Αυτονομία

Barricada

 

Η αστάθεια θέλει εθνοπρέζα

Τα δράματα συνεχίζονται. Εντός κι εκτός συνόρων. Κι η διαχείριση της καπιταλιστικής κρίσης αποκτά όλο και περισσότερα εθνικά πρόσημα. Τα φαντάσματα του μακρινού παρελθόντος ανακαλούνται στην ενεργό υπηρεσία ως μέτρο της αποτροπής του χειρότερου δυνατού παρόντος: είναι κάποιοι που μας καθησυχάζουν ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο χάλια, θα μπορούσαν να είναι και χειρότερα. Πράγματι, αλλά είτε έτσι είτε αλλιώς, οι ζωές μας παραμένουν υποθηκευμένες στ’ αφεντικά και τα κράτη τους.

Στα μέρη μας η κεντρική πράξη του δράματος είναι γνωστή εδώ και 6,5 χρόνια, από τότε που το ελληνικό κράτος χρηματοδοτείται από διεθνείς πιστωτές. Η κυβέρνηση των σοσιαλ/ψεκασμένων οδεύει κι αυτή προς την έξοδο, έχοντας υποστεί τη φθορά του μνημονίου που υπέγραψε και των μέτρων που εφαρμόζει. Άλλωστε φρόντισε μέσα σ’ αυτό το διάστημα να στεγνώσει τη δίψα όσων αγόρασαν την «ελπίδα» της επί πιστώσει, για να λάβουν την κατάθλιψη του «δεν γίνεται τίποτα» τοις μετρητοίς. Πετυχημένος ο ρόλος της απ’ αυτή την άποψη, όμως ας ετοιμάζονται κι οι επόμενοι. Ενδιάμεσα πάντως η πολιτική κατάσταση θυμίζει κάτι από το δεύτερο εξάμηνο του 2014: όπως τότε έτσι και τώρα, η απελθούσα κυβέρνηση προετοιμάζει το έδαφος για την επόμενη, κάνοντας τις απαραίτητες προσαρμογές στις πολιτικές της. Από την σύνθεση του ανασχηματισμένου υπουργικού συμβουλίου, μέχρι τη διαχείριση των μεταναστών και το ανώφελο καλόπιασμα ενός «ληγμένου» αμερικανού προέδρου. Όπως τότε έτσι και τώρα, μερικές απ’ τις σημαντικότερες προσοδικές δομές (το ταμείο των Μηχανικών, για παράδειγμα, στις εκλογές του οποίου σάρωσαν οι δεξιοί) αναζητούν τις αρθρώσεις τους με την επόμενη κυβέρνηση -κάτι ξέρουν κι αυτοί.

Κι η ζωή (θα) συνεχίζεται. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία και οι εθνικές εκλογές θα παραμείνουν το έσχατο εργαλείο πολιτικής/κοινωνικής νομιμοποίησης των βασικών κι αδιαπραγμάτευτων κατευθύνσεων διαχείρισης της κρίσης. Μέχρι να εξαντληθεί ίσως κάθε πιθανός συνδυασμός συγκυβερνήσεων ή βαρεθούν αυτό το φτωχό πολιτικό θέαμα οι ψηφοφόροι. Μέχρι τότε, πάρτε άλλον ένα γύρο θεάματος πολιτικής αστάθειας και εκλογολογίας.

Πάρτε όμως και κάτι διαφορετικό: μια γερή δόση «εθνικών θεμάτων». Οι έλληνες, γνωστοί τοις πάσοι για την σχέση τους με την Ιστορία, συζητούν για διεθνείς συνθήκες 90 και 100 ετών, μιας και είναι αδιανόητο να τους πιάνει αδιάβαστους ο τούρκος πρόεδρος Ερντογάν. Συζητούν, επιτρέπουν σε κανένα αφελή σαν τον υπ. άμυνας να πει τις εξυπνάδες του («αφού δεν τους αρέσει η Λωζάνη, να γυρίσουμε σ’ εκείνη των Σεβρών», είπε) και γενικά προσπαθούν να νιώσουν ξανά σημαντικοί στη διεθνή σκηνή. Κάνουν ότι δεν ξέρουν πως στο Σεβρ και τη Λωζάνη πριν πολλές δεκαετίες ενταφιάστηκε -με τις ευλογίες των τότε «μεγάλων δυνάμεων»- η Οθωμανική Αυτοκρατορία κι εγκαινιάστηκε μια εδαφικά ακρωτηριασμένη Τουρκία. Κάνουν ότι δε βλέπουν τη διάλυση και την πολλαπλή κατοχή της Συρίας και του Ιράκ (χώρες οι οποίες αμφότερες είναι παλιά οθωμανικά εδάφη) και την τουρκική απαίτηση να έχει βαρύνοντα λόγο και ρόλο στις εξελίξεις. Όχι, η εξήγηση είναι ότι οι τούρκοι θέλουν να μας πάρουν το Αιγαίο - ακούτε αμερικανοί κι ευρωπαίοι; Και πιέστε τους επίσης να συνεχίζουν να εφαρμόζουν την αντιμεταναστευτική συμφωνία με την ΕΕ, γιατί «τα νησιά μας δεν αντέχουν άλλο»...

Χρειάζεται λοιπόν λίγη εθνική ανάταση και θα αξιοποιείται κάθε σχετική αφορμή. Όπως οι τρέχουσες διαπραγματεύσεις ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων. Εκεί η ελληνική εξωτερική πολιτική παριστάνει μεν ότι δεν ανακατεύεται, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί ότι ουσιαστικά θέτει ως αδιαπραγμάτευτο όρο την αποχώρηση του τουρκικού στρατού από το νησί (για την Ελληνική Φρουρά, που διοικείται από ελλαδίτες καραβανάδες, δεν έχει πει κάτι). Θεωρεί ο σοσιαλεθνικιστής υπ.εξ. Κοτζιάς ότι κανείς δε ξέρει, ούτε θυμάται τα περικυκλωμένα από ελληνοκυπριακό στρατό τουρκοκυπριακά χωριά και τις εθνικές εκκαθαρίσεις της δεκαετίας του 1960, εν τη απουσία κάθε τουρκικής στρατιωτικής δύναμης. Είναι όμως σωστή γενικά η εκτίμησή του: οι πιο ακραιφνείς θέσεις του ελληνικού εθνικισμού για την Κύπρο είναι η μοναδική αποδεκτή αφήγηση στα μέρη μας. Γι’ αυτό και δεν ακούγεται μισό αντιπολιτευτικό κιχ στους χειρισμούς του.

Καθόλου παράξενα τα παραπάνω φυσικά. Στην συγκυρία όπου κάθε σοβαρό καπιταλιστικό κράτος συναρμολογεί τον εθνικισμό του, με παλιά και νέα υλικά κοιτώντας στο μέλλον, το ελληνικό κράτος δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Ίσα ίσα που μας το είχε προαναγγείλει εν μέσω του μνημονιακού του ψυχοδράματος: «ευτυχώς που δεν έχει προκύψει κάποιο σοβαρό εθνικό θέμα». Πες το κι έγινε!

Από κει και πέρα, θυμίζουμε το βασικό: η αποδιάρθρωση του ελληνικού εθνικισμού περνάει μέσα από την μαχητική ανάδειξη των προλεταριακών δικαίων. Όσο πιο αδύναμοι είμαστε, τόσο θα προελαύνει η εθνική αυτοπεποίθηση. Κι αυτή η τελευταία είναι ίσως το μόνο success story που μπορεί να πουλήσει επιτυχημένα στους υπηκόους του το ελληνικό κράτος. Να το εμποδίσουμε!

 
 
       

Αυτονομία 2021