(παλιά σημάδευαν τα χέρια, τώρα σημαδεύουν στα μυαλά;)
Όσες γενιές έχουν μεγαλώσει βλέποντας τηλεόραση, αρκετά μάλιστα πριν πιάσουν στα χέρια τους το πρώτο πληκτρολόγιο, μπορούν να το βεβαιώσουν: το διάβασμα έχει γίνει εξαιρετικά δύσκολο. Και δε μιλάμε για τη μελέτη των μαθημάτων του σχολείου –αυτό ήταν πάντα μια ανιαρή και κουραστική υπόθεση. Μιλάμε για το διάβασμα της εφημερίδας, ενός μυθιστορήματος, ενός δοκιμίου, οποιουδήποτε κειμένου με συνέχεια και σκεπτικό που αναπτύσσεται με επιχειρήματα, που είναι ενιαίο και δε σπάει σε υποενότητες και μικρές παραγράφους. Και ενώ το βλέμμα και το μυαλό εξαντλούνται με το διάβασμα μερικών σελίδων, το ίδιο βλέμμα και το ίδιο μυαλό μπορούν να παρακολουθούν για ώρες τηλεόραση (αν θεωρήσει κανείς ότι χρησιμοποιεί το μυαλό του γι’ αυτή τη δουλειά) και μένουν ακούραστα παίζοντας videogames.
Τι συμβαίνει λοιπόν στα κεφάλια παιδιών και ενηλίκων που τους καθιστά τόσο δύσκολο το διάβασμα, το γράψιμο και γενικότερα τη χρήση του λόγου για να σκεφτούν και να επικοινωνήσουν;
Αν κοιτάξουμε τις μικρότερες ηλικίες μπορεί να δούμε κάποιες πλευρές του προβλήματος πιο καθαρά. Οι έρευνες επί του θέματος δείχνουν κατ’ αρχάς αύξηση των παιδιών με δυσλεξία και γενικότερα με ΕΜΔ (Ειδικές Μαθησιακές Δυσκολίες), στο νηπιαγωγείο και το δημοτικό. Οι ΕΜΔ ονομάζονται ιδιοπαθείς, δηλαδή οι αιτίες τους δεν είναι γνωστές ακριβώς, αλλά διάφορες θεωρίες υποστηρίζουν ότι υπεύθυνοι είναι γενετικοί, περιβαλλοντικοί ή εγκεφαλικοί παράγοντες και σε καμία περίπτωση οι γονείς, οι δάσκαλοι ή το ίδιο το παιδί. Οι ΕΜΔ είναι σαν να λέμε ανεξάρτητες από τις κοινωνικές συνθήκες στις οποίες μεγαλώνει ένα παιδί, άποψη με την οποία βέβαια δε φαίνεται να συμφωνούν και όλοι όσοι ασχολούνται με τη λογοθεραπεία.
Όπως και να ‘χει, το ζήτημα των παιδιών με ΕΜΔ και υπερκινητικότητα φαίνεται να διογκώνεται (στην Αμερική, κυκλοφορούν μάλιστα και χάπια –με γνωστότερο το, απαγορευμένο προς το παρόν, Ritalin– με τα οποία μπορείς να ντοπάρεις τα υπερκινητικά παιδιά για να κάθονται ήσυχα στο σχολείο) και στο ίδιο συνάδει η αύξηση των κέντρων λογοθεραπείας την τελευταία δεκαετία. Θα μπορούσε να δικαιολογήσει κανείς αυτήν την αύξηση στους αριθμούς λέγοντας ότι οι γονείς είναι πιο ευαισθητοποιημένοι σε αυτά τα θέματα απ’ ότι παλιότερα, άρα ανακαλύπτουν και πιο συχνά το πρόβλημα. Θα μπορούσαμε να σημειώσουμε επίσης ότι είναι φαινόμενο της εποχής να προσπαθούμε να ανάγουμε διάφορα προβλήματα σε “οργανικά” ή “γονιδιακά”, που χρήζουν παρακολούθησης από ειδικούς, απομακρύνοντας έτσι τα πιθανά αίτια από τη συμπεριφορά των γονιών, το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και τις συνθήκες διδασκαλίας.
Ακόμα κι αν υπάρχουν αμφιβολίες για τις στατιστικές πάνω στο θέμα, εκπαιδευτικοί με πολυετή πείρα στα σχολεία παρατηρούν ότι, όντως, όλο και περισσότερα παιδιά δυσκολεύονται στην παρακολούθηση του μαθήματος και ιδιαίτερα στη χρήση της γλώσσας για να γράψουν, να διαβάσουν, ακόμα και να μιλήσουν. Από τα πιο συχνά προβλήματα που εμφανίζονται ήδη από την προσχολική ηλικία είναι η καθυστέρηση έναρξης λόγου και το φτωχό λεξιλόγιο. Πολλοί λογοθεραπευτές πιστεύουν ότι τα παιδιά αργούν να μιλήσουν γιατί δεν έχουν αυτό που ονομάζουν «κίνητρα» και πολλές φορές η δουλειά τους είναι ακριβώς αυτή. Να ανακαλύψουν τι αποτελεί κίνητρο και να το χρησιμοποιήσουν για να εντάξουν το παιδί στην εκπαιδευτική διαδικασία.
Τι είναι όμως αυτά τα κίνητρα που φαίνεται να εξαφανίζονται όσο περνάμε σε διαφορετικά μοντέλα ζωής και εκπαίδευσης;
Ας κάνουμε την παραδοχή ότι ένα παιδί ξεκινά να μιλάει για να επικοινωνήσει πιο αποτελεσματικά με τους γύρω του και το κάνει αυτό «αντιγράφοντας» τις γλώσσες επικοινωνίας που επικρατούν στο κοντινό του περιβάλλον. Μπορούμε πολύ εύκολα να φανταστούμε τι μπορεί να συμβαίνει σταδιακά στις γενιές των παιδιών που, μέχρι την ηλικία του σχολείου, αλλά και αρκετά αργότερα, περνούν το χρόνο τους μόνα, συχνά χωρίς φίλους, αδέρφια ή γιαγιάδες, απομονωμένα στην ασφάλεια του σπιτιού. Οι γονείς δουλεύουν συνήθως και οι δύο, και η καθημερινότητα είναι τόσο εξαντλητική και μοναχική, που στο τέλος της ημέρας οι περισσότεροι δε θέλουν να ανταλλάξουν κουβέντα μεταξύ τους, πόσο μάλλον να διαβάσουν στα παιδιά τους ένα βιβλίο ή να απαντήσουν στις -καταιγιστικές συνήθως- ερωτήσεις τους.
Κι εδώ είναι που έρχεται για ακόμα μια φορά να δώσει τη λύση η τεχνολογία, υποκαθιστώντας την ανθρώπινη συμμετοχή. Τα παιδιά παρκάρονται μπροστά στον υπολογιστή και την τηλεόραση, όχι μόνο ακολουθώντας τις συνήθειες ελεύθερου χρόνου των γονιών τους, αλλά και γιατί αυτός είναι ένας εύκολος τρόπος να μείνουν καθηλωμένα και ελεγχόμενα, χωρίς να κινδυνεύουν από τα απρόοπτα της ζωής έξω από το σπίτι. Χωρίς να κινδυνεύουν να δυσκολευτούν, να λερωθούν, να χτυπήσουν, να πληγωθούν.
Μαθαίνουν λοιπόν, παίζουν και εκπαιδεύονται σε μία γλώσσα που κυριαρχείται από εικόνες. Χρησιμοποιούν προγραμματισμένες επιλογές, εικονίδια, βίντεο και φωτογραφίες, αναπτύσσοντας μια άνεση αντιστρόφως ανάλογη της ικανότητάς τους να κάνουν διάλογο ή να διαμορφώνουν συλλογισμούς. Κι όταν τα ίδια παιδιά πρέπει να αποδώσουν σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα με κεντρικό τρόπο μάθησης την απομνημόνευση και το γραπτό λόγο, τότε είναι τουλάχιστον αναμενόμενο να αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες. Αντίστοιχες δυσκολίες, ίσως λιγότερο σχετικές με τη γλώσσα και περισσότερο με την πειθαρχία, αντιμετώπιζαν τα παιδιά όταν εδραιώθηκε το υπάρχον μοντέλο εκπαίδευσης εις βάρος του προηγούμενου, αυτού της μάθησης μέσα από τα βιώματα. Ενώ λοιπόν το ’40 στην Ελλάδα, η συνεχής κίνηση ενός παιδιού μπορεί να γινόταν αντιληπτή ως κάτι φυσιολογικό, πολλές φορές και ως δείγμα ευφυΐας, όταν το σχολείο ήρθε να επιβάλλει τους δικούς του χρόνους και τρόπους, η ίδια συμπεριφορά φόρεσε τελικά την ταμπέλα της «υπερκινητικότητας» και του λαϊκού «δεν τα παίρνει τα γράμματα». Και αντίστοιχα, ένα παιδί που μάθαινε αποκλειστικά μέσα στο σχολείο, η έλλειψη άλλων βιωμάτων και η αμηχανία του σε σχέση με το σώμα και την κίνηση, το καθιστούσαν προβληματικό σε ένα ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον όπου το σύνολο των παιδιών (και κυρίως αυτά των λαϊκών στρωμάτων) συνέχιζαν να μαθαίνουν αλητεύοντας. Είναι και ήταν σαν να λέμε οι ΕΜΔ και τα λοιπά προβλήματα των μαθητών, αναπόσπαστο κομμάτι των αλλαγών που επιβάλλονται βίαια και από τα πάνω στο πώς, στο τι και στο πού μαθαίνουμε. Και στη δεδομένη φάση, μάλλον έχουμε να κάνουμε με μια σύγκρουση ενός νέου, κοινωνικά εξαπλωμένου –ψηφιοποιημένου– μοντέλου, με το υπάρχον εδραιωμένο σύστημα εκπαίδευσης.
Από την άλλη, την ίδια στιγμή που η μοναξιά της οθόνης εντείνει το πρόβλημα της επικοινωνίας και αυξάνει το χάσμα ανάμεσα στο προηγούμενο και το νέο παράδειγμα, δημιουργείται μια σειρά από ηλεκτρονικά προγράμματα εκμάθησης για παιδιά με ΕΜΔ, τα οποία χρησιμοποιούνται αρκετά από τους λογοθεραπευτές. Η χρήση του Η/Υ σε αυτές τις περιπτώσεις φαίνεται να έχει θετικά αποτελέσματα γιατί, όπως λένε, το γράψιμο με χαρτί και μολύβι είναι μια επίπονη διαδικασία, συνδεδεμένη με την πειθαρχία του σχολείου, σε αντίθεση με τον υπολογιστή που παραπέμπει σε παιχνίδι, συνδυάζοντας διαφορετικά οπτικοακουστικά ερεθίσματα. Πιο συγκεκριμένα «Για μαθητές με πιο σοβαρές δυσκολίες στο γράψιμο, υπάρχουν προγράμματα που μπορούν να προβλέψουν τη λέξη που θα ακολουθήσει, καθώς και προγράμματα που ονομάζονται «τράπεζες λέξεων». Τέτοια προγράμματα μπορούν να αποδειχτούν πολύ χρήσιμα και να βοηθήσουν το μαθητή να εκφράσει πιο ολοκληρωμένα τις σκέψεις του χωρίς να αφήνει κενά και μισές λέξεις. Εξίσου χρήσιμοι μπορούν να είναι ως εργαλεία και οι διορθωτές κειμένου.» Η χρήση αυτών των προγραμμάτων, υποστηρίζουν οι υπέρμαχοί τους, καθιστά το παιδί πιο ανεξάρτητο και σε ισότιμη σχέση με τα υπόλοιπα. «Όταν βρεθεί ένα ενδιαφέρον κείμενο, υπάρχει η δυνατότητα να αντιγραφεί και να διαβαστεί μεγαλόφωνα. Κάθε ψηφιακό κείμενο διαβάζεται με ταχύτητα που ρυθμίζεται, από πολύ αργά – συλλαβιστά, έως όσο απαιτείται, με πολύ καλή άρθρωση. Έτσι δίνεται η δυνατότητα στους μαθητές να διαβάζουν τα μαθήματα της ημέρας μέσω υπολογιστή, ενώ έως τώρα έπρεπε να είναι κάποιος δίπλα τους για να το κάνει.»
Αν κοιτάξει κανείς προσεκτικά τα προγράμματα τέτοιου είδους που κυκλοφορούν, θα διαπιστώσει ότι μάλλον προσφέρουν μια παράκαμψη του προβλήματος παρά μια επανένταξη στο υπάρχον εκπαιδευτικό. Μπορεί ο υπολογιστής να του διαβάσει το μάθημα, αντί για το γονιό ή το δάσκαλο αλλά δεν μας λέει κανείς γιατί η ακινησία μπροστά σε μια οθόνη με προφορά σαν από το διάστημα θεωρείται προτιμότερη συνθήκη μάθησης. Επίσης, ένα δυσλεκτικό παιδί μπορεί να γράψει όπως όλα τα άλλα, αφού ο υπολογιστής διορθώνει την ορθογραφία και τη σύνταξη, δεν παύει όμως να το κάνει μέσω της μηχανής. Και όταν θα χρειαστεί να το κάνει χωρίς αυτή, το πρόβλημα θα είναι ακόμα παρόν. (Κανείς δεν ισχυρίζεται ότι τα γυαλιά θεραπεύουν τη μυωπία. Σε βοηθούν αλλά χωρίς αυτά συνεχίζεις να μη βλέπεις μακριά, όσα χρόνια κι αν τα φοράς.)
Αφού λοιπόν οι μαθητές δε θα γράφουν πλέον με μολύβι και χαρτί, μήπως αυτά θα πρέπει να αντικατασταθούν από πληκτρολόγια και τα βιβλία από dvd με σκαναρισμένες σελίδες;
Μήπως έτσι θα παρακάμψουμε μια και καλή τα προβλήματα των μαθησιακών δυσκολιών, αφού τα κείμενα θα τα συντάσσουν οι υπολογιστές; Προς ποιά κατεύθυνση γίνονται οι μεταρρυθμίσεις στο υπάρχον εκπαιδευτικό, είναι φανερό. Αυτό που δεν είναι φανερό είναι το πώς θα διαμορφωθεί όχι μόνο ο τρόπος αλλά και τα περιεχόμενα του νέου συστήματος. Και τί άλλου τύπου ΕΜΔ θα εμφανιστούν όσο το μοντέλο της ψηφιοποιημένης εκπαίδευσης συνεχίζει να εγκαθίσταται ακόμα πιο ολοκληρωτικά από τον προκάτοχό του, όχι μόνο στο χρόνο της διδασκαλίας, αλλά πριν από εκεί, στον ελεύθερο χρόνο, στις σχέσεις, στο παιχνίδι. Σε ένα σύνολο από περιοχές της κοινωνικής ζωής που μέχρι τώρα αποσυμπίεζαν την ένταση της πειθαρχίας του θρανίου, ενώ παράλληλα τροφοδοτούσαν και συμπλήρωναν με βιωματική γνώση τα στείρα περιεχόμενα του σχολείου, ακόμα κι αν η ίδια η επίσημη εκπαίδευση τις είχε -ευτυχώς ίσως για εμάς- περιφράξει και καταδικάσει σε αποκλεισμό.