μακεδονική πλευρά, υπό τη διεθνή μεσολάβηση και εγγύηση, ανέλαβε και έφερε εις πέρας τις όποιες παράλογες αιτιάσεις του εθνικιστή γείτονα της, με διαβατήριο την ευρω-ατλαντική ένταξη, ενώ η ελληνική πλευρά ευελπιστούσε, μάταια, στην αποτυχία τους.
Ερχόμενοι στα καθ’ ημας, η ώρα της επικύρωσης της συμφωνίας από την ελληνική βουλή πλησιάζει. Μπορεί το ελληνικό κράτος να εξάγει γι’ άλλη μια φορά τα εσωτερικά του προβλήματα και να ξαναγίνει ρόμπα διεθνώς - αθετώντας την υπογραφή του; Χωρίς να αποκλείεται αυτό, το θέμα μπορεί να παραμείνει ανοικτό με διαφορετικούς τρόπους, που θα κοιτάνε στα προσκόμματα που θα μπορεί να θέτει στην ενταξιακή διαδικασία της Μακεδονίας στην ΕΕ μέχρι την οριστική ολοκλήρωσή της. Εκβιάζοντας βάσει της θέσης του, με τσαμπουκάδες ανάλογα με τις συνθήκες και την γεωπολιτική κατάσταση των δυτικών Βαλκανίων, με το κατάλληλο μπετονάρισμα του εσωτερικού μετώπου με μπόλικες δόσεις εθνικισμού σε μετα-μνημονιακό περιβάλλον μοιάζει να είναι η πολιτική που αντιστοιχεί στον ελληνικό ιμπεριαλισμό και στις κοινωνικές του συμμαχίες. Αύριο, ίσως σε καλύτερη θέση να μπορούμε να επιβάλλουμε καλύτερους όρους...

 

Αλβανία

Όσα είπαμε για την αντιμετώπιση των διμερών ανοικτών θεμάτων με την Μακεδονία από το ελληνικό κράτος καθώς και τον τρόπο που η Αθήνα υπολογίζει να τα «λύσει», προβάλλοντας το χαρτί του βέτο της ένταξης στην ΕΕ, ισχύουν εν μέρει και για την Αλβανία. Εδώ δεν υπάρχει απλά ένας κακόβουλος αλυτρωτισμός σε βάρος του «κάτι που μας ανήκει» και «μας επιβουλεύονται για να το πάρουν». Στην περίπτωση της Αλβανίας εφαρμόζεται ένας συνδυασμός των παραπάνω με την επιθετική διεκδίκηση της νότιας Αλβανίας που η εγχώρια εθνοπατριωτική ρητορεία διακηρύσσει πως «μας ανήκει δίκαια αλλά μας την έχουν κλέψει». Εδώ, ο μοχλός πίεσης για τα όποια διμερή θέματα ανακύπτουν, θέματα τα οποία έχει κατασκευάσει ιδεολογικά και πολιτικά το ελληνικό κράτος, είναι το ζήτημα της «Βορείου Ηπείρου» και οι σχέσεις της εκεί μειονότητας με το αλβανικό κράτος.
Είχαμε αναφερθεί εκτεταμένα (#49) στα κρατικά σχέδια τουριστικής αξιοποίησης της αλβανικής Ριβιέρας και στις αντιδράσεις ενός μέρους του ντόπιου πληθυσμού. Αντιδράσεις που βρήκαν τη συμπαράσταση του ελληνικού ΥΠΕΞ και τις οποίες αυτό με τη σειρά του αξιοποίησε για να ασκήσει πίεση στις διμερείς διαπραγματεύσεις, κυρίως για την οριστική οριοθέτηση της ΑΟΖ ανάμεσα στις δύο χώρες. Οι εκεί θιγόμενοι από τις κρατικές απαλλοτριώσεις το διαφήμισαν σαν «προσπάθεια αλλοίωσης της μειονοτικής περιοχής μας από τους Αλβανούς» με την κρυφή ελπίδα να συγκινήσουν τον ελληνικό εθνικό κορμό και να συσχετισθούν εργαλειακά με το ελληνικό ΥΠΕΞ. Φυσικά, το αλβανικό κράτος έχει φροντίσει να διαθέτει τους συσχετισμούς στην περιοχή, καθώς έχει ισχυρό έρεισμα στην τοπική μειονότητα. Θυμηθείτε ότι κάπως έτσι ο δήμαρχος Χειμάρας -Έλληνας πολίτης μιας κωμόπολης του αλβανικού κράτους- μετατράπηκε σε εθνικό προδότη που του αφαιρέθηκε η ελληνική ιθαγένεια με απόφαση του Υπουργού Εσωτερικών.
Και αν υπήρξε ένας εθνικός προδότης έπρεπε να φτιαχτεί χώρος και για έναν εθνικό ήρωα. Μπροστά στις δυσκολίες νομιμοποίησης που αντιμετώπιζε η ρητορική περί καταπίεσης της μειονότητας, ακόμα και στο εσωτερικό της, με το ίδιο το θέμα του ιδιοκτησιακού, και της καταπάτησης μερικών δεκάδων περιουσίων, να έχει όρια αξιοποίησης από το ελληνικό κράτος ακόμα και διεθνώς, έπρεπε να παραχθούν και επιπλέον γεγονότα έντασης. Κάτι τέτοιο επιχειρήθηκε στις 28 Οκτώβρη στις Βουλιαράτες της Αλβανίας. Το χωριό αυτό, λίγα χιλιόμετρα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα, αποτελεί ένα από τα 99 χωριά των νομών Αργυροκάστρου και Αγίων Σαράντα που επίσημα το αλβανικό κράτος αναγνωρίζει σαν μειονοτικά, έχοντας παραχωρήσει τα αντίστοιχα δικαιώματα (διδάσκεται στα σχολεία η ελληνική γλώσσα, γιορτάζονται εθνικοί επέτειοι), από την εποχή του Χότζα. Εποχή κατά την οποία ο πληθυσμός απολάμβανε μια σχετικά ευνοϊκή μεταχείριση, ασχέτως αν αυτό δεν αναφέρεται και αποκρύπτεται, πράγμα που εξηγεί εν μέρει και τα υψηλά ποσοστά του σοσιαλιστικού κόμματος, συνέχειας του Κόμματος της Εργασίας του Χότζα, σε αυτές τις περιοχές της Αλβανίας.
Στο χωριό αυτό βρίσκεται και στρατιωτικό κοιμητήριο, το δεύτερο αναγνωρισμένο στρατιωτικό νεκροταφείο Ελλήνων πεσόντων του Ελληνο-ιταλικού πολέμου του 1940-41, που η λειτουργία του ήταν προϊόν της συνεργασίας των δυο κρατών τον τελευταίο χρόνο. Εκεί, στις 28 Οκτώβρη βρίσκονταν υπουργοί, αξιωματικοί του στρατού και της αστυνομίας, επίσημοι από τα δύο κράτη και φανταζόμαστε μέρος του κλιμακίου της ΕΥΠ που υπάρχει στην περιοχή. Εκεί λοιπόν ο Κωσταντίνος Κατσίφας, μέλος κατά τα λεγόμενα του «της σκληροπυρηνικής νεολαίας της Βορείου Ηπείρου», θαυμαστής της ΜΑΒΗ, εθνικιστής και πρώην καταδρομέας, με ένα τροποποιημένο καλάσνικοφ στο χέρι, αφού πυροβόλησε εναντίον των ντόπιων μπάτσων, διέσχισε με το όπλο στο χέρι την πλατεία του χωριού και κατευθύνθηκε στο βουνό, χωρίς όμως, να περάσει στην ελληνική μεριά των συνόρων. Αντίθετα ταμπουρώθηκε κάπου πάνω από το χωριό μέχρι που οι ειδικές δυνάμεις της αλβανικής αστυνομίας τον βρήκαν και τον σκότωσαν.
Άραγε, ο Κατσίφας αποτέλεσε έναν χρήσιμο ηλίθιο σε ένα σχεδιασμό που στήθηκε από τους μηχανισμούς του ελληνικού βαθέος κράτους, που σαφώς έχει τέτοια παράδοση στη περιοχή αυτή; Μήπως τα όποια σχέδια πήγαν κατά διαόλου, χάρη στις άκρες της αλβανικής αστυνομίας; Μάλλον δε θα μάθουμε ποτέ. Αυτό όμως που σίγουρα ξέρουμε είναι πως ο Κατσίφας δε δίσταζε να απειλεί διαδικτυακά τους «προδότες πολιτικούς  που ξεπουλάνε τη Βόρειο Ήπειρο» και να αποθεώνει τους πράκτορες της ΜΑΒΗ. Αντίστοιχα μάλλον πράγματα γνώριζε και η αλβανική αστυνομία που λίγους μήνες πριν το θάνατό του τον είχε καλέσει δύο φορές στο τμήμα για να τον συμμορφώσει. Όπως και να έχει, κάθε αμφιβολία διαλύθηκε οριστικά και αμετάκλητα, όταν έφτασε η στιγμή της κηδείας αλλά και του μνημόσυνου του Κατσίφα. Γιατί αυτοί που δύο φορές πέρασαν τα σύνορα για να αποδώσουν φόρο τιμής στον «αδικοχαμένο εθνικό ήρωα» δεν ήταν απλά συγκινημένοι πατριώτες αλλά το βαθύ κράτος σε όλο του το μεγαλείο: ακροδεξιοί βουλευτές, εθνικιστικές οργανώσεις και «περίεργοι» σύλλογοι και φυσικά η συμμορία των παρακρατικών που δε θα μπορούσε να είναι απούσα από τέτοια event. Αυτοί είναι οι φίλοι του εκλιπόντος· κι αυτό αρκεί για να βγάλει ο καθένας τα συμπεράσματά του. Και όλα αυτά τα γεγονότα συνέβησαν ενώ οι διαπραγματεύσεις Ελλάδας - Αλβανίας έχουν ουσιαστικά παγώσει, το ιδιοκτησιακό παραμένει σταθερά στην ατζέντα του ελληνικού ΥΠΕΞ, και ο Κατρούγκαλος και ο Μητσοτάκης στέλνουν επιστολές καταγγελίας της Αλβανίας στους υπεύθυνους για την διεύρυνση θεσμούς της ΕΕ. Ποιος εθνικός διχασμός λοιπόν; Πρόκειτα για ζητήματα στα οποοία κυβέρνηση κι αντιπολίτευση συμφωνούν. Συνήθως όμως κανείς δε τους δίνει την απαιτούμενη σημασία.

 

Στα μνημόσυνα και στις καταλήψεις

Τον Απρίλιο του 2018 (#51) γράφαμε πως «τα εθνικά θέματα δύνανται να καθορίσουν το (όποιο) μεταμνημονιακό πολιτικό/ιδεολογικό τοπίο: ως αποπροσανατολισμός από την οιωνεί υποτίμηση της πολυεθνικής εργατικής τάξης και σαν διαρκής προσανατολισμός του εθνικού κορμού. Το πρώτο είναι η προϋπόθεση του δεύτερου.» Εδώ και ένα εξάμηνο λοιπόν η βόρεια εκδοχή των εθνικών θεμάτων, αυτή η εκδοχή ενός εθνικισμού που θέλει να παρουσιάζεται και «αμυντικός απέναντι σε αλυτρωτισμούς άλλων» και «επιθετικός για τα δίκαια των αλύτρωτων αδερφών μας», συναντάει το ρατσισμό απέναντι σε κατώτερους και ανύπαρκτους λαούς που «τους δώσαμε να φάνε και θα έπρεπε να δουλεύουν για μας...» Αυτός ο συνδυασμός ταιριάζει στην διαφημιζόμενη έξοδο από το μνημόνιο, όπου οι κακοί ξένοι μας κρατούσαν από κάτω, και τώρα πρέπει να ξαναγίνουμε δυνατοί και να επιβάλλουμε το εθνικό μας συμφέρον. Αυτός ο συνδυασμός θέλει να διαμορφώσει σαν μοναδική συγκρουσιακή αντιπολίτευση στη μεταμνημονιακή εποχή τον εθνικό παροξυσμό και τον εθνικισμό. Και σίγουρα κοιτάει μακριά κι όχι μόνο στις εκλογές που πλησιάζουν. Η «αντιπολίτευση μέσω των εθνικών θεμάτων» συνιστά μια πάγια τακτική όλων των κομμάτων και προετοιμάζει, ήδη, την επαύρο των εκλογών.
Τα μνημόσυνα που άρχισαν να κάνουν οι παπάδες σε κάθε ενορία και μητρόπολη ανά την Ελλάδα μπορεί να ήταν βγαλμένα από τα χριστιανικά εγχειρίδια -αν και η εκκλησία κάνει εθνική ανεξάρτητη πολιτική- αλλά δίνει ένα τόνο των διεργασιών σε όλο το ακροδεξιό χώρο, ειδικά αν η εκκλησία μετατοπίσει την στήριξη της από την χρυσή αυγή προς ένα άλλο αντίστοιχο εθνικιστικό πολιτικό κόμμα. Η προσπάθεια, ειδικά στην βόρεια Ελλάδα, να οργανωθούν μαθητικές καταλήψεις με την υποστήριξη και την οργάνωση των συλλόγων γονέων και καθηγητών, τις εκκλησιαστικές οργανώσεις τις παμμακεδονικές ενώσεις, έδειξε το εύρος που μπορεί να πάρει ο εθνικός κορμός όταν συντονιστεί και διαφημιστεί. Γι’ αυτό και στις 29 Νοέμβρη στη Θεσσαλονίκη οι πορείες των μικρών πατριωτών μαθητών είχαν μια μικρή επιτυχία και στη ελληνική επαρχία στη βόρεια Ελλάδα ακόμη μεγαλύτερη. Στην Αθήνα τα αντιφασιστικά αντανακλαστικά των μαθητών, και όχι μόνο, μπορεί σε πρώτο χρόνο να απέδωσαν καρπούς στο να κόψουν τον βήχα περί Μακεδονίας, αλλά ούτε δεδομένο θα πρέπει να θεωρείται αυτό, ούτε θα πρέπει ποτέ να υποτιμάται ο αντίπαλος.
Αυτό που πρέπει να γίνει σαφές είναι ότι οι κινητοποιήσεις του εθνικού κορμού δεν εξυπηρετούν μονάχα τη στρατηγική της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής. Στη πραγματικότητα έχουν πολύ ουσιαστικές συνέπειες για τη μεταμνημονιακή πορεία αυτού του τόπου. Οι μαθητικές φασιστικές καταλήψεις και οι εθνοσυνάξεις του βούρκου αφήνουν ένα εθνικιστικό κεφάλαιο πίσω τους το οποίο δεν αποφέρει μόνο κουκιά για εκλογικές αναμετρήσεις, αλλά οπλίζει και τα χέρια του κάθε φασίστα που συντονίστηκε κι ένιωσε τα χέρια του να λύνονται. Το μπετονάρισμα του εθνικού κορμού φτιάχνει για όλους εμάς ένα χώρο ασφυκτικό που καθιστά την όποια αντίθεση σε αυτόν «εσωτερικό εχθρό» και τις όποιες κοινωνικές κι εργασιακές διεκδικήσεις θέματα δεύτερης διαλογής. Εξάλλου, στη κωλοχώρα που λέγεται ελλάδα ζούμε και το ξέρουμε καλά πως δίπλα στα εθνοπανηγύρια δε χωράνε ευαισθησίες, ούτε γι’ απλήρωτα οχτάωρα, ούτε για φυλακισμένους μετανάστες.

 
 
       

Αυτονομία 2021