Φεμινισμός – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 13:39:50 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png Φεμινισμός – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 Εκδήλωση: Γυναίκες, εργασία και ο υλικός κόσμος https://gameover.zp/2016/05/31/%ce%b5%ce%ba%ce%b4%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7-%ce%b3%cf%85%ce%bd%ce%b1%ce%b9%ce%ba%ce%b5%ce%af%ce%b1-%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%83%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bf-%cf%85%ce%bb%ce%b9%ce%ba/ Tue, 31 May 2016 17:42:25 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2206 Μια απόπειρα αντίληψης της παγκόσμιας γυναικείας εργασίας στον τεχνολογικά αναδιαρθρωμένο καπιταλισμό.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου, 18:00
Νομική, Αίθουσα 3

 

]]>
Εισήγηση: Το έμφυλο σώμα στον καθρέφτη των νέων τεχνολογιών https://gameover.zp/2016/04/17/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%bf-%ce%ad%ce%bc%cf%86%cf%85%ce%bb%ce%bf-%cf%83%cf%8e%ce%bc%ce%b1-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%ce%b8%cf%81%ce%ad%cf%86%cf%84%ce%b7/ Sat, 16 Apr 2016 21:17:43 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1726

Θυμήσου, σώμα…
Σώμα, θυμήσου όχι μόνο το πόσο αγαπήθηκες,
όχι μονάχα τα κρεβάτια όπου πλάγιασες,
αλλά κ’ εκείνες τες επιθυμίες που για σένα
γυάλιζαν μες στα μάτια φανερά,
κ’ ετρέμανε μες στη φωνή — και κάποιο
τυχαίον εμπόδιο τες ματαίωσε.
Τώρα που είναι όλα πια μέσα στο παρελθόν,
μοιάζει σχεδόν και στες επιθυμίες
εκείνες σαν να δόθηκες — πώς γυάλιζαν,
θυμήσου, μες στα μάτια που σε κοίταζαν•
πώς έτρεμαν μες στη φωνή, για σε, θυμήσου, σώμα.

Κ.Π. Καβάφης

Intro

Κάποιος είπε κάποτε πως όλες οι ιστορίες της ανθρωπότητας μπορούν να γραφτούν σαν μία με ένα και μοναδικό θέμα: το ανθρώπινο σώμα. Το τρωτό σώμα με τις ανάγκες, τις δυνάμεις, τις πληγές του, την εκάστοτε ταυτότητα και τα στίγματα αυτής. Από την αρχαία γλυπτική μέχρι τις σύγχρονες βιοτεχνολογίες, το σώμα ως οργανικό σύνολο και ιδωμένο μέσα στην ανθρώπινη κοινωνία κουβαλά συγκεκριμένες οριοθετήσεις και απαγορεύσεις, την ταξική, έμφυλη, φυλετική κατηγοριοποίηση που του έχει επιβληθεί αιώνες τώρα.

Μέσα σε έναν τέτοιο αχανή ωκεανό θεωριών περί φύλου, σώματος και σεξουαλικότητας, παρακολουθώντας το νέο κύμα αφήγησης σχετικά με το σώμα και τη φεμινιστική θεωρία στον post modern καπιταλιστικό κόσμο, μας κέντρισαν το ενδιαφέρον οι θέσεις πολλών φεμινιστικών κινημάτων του τρίτου κύματος[ref]Το τρίτο κύμα φεμινισμού είναι το σύνολο των θεωριών και πρακτικών γύρω από το φεμινισμό και γενικότερα το ζήτημα του φύλου, το οποίο αναπτύχθηκε από τις αρχές του 1990 και μετά. Συνέχισε να πραγματεύεται πολλά από τα ζητήματα του δεύτερου κύματος, όπως η ισότητα γυναικών και αντρών στην εργασία, το ζήτημα της πορνογραφίας, της σεξουαλικής εργασίας και της σεξουαλικής κακοποίησης και το ζήτημα της αναπαραγωγής (αντισύλληψη, εκτρώσεις), αλλά αυτό που το διαφοροποίησε από το δεύτερο κύμα είναι η εξάπλωση των νέων θεωριών για το φύλο, με κεντρική την queer θεωρία και η ενσωμάτωση των αλλαγών που έφερε και φέρνει η έκρηξη της τεχνολογίας και οι νέες μηχανές.[/ref] όσον αφορά στο φύλο και τη σχέση του με τον κόσμο της τεχνολογίας και των νέων μηχανών. Διαβάζοντας για τις πρωτεργάτριες αυτού του κύματος, έπεσε στα χέρια μας το “Μανιφέστο των cyborg”, της Donna Harraway, γραμμένο το 1983, με αφορμή το οποίο κάναμε μια μικρή εκδήλωση-συζήτηση, τον περασμένο Απρίλη, σχετικά με τον κυβερνοφεμινισμό, τον τεχνοφεμινισμό και τη σημασία τους στο σήμερα. Η εκδήλωση αυτή κινούνταν γύρω από τις απόψεις της Haraway για την απελευθερωτική φύση της τεχνολογίας, μια ρητορική για το σώμα και το γυναικείο ζήτημα επικεντρωμένη στη φθαρτότητα του σώματος απέναντι στην τελειότητα της μηχανής, αλλά και στη ελπίδα ότι η διάχυση της τεχνολογίας και η ένωση του ανθρώπου με τη μηχανή, θα φέρει μεταξύ άλλων το ξεπέρασμα του φύλου. Στο πέρας της ανάλυσης, σταθήκαμε σε τρία σημεία. Αρχικά, στο γεγονός ότι τα αιώνες ενοχοποιημένα από τη θρησκεία και την πατριαρχία σώματα συνεχίζουν να υποτιμούνται με την άνοδο της μηχανής και παράλληλα ο σεξισμός παραμένει διάχυτος και ανά περιόδους κρίσης εντείνεται. Το δεύτερο σημείο είχε να κάνει με την εξιδανίκευση, το φετιχισμό που κουβαλάει η οπτική απέναντι στα (κάθε φορά) νέα τεχνολογικά εργαλεία και η προσμονή ότι θα ξεπεράσουν ή θα επιλύσουν προβλήματα τα οποία είναι κατά κύριο λόγο σχεσιακής φύσης. Και το τρίτο σημείο ήταν μία κριτική στη γενικότερη μεταμοντέρνα τάση αποδόμησης του παρελθόντος, μιας άρνησης της ιστορίας και της ταξικής μας μνήμης η οποία καταλήγει εντέλει στην μυωπική αντιμετώπισή της.

Στην κουβέντα που ακολούθησε ήταν διάχυτη η απόσταση και η αδυναμία αφομοίωσης ή και κατανόησης των θέσεων της Haraway και φάνηκε η έντονη αντίθεση με την πραγματικότητα. Στο νέο τεχνολογικό παράδειγμα είναι αναμφίβολο πως η όλο και πιο διαδεδομένη χρήση της μηχανής διευκόλυνε τις γυναίκες από αρκετές απόψεις και ο κυβερνοχώρος άνοιξε ένα ολοκαίνουργιο πεδίο επικοινωνίας, αρνήσεων και διεκδικήσεων. Η νέα αυτή τάση έκανε τον κόσμο της τεχνολογίας να μοιάζει με ένα θεοποιημένο, εξιδανικευμένο βασίλειο. Ένα βασίλειο που βρίσκεται τόσο κοντά (από άποψη ευκολίας και προσβασιμότητας στις δυτικές κοινωνίες) και ταυτόχρονα τόσο μακριά από τον υλικό κόσμο.

Απ’ όλες τις βιωματικές αλήθειες που ακούσαμε και διαβάσαμε, από παλαιότερες ριζοσπαστικές αφηγήσεις για το σώμα, από μια φευγαλέα ματιά στον μη εικονικό κόσμο, το μοναδικό in concreto σημείο που καταλήξαμε, και που σχολιάστηκε στην κουβέντα της μικρής εκδήλωσης από μία συντρόφισσα, ήταν ότι τα σώματά μας, τότε-σήμερα-αύριο, αποτελούν κόκκινη γραμμή και καλούμαστε να τα υπερασπιστούμε αδιάκοπα με τον πιο υλικό τρόπο ενάντια στη βαρβαρότητα του καπιταλιστικού κόσμου και της καθημερινής και πολυπρόσωπης υποτίμησης που βιώνουμε. Αυτή η σκέψη μας οδήγησε σε αυτήν την εκδήλωση, προσπαθώντας να συλλάβουμε τις σύγχρονες μορφές υποτίμησης των σωμάτων μας και να βρούμε αν και που τελικά υπάρχουν σημεία τομής της πραγματικότητας και της θεωρίας. Ένα κομμάτι της εισήγησης μπορεί να φανεί σε κάποιους ότι λέει τα προφανή, πράγματα πολύ βασικά, που ήδη τους είναι γνωστά, ίσως και ξεπερασμένα. Απ’ ότι έχουμε καταλάβει όμως, μέσα από την έλλειψη συζητήσεων γύρω από το θέμα, όταν τα αυτονόητα δε συζητιούνται για καιρό, εντέλει παύουν να είναι αυτονόητα.

Το έμφυλο σώμα

Η θεωρία γύρω από το έμφυλο σώμα εισάγεται στη μετανεωτερική εποχή*, κατά κύριο λόγο από το φεμινιστικό κίνημα. Ήδη από την εποχή της Simone de Beauvoir, με το βιβλίο της «Το δεύτερο Φύλο» (1949)[ref]Το βιβλίο της Simone de Beauvoir “The second sex” (Το δεύτερο φύλο, 1949), γράφτηκε στα όρια ακόμα του πρώτου κύματος φεμινισμού, βάζοντας ένα πρώιμο για την εποχή του θέμα. Ενώ το πρώτο κύμα φεμινισμού, το λεγόμενο “χειραφετητικό”, εστίαζε περισσότερο στο δικαίωμα ψήφου και γενικότερα στα πολιτικά δικαιώματα των γυναικών, το βιβλίο αυτό θίγει το ζήτημα του κοινωνικού και του βιολογικού φύλου, το αν δηλαδή οι διαφορετικές συμπεριφορές και η θέση των δύο φύλων μέσα στην κοινωνική ιεραρχία είναι κάτι παγιωμένο από τη γέννησή μας ή, όπως υποστηρίζει είναι κάτι το οποίο μαθαίνεται και κατασκευάζεται μέσα στην κάθε κουλτούρα. Η δύναμη αυτής της άποψης εκτιμήθηκε και ωρίμασε αρκετά αργότερα, στο δεύτερο κύμα φεμινισμού, το λεγόμενο “απελευθερωτικό” κίνημα, ενισχύοντας την αμφισβήτηση της ύπαρξης δύο φύλων, όσον αφορά στη συμπεριφορά, το συναισθηματικό προφίλ και τη σεξουαλική προτίμηση.[/ref] και το γνωστό σύνθημα, «γυναίκα δε γεννιέσαι αλλά γίνεσαι», δημιουργούνται τα πρώτα ρήγματα αμφισβήτησης της κυρίαρχης αντίληψης για το σώμα, μιας ιδεολογίας που κατά κύριο λόγο αφορά το λευκό αντρικό σώμα, ορίζοντας σαφώς το φυσιολογικό και υποβαθμίζοντας ή αποκλείοντας ό,τι βρίσκεται έξω από αυτό. Μέχρι τότε, κυρίως μέσω της βιολογίας του 19ου αιώνα, το κανονικό ήταν ταυτισμένο με αυτό που η επιστήμη θεωρούσε «φυσικό» με βάση τις μετρήσεις, και η σωματική διαφορετικότητα ήταν συνδεδεμένη με την κοινωνική παρέκκλιση. Οι φεμινιστικές θεωρίες στον 20ο αιώνα, ιδίως από το δεύτερο κύμα και ύστερα, μετατοπίζουν τη συζήτηση και, μεταξύ άλλων, κάνουν σαφές ότι η κανονικότητα ή η παρέκκλιση είναι έννοιες που κατασκευάζονται γύρω από πολλούς άξονες, όπως είναι η φυλή, το φύλο, η τάξη ή η σωματική μειονεξία, και δεν είναι σε καμία περίπτωση βιολογικά καθορισμένες. Το σώμα συσχετίζεται και διαμορφώνεται από τα εκάστοτε πολιτισμικά και πολιτικά δεδομένα εξουσίας.

Παράλληλα, αυτό που ονομάζουμε βιολογικό φύλο, τα ανατομικά χαρακτηριστικά που συνδέονται με το αναπαραγωγικό και ορμονικό σύστημα του κάθε σώματος, διαχωρίζεται από το κοινωνικό φύλο και σταδιακά από τη σεξουαλικότητα. Το κοινωνικό φύλο, το σύνολο των συμπεριφορών που μαθαίνουμε να αντιστοιχούμε στο κάθε σώμα, ξεφορτώνεται το βάρος του βιολογικού σώματος και γίνεται εύπλαστο στα χέρια των υποκειμένων. Η ταυτότητα άντρας ή γυναίκα, δεν έρχεται αυτονόητα μαζί με ένα σύνολο επιβαλλόμενων χαρακτηριστικών που καθορίζουν τη συμπεριφορά και τις καθημερινές πρακτικές τους. Αυτή η μετατόπιση απελευθερώνει τεράστιες δυνατότητες χειραφέτησης, αυτοπροσδιορισμού και διεκδικήσεων στα καταπιεσμένα σώματα και ταυτόχρονα σκιαγραφεί με πολλούς ενδιάμεσους τόνους τις διαφορετικές αποχρώσεις της καταπίεσης, ανάλογα με τη θέση του υποκειμένου στο πλέγμα και την ιεραρχία των κοινωνικών σχέσεων. Εν τέλει, το κοινωνικό φύλο αποκτά τόσες διαφορετικές εκφάνσεις, ώστε η κατηγορία άντρας ή γυναίκα να αποδομείται και να τείνει να εξαφανιστεί στη σύγχρονη φεμινιστική και queer θεωρία[ref]Η queer θεωρία γεννήθηκε μέσα στο τρίτο κύμα φεμινισμού, στις αρχές του 90, από τα πεδία των γυναικείων σπουδών, πατώντας δηλαδή πάνω στη θεσμοθετημένη νίκη των γυναικών του προηγούμενου κύματος για συμμετοχή στην εργασία και την εκπαίδευση. Ήρθε να συμπεριλάβει ένα ευρύ φάσμα αντιφατικών ταυτοτήτων και πρακτικών σχετικά με το βιολογικό φύλο, το κοινωνικό φύλο και τη σεξουαλική προτίμηση. Στην queer θεωρία, αυτοί οι τρεις πόλοι συνθέτουν ένα δίκτυο με άπειρους ενδιάμεσους συνδυασμούς, καταργώντας στην ουσία την έννοια του ίδιου του φύλου και αγκαλιάζοντας την περιθωριακή ταυτότητα του “παράξενου” και του “αλλόκοτου”, η οποία δεν χωρούσε εύκολα φεμινιστικές κατηγοριοποιήσεις του παρελθόντος.[/ref].

Σύμφωνα με τη Judith Butler, μια από τις κύριες εκπροσώπους του τρίτου κύματος φεμινισμού και της σύγχρονης queer θεωρίας, η φαινομενική συνεκτικότητα των συμπεριφορών που συνιστούν το κοινωνικό φύλο, η οποία δημιουργεί την εντύπωση ότι όντως υπάρχει ένας βιολογικά καθορισμένος πυρήνας που σηματοδοτεί τα φύλα, δεν είναι τίποτε άλλο από μια σειρά διαρκών επιτελέσεων, μια γενεαλογία μιμήσεων του να είσαι άντρας ή του να είσαι γυναίκα στην οποία εκπαιδευόμαστε από το κοινωνικό περιβάλλον. Αυτή η μιμητική διαδικασία του κοινωνικού φύλου, με τις πρακτικές που τη συνοδεύουν, πέρα από το ότι διαμορφώνει πολύ σαφώς τα συμπεριφορικά όρια των φύλων, κάνει και κάτι άλλο: διαμορφώνει εκ νέου τα βιολογικά/ανατομικά χαρακτηριστικά, το ίδιο το βιολογικό σώμα. Το σώμα στη σύγχρονη φεμινιστική θεωρία, παύει να είναι ένας στιβαρός, υλικός τόπος αλλά μετατρέπεται σε ένα ρευστό τόπο ενδεχομενικότητας. Ένα υλικό το οποίο μπορεί να επαναπροσδιοριστεί από τον καθένα για τον εαυτό του, χωρίς να περιορίζεται από τα ήδη υπάρχοντα ανατομικά ή κοινωνικά διαμορφωμένα χαρακτηριστικά. Η υλική υπόσταση του σώματος μοιάζει να εξαϋλώνεται και να χάνεται μέσα στις πολλαπλές αναπαραστάσεις της[ref]Παρ’ όλ’ αυτά, μια τέτοια ανάγνωση για το σώμα, όπως η θεωρία περί επιτελεστικότητας, δεν είχε σαν στόχο να αποδομήσει το σώμα, αλλά περισσότερο να δομήσει μια γραμμή κριτικής απέναντι στην ετεροσεξουαλικότητα πάνω στην οποία είχε χτιστεί ο φεμινισμός μέχρι τότε. Συγκεκριμένα, σε συνέντευξή της, η Butler αναφέρει το εξής σχετικά με το πρώτο και δημοφιλέστατο βιβλίο της με τίτλο “Αναταραχή Φύλου”, πάνω στο οποίο στηρίχθηκε και η queer θεωρία:

Μία από τις ερμηνείες που έγιναν για το Gender Trouble ήταν η εξής: δεν υπάρχει βιολογικό φύλο (sex), υπάρχει μόνο κοινωνικό φύλο (gender) κι αυτό το τελευταίο είναι επιτελεστικό. Ο κόσμος μετά συνεχίζει και σκέφτεται ότι αν το φύλο είναι επιτελεστικό, θα πρέπει να είναι ελεύθερο με ριζοσπαστικό τρόπο. Και έχει φανεί σε πολλούς ότι η υλικότητα του σώματος έχει γίνει αντικείμενο άγνοιας ή άρνησης ή εγκατάλειψης – ακόμη και αποκήρυξης. (Υπάρχει και μια συμπτωματολογική ανάγνωση αυτού ως σωματοφοβία. Είναι ενδιαφέρον να παθολογικοποιείς το κείμενο κάποιου.) Οπότε, αυτό που μου φάνηκε σημαντικό κατά τη συγγραφή του Bodies that Matter ήταν να επανέλθω στην κατηγορία του βιολογικού φύλου και στο πρόβλημα της υλικότητας και να ρωτήσω πως γίνεται το φύλο το ίδιο να μπορεί να ερμηνευτεί ως νόρμα.

[/ref].

Σύντομη αλλά αναγκαία ματιά προς τα πίσω

Εδώ θα κάνουμε μία παρένθεση.

Οι σύγχρονες φεμινιστικές θεωρίες και ο κοινωνικός κονστρουκτιβισμός[ref]Ο κοινωνικός κονστρουκτιβισμός πρόκειται για ένα σύνολο θεωριών που αναπτύχθηκαν κυρίως τις τελευταίες δεκαετίες του 20ου αιώνα και στάθηκαν κριτικά απέναντι στον μέχρι τότε αδιαμφισβήτητο χαρακτήρα των εμπειρικών δεδομένων, τοποθετώντας τα στο κοινωνικό, πολιτικό και πολιτισμικό τους πλαίσιο. Χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της τάσης είναι η Mary Douglas, Michel Foucault, ο Erving Goffman.[/ref] είναι κομμάτι της μεταμοντέρνας τάσης που προσπάθησε να αποδομήσει αυτό που ονομάστηκε καρτεσιανή θεώρηση για το σώμα. Και αυτή η αντίθεση, όπως όλες, έχει τη δική της ιστορία. Από την εποχή που η θρησκεία έδωσε τα ηνία της ενασχόλησης με το ανθρώπινο σώμα στην επιστήμη, από τότε που ο Καρτέσιος έθεσε τις βάσεις για τη μηχανιστική αντίληψη του σώματος και το διαχωρισμό του από το πνεύμα, από τότε που το σώμα «εκπολιτίστηκε» και οι λειτουργίες του ελέγχθηκαν και κατηγοριοποιήθηκαν, έχει κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι της εσωτερίκευσης των από τα πάνω ιδεολογιών για το «πώς είμαστε φτιαγμένοι».

Ας μην πάμε πολύ πίσω. Την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης, η βιολογία του 19ου αιώνα, συνεχίζοντας την παράδοση της καρτεσιανής σκέψης, εδραιώνει την πλήρη βιολογικοποίηση του σώματος, τη λεγόμενη νατουραλιστική προσέγγιση. Οι κοινωνικές ανισότητες και η πρόσβαση στον πλούτο τα νομικά δικαιώματα και την πολιτική θεωρούνται δεδομένα και παγιωμένα, με βάση τα βιολογικά χαρακτηριστικά των σωμάτων και δε θεωρούνται σε καμία περίπτωση αποτέλεσμα της κοινωνικής θέσης του καθενός. Είναι η εποχή που το σώμα υπάγεται σε διαρκείς μετρήσεις με σκοπό να οριστεί επιστημονικά το φυσιολογικό, ή το παρεκκλίνον, και άρα η σαφής θέση του κάθε υποκειμένου στην ιεραρχία της βιομηχανικής κοινωνίας. Η ιατρική βάζει γερές «αντικειμενικές» βάσεις για να χτιστεί εκ νέου η ανισότητα και η κοινωνική ιεραρχία, αυτή τη φορά με πρόφαση τον επιστημονικό και όχι τον θρησκευτικό λόγο. Από τα γνωστά διαμάντια ιατρικής μεθοδολογίας και απόδειξης είναι τα παραδείγματα κρανιομετρήσεων σε άντρες και γυναίκες, ή σε λευκούς και μαύρους άντρες, με σκοπό να υποστηριχθεί η μειονεξία των δεύτερων με βάση το μέγεθος ή το σχήμα του κρανίου και άρα του εγκεφάλου. Τα γυναικεία κρανία και οι εγκέφαλοί τους βρίσκονται μικρότερα και αυτό συνδέεται με την παθητικότητα και την έλλειψη ενεργητικών εμπειριών. Οι γυναίκες, ιατρικά αποδεδειγμένα, αποτελούν μορφές κατώτερης εξέλιξης σε σχέση με τον πολιτισμένο λευκό άντρα. Αλλά οι αποδείξεις δεν σταματούν εκεί. Η εμμηνόρροια θεωρείται αντιπαραγωγική, οι γυναίκες απειλητικές όσο αυτή διαρκεί, αφού είναι ανίκανες να παίξουν τον καθορισμένο τους ρόλο στην αναπαραγωγή. Η εκπαίδευση και η πνευματική εργασία θεωρούνται υπεύθυνες για τη μείωση της αναπαραγωγικής ικανότητάς τους και για πάσης φύσεως γυναικολογικά προβλήματα, γι’ αυτό και πρέπει να γίνονται με φειδώ ή καθόλου. Με λίγα λόγια, οι άντρες θα εργάζονται και θα συμμετέχουν στην κοινωνική ζωή, και οι γυναίκες θα είναι μητέρες και νοικοκυρές, επειδή γι’ αυτό είναι φτιαγμένες.

Η μέτρηση και η σύγκριση των ανατομικών χαρακτηριστικών σύμφωνα με τα μηχανιστικά πρότυπα της βιομηχανικής εποχής ενέτεινε την ολοένα αυξανόμενη κατάτμησή τους σε επιμέρους εξαρτήματα, την κατηγοριοποίηση και την αντικειμενοποίηση. Το σώμα έγινε κλειστό και αυστηρά ελεγχόμενο, και αυτό αφορούσε όλα τα μέρη τα οποία είχε γίνει δυνατόν να ταξινομηθούν. Η ολότητά του είχε διασπαστεί ολοκληρωτικά, ενώ ταυτόχρονα έπρεπε να χωρέσει στις μεγάλες κατηγορίες της κανονικότητας που με πολύ επιμονή είχε κατασκευάσει η δυτική επιστήμη, με μπροστάρη την ιατρική. Η νατουραλιστική αυτή προσέγγιση για το σώμα, ενισχύθηκε, κυρίως με τη θεωρία του Δαρβίνου για τη φυσική επιλογή, στα μέσα του 19ου αιώνα και με τις θεωρίες των κοινωνιολόγων και των βιολόγων για τα γονίδια. Η ευγονική αλλά και οι σύγχρονες θεωρίες και εφαρμογές της γενετικής έχουν τη βάση τους σε αυτή τη θεώρηση και στην καρτεσιανή καταγωγή της.

Σε αυτό το πρότυπο για τον άνθρωπο ήρθαν να αντιπαραταχθούν οι μεταμοντέρνες θεωρίες, με βασικό το ρεύμα του κοινωνικού κονστρουκτιβισμού, το οποίο, όπως και οι φεμινιστικές θεωρίες, έβαλε το σώμα μέσα στο κοινωνικό του πλαίσιο. Το κοινωνικό σώμα όπως και το κοινωνικό φύλο έγιναν πεδία υπό διαμόρφωση μέσα στα πλαίσια της επικρατούσας κουλτούρα και των θεσμών της. Κομβικό ρόλο σε αυτήν την οπτική, κυρίως προς το τέλος του 20 αιώνα έπαιξε η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών σε σχέση με την ιατρική και τη βιολογία, οι οποίες προσέφεραν ξαφνικά μεγάλες δυνατότητες τροποποίησης των ανατομικών χαρακτηριστικών. Κι έτσι, το καρτεσιανό σώμα έγινε ακόμα μια φορά επίκαιρο, ως μια μηχανή που μπορεί και οφείλει να τροποποιείται και να αναβαθμίζεται, με βάση την επιθυμία. Ένα ατελές απόκτημα, ένα σχέδιο εργασίας.

Μετατροπές και μετατοπίσεις

Επιστρέφοντας σε όσα είπαμε για τις σύγχρονες φεμινιστικές θεωρίες, θα παρατηρήσουμε εδώ μια αντίφαση. Είπαμε ότι η σχετικοποίηση και αποδόμηση του φύλου έρχεται να αποσταθεροποιήσει συνειδητά το καρτεσιανό μοντέλο, κυρίως με τα κινήματα του 70, βάζοντας το ζήτημα του κοινωνικού σώματος και του κοινωνικού φύλου, λέγοντας ότι είναι έμφυλα, ταξικά και φυλετικά προσδιορισμένα, όχι γονιδιακά και βιολογικά προκαθορισμένα. Αυτή η άποψη, την περίοδο που εκφράστηκε εμπεριείχε μια ολόκληρη πολεμική ενάντια στο επιστημονικό κατεστημένο του 19ου αιώνα που όπως είπαμε στήριζε τη βιολογικοποίηση του σώματος και του φύλου, μαζί με τις κοινωνικές συμπεριφορές που τα συνόδευαν. Εμπεριείχε επίσης μια αντίθεση στη βία και τον έλεγχο που επιβαλλόταν στις γυναίκες με την ολοένα αυξανόμενη ιατρικοποίηση και τις τεχνολογίες αναπαραγωγής αλλά και μια γενικευμένη αντίθεση στην έννοια της κανονικότητας και της παρέκκλισης.

Με το πέρασμα στην ώριμη εποχή της κατανάλωσης, από το 80 και μετά -σχεδόν μέχρι σήμερα, οι δυναμικές που είχαν ανοιχθεί με αυτή τη μετατόπιση της οπτικής, αγκαλιάστηκαν και αποικήθηκαν από το εμπόρευμα. Και το ίδιο το σώμα που όντας ρευστό και διαμορφώσιμο άνοιγε αυτές τις δυναμικές, μοιάζει να βρέθηκε δέσμιό τους. Δέσμιο της διαρκούς αλλαγής, δέσμιο της ίδιας του της επιθυμίας για αυτοπροσδιορισμό. Η τεχνολογία εμφανίζεται να προσφέρει όλες αυτές τις γοητευτικές επιλογές τροποποίησης, τις προσωπικές επιλογές παρέμβασης στο κοινωνικό και στο βιολογικό σώμα. Μας φαίνεται εξαιρετικά φυσιολογική αυτή η διαρκής ρευστότητα, αυτή η επιβολή της βούλησής μας (ας κρατήσουμε και μια επιφύλαξη για το «μας»), όμως αυτό δε θα ήταν δυνατό αν δεν είχε ωριμάσει μέσα μας η θεώρηση ότι όντως το σώμα είναι διαχωρισμένο από το πνεύμα, ότι όντως το σώμα είναι μια μηχανή στην οποία μπορούμε να επεμβαίνουμε μέσω της επιστήμης. Το cyborg της Donna Harraway μοιάζει με τον καρτεσιανό άνθρωπο-μηχανή φωτισμένο με τη γοητεία της σύγχρονης τεχνολογίας. Το σύγχρονο σώμα σαν σχέδιο εργασίας, είναι ένα σώμα που παραμένει κομματιασμένο χωρίς να ανασυντίθεται σε μια στιβαρή κανονικότητα, αφού η σύγχρονη κανονικότητα μοιάζει να είναι η ίδια η ρευστότητα. Και τα δίπολα του παρελθόντος, που γίνεται προσπάθεια να ξεπεραστούν επανέρχονται στο προσκήνιο, μέσα από τον Δούρειο Ίππο της δυτικής επιστήμης και της γοητευτικής τεχνολογίας που αυτή παράγει.

Για μια ακόμα φορά ο άνθρωπος κατασκευάζει και ύστερα μετράει τον εαυτό του με τα καινούργια του εργαλεία. Με μια ουσιαστική διαφορά. Η σύγχρονη τεχνολογία, τα σύγχρονα εργαλεία, έχουν αποικίσει τόσο μεγάλα κομμάτια της δημόσιας και ιδιωτικής ζωής, που μοιάζουν να βρίσκονται παντού και πουθενά. Μοιάζουν αόρατα και ταυτόχρονα καθρεφτίζουν διαρκώς τον εαυτό μας και το περιβάλλον μας, σαν να προϋπήρχαν, σαν μια νέα εκδοχή του τι θεωρείται φυσικό. Αυτό που ορίζει σχεδόν τα πάντα, αυτό που βρίσκεται στη ζωή μας και στις πιο απλές ή πιο προσωπικές πρακτικές, μοιάζει εν τέλει αυτονόητο.

Βέβαια, η τεχνολογία και η επιστήμη που τη γεννάει, είναι συστήματα καθόλου αόριστα, καθόλου «φανταστικά». Υπακούν σε κανόνες, πολύ υλικούς και αρκετά προσδιορισμένους. Οι εφαρμογές τους μπορεί να διέπονται από έναν επιφανειακό πλουραλισμό, αναγκαίο χαρακτηριστικό για να εξαπλωθούν σε μια θεαματική κοινωνία, όμως οι ανθρώπινες κατασκευές όπως ξέρουμε έχουν βασικές αρχές, έχουν σχεδιαγράμματα συναρμολόγησης και οδηγίες χρήσης. Το νέο τεχνολογικό παράδειγμα είναι αυτό που διαμορφώνει την καινούρια κανονικότητα, στην οποία προσαρμόζονται τα σώματά μας, και αυτή είναι μια πραγματικότητα που έχει γερούς δεσμούς με το παρελθόν της κυριαρχίας, που πολλές φορές νομίζουμε εύκολα ότι έχουμε ξεπεράσει.

Πιο κάτω θα προσπαθήσουμε να αναγνωρίσουμε τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της κανονικότητας, τα οποία στοιχειοθετούν τις σύγχρονες από-τα-πάνω ιδεολογίες για το σώμα και οριοθετούν το πεδίο της σύγχρονης μορφής καταπίεσης.

Ο καθρέφτης

Πριν πούμε οτιδήποτε σχετικά με την κανονικότητα που προσπαθούμε να περιγράψουμε, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε κάτι βασικό. Σε μια κοινωνία με διάχυτο το σεξισμό αλλά και μέσα από μία επιστήμη παραδοσιακά στην υπηρεσία της κυριαρχίας, η τεχνολογία η οποία παράγεται δεν μπορεί και δεν έχει ουδέτερο πρόσημο. Θεωρούμε λοιπόν ότι είναι, μεταξύ άλλων, έμφυλα προσδιορισμένη και τα χαρακτηριστικά της είναι σαφώς πιο επιθετικά απέναντι στα μη λευκά, μη αντρικά σώματα. Αρκεί κανείς να κοιτάξει για ακόμα μια φορά τον ιατρικό λόγο που παράγεται σχετικά με τα γυναικεία σώματα, καθώς και τις πρακτικές που τον συνοδεύουν για να καταλάβει ξεκάθαρα την αντρική ματιά που βρίσκεται βαθιά φυτεμένη στον πυρήνα της δυτικής επιστήμης[ref]Ο τεχνοφεμινισμός, με κύρια εκφραστή του την κοινωνιολόγο Judy Wajcman, έχει ασκήσει κριτική στον έμφυλο χαρακτήρα της τεχνολογίας λόγω της πατριαρχικής γενεαλογίας της επιστήμης αλλά και λόγω της μειωμένης πρόσβασης των γυναικών στην παραγωγή και την κατανάλωσή της. Παρότι διαφωνούμε σε αρκετά σημεία με τα προτάγματα του τεχνοφεμινισμού, παραθέτουμε το απόσπασμα από το άρθρο της Wajcman με τίτλο “Από τις γυναίκες και την τεχνολογία στην έμφυλη τεχνοεπιστήμη” όπου αναφέρει:

Οι τεχνολογίες έχουν μια αντρική εικόνα, όχι μόνο επειδή κυριαρχούνται από άντρες αλλά επειδή έχουν ενσωματώσει σύμβολα, μεταφορές και αξίες με αρσενικά συνδηλούμενα. Η απροθυμία των γυναικών να μπουν σε αυτόν τον κόσμο έχει να κάνει με τον έμφυλα και στερεοτυπικά προσδιορισμένο ορισμό της τεχνολογίας ως μια δραστηριότητα κατάλληλη για άντρες. Όπως και με την επιστήμη, η ίδια η γλώσσα της τεχνολογίας, ο συμβολισμός της, είναι αρρενωπός. Δεν είναι απλά ζήτημα απόκτησης δεξιοτήτων, γιατί αυτές οι δεξιότητες είναι ενσωματωμένες σε μια αρσενική κουλτούρα η οποία συνορεύει σε μεγάλο εύρος με την κουλτούρα της τεχνολογίας.

[/ref].

_Παραγωγικότητα, ταχύτητα, αναβάθμιση

Από τα πολύ βασικά στοιχεία των νέων τεχνολογιών είναι η έκρηξη της παραγωγικότητας και ο ρυθμός της έντασης τα οποία ακολούθησαν την είσοδό τους τόσο στην εργασία όσο και στην καθημερινότητα. Οι μηχανές μπορούν να βρίσκονται σε μια ατέρμονη λειτουργία, παρουσιάζοντας έναν υψηλό βαθμό πολυπλοκότητας. Από τις βαριές μηχανές με τις λαμαρίνες, τους ατμούς και τα γρανάζια, έχουμε περάσει στις κλειστές αλλά εν μέρει ακόμα προσβάσιμες σε μετατροπές και έχουμε φτάσει στις σύνθετες μηχανές που το εσωτερικό τους και ο τρόπος λειτουργίας τους παραμένει άγνωστος, απρόσιτος στο μέσο χρήστη και φιλικός μόνο σε εξειδικευμένο προσωπικό. Η δυνατότητα διαρκούς αναβάθμισης του κάθε επιμέρους κομματιού τους, του hardware αλλά και του software που το συνοδεύει, είναι μια αυτονόητη διαδικασία. Δεν χρειάζεται να ανακατασκευάσεις ολόκληρη τη μηχανή αλλά το οποιοδήποτε ξεχωριστό κομμάτι της που μπορεί να παρουσιάσει πρόβλημα.

Παρατηρούμε εύκολα πως τα σώματα ακολουθούν αυτά τα πρότυπα. Από τα ΄80s και μετά, με την ταχύτατη ανάπτυξη της ιατρικής επιστήμης, της βιολογίας και των τεχνολογιών γύρω απ’ αυτές, το σώμα συνεχίζει να χάνει οποιοδήποτε στοιχείο της ολότητάς του. Γίνεται αντιληπτό σαν μια σύγχρονη μηχανή, κομματιάζεται σε μέρη, τα οποία οι νέες τεχνολογίες χωριστά μπορούν να ελέγξουν, να εξετάσουν και να αναπλάσουν ή να επισκευάσουν. Ακόμα και στο λεξιλόγιό μας, στο πώς μιλάμε για τον εαυτό μας, έχουν κυριαρχήσει εκφράσεις οι οποίες θυμίζουν τις μηχανές που χρησιμοποιούμε. Δε δίνει εντολή ο εγκέφαλός μου, έκανα restart, χρειάζεσαι update, γέμισε ο σκληρός μου και άλλα πολλά, φανερώνουν το πόσο είναι συνδεδεμένη η αντίληψη που έχει κανείς για τον εαυτό του με τη δομή των εργαλείων που χρησιμοποιεί.

Επιπλέον, το άτομο αισθάνεται υπεύθυνο για το πώς είναι το κάθε ένα απ’ αυτά τα ξεχωριστά του μέρη αφού μπορεί να τα βελτιώσει και αυτό προστάζεται να κάνει. Έτσι παρόλο που φαινομενικά το σώμα έχει απαλλαγεί από την παλιά του δαιμονοποίηση σε σχέση με την καθαρή ψυχή βλέπουμε ένα νέο τρόπο κοινωνικού του ελέγχου μέσω αυτής ακριβώς της κατάτμησής του. Τα σώματα οφείλουν να είναι τέλεια και ομοιόμορφα, εσωτερικεύοντας τα εντατικοποιημένα πρότυπα, όπως αυτό του τέλειου μοντέλου ή του υπεραθλητή. Οποιοσδήποτε ξεφεύγει απ’ αυτό είναι κοινωνικά δακτυλοδεικτούμενος και με λίγη φαντασία θα μπορούσαμε να πούμε οι φυσικές του λειτουργίες φτάνει να θεωρούνται αφύσικες. Η διαρκής αναβάθμιση της λειτουργικότητας και της εμφάνισης γίνεται καθημερινό μέλημα. Ιατρικές επεμβάσεις, χημικές μέθοδοι διατήρησης της παραγωγικότητας στην εργασία και συνεχείς εξετάσεις είναι πλέον μια ρουτίνα. Τα σώματα ντοπάρονται προκειμένου να συνεχίζουν την ατέρμονη παραγωγή, την ατέρμονη λειτουργία τους. Σε μια κοινωνία με διάχυτα τα σεξιστικά χαρακτηριστικά αυτή η κατάτμηση των σωμάτων, η μηχανοποίησή τους δε θα μπορούσε να μην επηρεάζει με διαφορετικό τρόπο και με ένα παραπάνω βάρος τα γυναικεία σώματα και τα σώματα με σεξουαλικότητα διαφορετική της αντρικής.

Αυτό φαίνεται πολύ καθαρά αν κοιτάξουμε τους τρόπους με τους οποίους η ιατρικοποίηση και ο υγειινισμός έγιναν αναπόσπαστα κομμάτια της καθημερινότητας. Το κάθε άτομο πρέπει να είναι υπεύθυνο για την εμφάνιση και την υγεία του προκειμένου και να είναι πιο ελεγχόμενο, συμβατό με τα κοινωνικά πλαίσια και παραγωγικό. Στα πλαίσια αυτού υπάρχουν διάφοροι κλάδοι της ιατρικής οι οποίοι είναι αμιγώς ή κατά βάση γυναικείοι όπως πχ. αυτός της γυναικολογίας. Παρότι τα αφροδίσια είναι νοσήματα που δε γνωρίζουν φύλο, οι γυναίκες είναι αυτές που είναι υποχρεωμένες να υπόκεινται σε τακτικό έλεγχο ο οποίος ξεκινά με την έναρξη της σεξουαλικής τους ζωής και δεν τελειώνει ποτέ. Σχετικά με τέτοια ζητήματα, οι γυναίκες αφήνονται στις συστάσεις των ειδικών και παράλληλα δημιουργείται φοβερή άγνοια σε σχέση με το τι μπορεί να συμβαίνει μέσα στα σώματά τους, μια παραφιλολογία η οποία έχει ως μόνο σκοπό την τρομοκράτηση και την ένταξη σε ότι θεωρείται επιστημονικά σωστό και φυσιολογικό. Επιπλέον γύρω από την ιατρική έχουν αναπτυχθεί και οι διάφοροι φαρμακευτικοί κλάδοι κατανάλωσης. Για παράδειγμα, εδώ και χρόνια οι γυναικολόγοι συνταγογραφούν ακόμα και σε μικρά κορίτσια αντισυλληπτικά χάπια για όλους τους λόγους. Κι ενώ το αντισυλληπτικό χάπι στα 70s θεωρήθηκε νίκη του γυναικείου κινήματος και όχημα ορισμού των σωμάτων από τις ίδιες τις γυναίκες, στη νέα εντατική κανονικότητα της μηχανής έρχεται να γίνει το εργαλείο των γιατρών για να ρυθμίζουν την εγκυμοσύνη, τις ορμόνες και να κρατούν το γυναικείο σώμα σε σταθερή παραγωγικότητα[ref]Σημαντικό είναι εδώ να αναφερθεί το ζήτημα των τεχνητών και εξωσωματικών κυήσεων. Κάθε γυναίκα στην εργασιακή της ζωή θα ακούσει από τα αφεντικά της το πόσο πρόβλημα είναι η εγκυμοσύνη, μιας και τους μήνες αυτούς, τις μέρες γύρω από τον τοκετό και τις μέρες της ανάρρωσης, γίνεται φοβερά αντιπαραγωγική. Μη προσλήψεις σε θέσεις εργασίας προληπτικά (γιατί μπορεί να μείνει έγκυος και τότε πώς θα καλυφθεί το κενό που θα αφήσει;), υποτιμητικά σχόλια και αδιάκριτες ερωτήσεις όπως το ‘είσαι παντρεμένη’ και το ΄σκοπεύεις να αποκτήσεις παιδιά;’ αλλά και απολύσεις κατά τη διάρκεια ή αμέσως μετά από την εγκυμοσύνη ήταν και εξακολουθεί να είναι η αντιμετώπιση των γυναικών στους χώρους εργασίας. Πάλι βλέπουμε πώς αντιστρέφεται για χάριν της εντατικοποίησης της εργασίας, το προβοκατόρικο πρόταγμα ενός κομματιού του ριζοσπαστικού φεμινιστικού κινήματος στα 60s, το οποίο αρνούνταν να επιτελέσει το ρόλο της αναπαραγωγικής μηχανής και είκαζε πως η τεχνολογία της αναπαραγωγής μέσα από τεχνητές μήτρες θα μπορούσε να ελαφρύνει τη γυναίκα από το κοινωνικό βάρος του φύλου της. Πέραν του πόσο τρομακτική μπορεί να μοιάζει μια κοινωνία matrix, το να γεννιούνται άνθρωποι μέσα από μηχανές δε φαίνεται να μελετάται επιστημονικά στις μέρες μας για να ξεπεραστούν οι ανισότητες των δύο φύλων, αλλά μάλλον για να φύγει ο έλεγχος της αναπαραγωγής από τα χέρια των γυναικών αλλά και για να μπορούν να δουλεύουν ασταμάτητα, χωρίς ανεπιθύμητες διακοπές. Το πώς αυτό μετατράπηκε σε εμπόρευμα οδηγώντας στο παράδειγμα των παρένθετων μητέρων είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα. Πόσο εύκολο και συμφέρον γίνεται στην υπάρχουσα κουλτούρα, το να μην μπεις σε εξελιγμένες και ακριβές πειραματικές διαδικασίες για να αναπτύξεις τέτοιες τεχνολογίες και απλά να πληρώνεις εξαθλιωμένα κομμάτια της εργατικής τάξης προκειμένου κάνουν τη δουλειά (στην προκειμένη το παιδί σου);[/ref].

_Κατανάλωση, επιθυμία, φετιχισμός.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό που θα δούμε, είναι η σχέση της επιθυμίας και της κατανάλωσης, με τη φετιχοποίηση των νέων μηχανών και την αναπαράστασή τους στα ανθρώπινα σώματα. Οι νέες μηχανές ως εμπόρευμα έχουν γίνει αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής, από τον όποιο χώρο εργασίας μέχρι την επικοινωνία παντού γύρω. Η επιθυμία είναι το νόμισμα αυτής της αγοράς. Είναι αυτή που καταδυναστεύει τα σώματα, η ενοχοποιημένη και ταυτόχρονα θεοποιημένη επιθυμία που διαρκώς πρέπει να ικανοποιείται. Οι νέες μηχανές, κάνουν αυτή τη δουλειά, συμμετέχουν στον αέναο κύκλο παραγωγής και κάλυψης νέων επιθυμιών, είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το χτίσιμο της ταυτότητας του ατόμου, γι’ αυτό και έχουν τόσο μεγάλη επίδραση, σε υλικό και συναισθηματικό επίπεδο. Γι’ αυτό και βρίσκονται στη θέση του ιδεατού, αλλά και μέσα στην αντίφαση του πρόσκαιρου. Διαρκώς νέες, διαρκώς καταναλούμενες και έτοιμες για αντικατάσταση. Τη μία στιγμή επιθυμητές, την επόμενη ξεπερασμένες.

Τα πρότυπα σχεδιασμού και λειτουργίας αυτών των μηχανών είναι που αναπόφευκτα διαμορφώνουν τη δική τους επικρατούσα αισθητική. Μια αισθητική του αψεγάδιαστου, του άφθαρτου, του τέλειου, της τυποποίησης και της αποστείρωσης, του απλού και του απαλού, της αέναης νεότητας. Όπως γράφει και η Haraway «Καθαρά κι ελαφριά που είναι τα νέα μηχανήματα! Οι μηχανικοί τους είναι οι μύστες του ηλίου που μεσολαβούν για μια νέα επιστημονική επανάσταση συνδεδεμένη με το νυχτερινό όνειρο της μεταβιομηχανικής κοινωνίας.» Η αισθητική της καθαρότητας των μηχανών, είναι απόλυτα συμβατή με τον μικρό χρόνο ζωής τους. Τα περιβάλλοντα που διαμορφώνουν είναι αντίστοιχα, τυποποιημένα ή φανταχτερά, έχουν σίγουρα κρύψει τη λειτουργικότητα κάτω από τη μίνιμαλ επιφάνεια, για χάριν της ελάχιστης ανθρώπινης παρέμβασης και της μέγιστης αυτοματοποίησης.

Τα σώματα μπαίνουν στη διαδικασία να ταιριάξουν στα νέα περιβάλλοντα που διαμορφώνονται βάσει αυτής της αισθητικής. Κανείς δεν μπορεί να φανταστεί μια γιαγιά σε ένα χωριό να χαϊδεύει το iphone της χωρίς να γελάσει. Το ανθρώπινο φαίνεται ανεπαρκές μπροστά στην τελειότητα των νέων “έξυπνων” υλικών και των απαλών επιφανειών. Όσο πιο εξελιγμένη είναι η συσκευή τόσο πιο εκσυγχρονισμένος οφείλει να είναι και ο χρήστης. Η συνεχής άσκηση και οι δίαιτες προκειμένου το κάθε ξεχωριστό πια κομμάτι να αγγίζει το τέλειο όπως και η επένδυση σε ρούχα και καλλυντικά -κυρίως για τις γυναίκες- προκειμένου να είναι μοντέρνες και συμβατές είναι τέτοια παραδείγματα. Μην ξεχνάμε ότι στη σύγχρονη κοινωνία, η γυναίκα δεν έπαψε ποτέ να είναι το αντικείμενο θέασης. Αυτή που πρέπει να είναι αψεγάδιαστη, όμορφη και θελκτική στο μάτι του άντρα, ο οποίος μπορεί να επηρεάζεται επίσης από τη βιομηχανία κατανάλωσης σε σχέση με την εμφάνιση, αλλά παραμένει πιστά το ενεργητικό υποκείμενο. Η πλαστική χειρουργική, οι επεμβάσεις ομορφιάς ανήκουν στις έμφυλα προσδιορισμένες πρακτικές που συνεισφέρουν στη διόγκωση αυτής της ανισότητας. Σαν γυναίκα οφείλεις να ανακατασκευάσεις το κάθε ξεχωριστό σημείο του σώματός σου, να το κάνεις τέλειο. Το τέλειο στήθος, ο τέλειος κώλος, η τέλεια μύτη κ.ο.κ. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε το γεγονός ότι οι περισσότερες πλαστικές είναι αυτές του στήθους.

Φυσικά οφείλεις να είσαι και νέα. Το γερασμένο σώμα είναι πρόβλημα, μοιάζει με το χτύπημα στην ευαίσθητη lcd οθόνη, με το ξέφτισμα της σατινέ επιφάνειας του λάπτοπ. Τα σημάδια του χρόνου και της φθοράς δημιουργούν αποστροφή και φόβο, το φόβο του παραγκωνισμού, της αντικατάστασης από το καινούργιο. Όποια γυναίκα έχει την οικονομική άνεση, με τις πρώτες ρυτίδες ξεκινάει τις πρώτες ενέσεις botox και το lifting, προσπαθώντας έστω να αναβαθμίσει το σωματικό της κεφάλαιο. Πλαστικά, αψεγάδιαστα πρόσωπα και σώματα θεωρούνται φυσιολογικά και φυσικά σώματα με αποτυπωμένες τις επιλογές, τις απολαύσεις και τις δυσκολίες τους, είναι εκτός του κανονικού και του κοινωνικά συμβατού.

_Διαδίκτυο, αναπαράσταση, κόσμοι σε σύνδεση

Σαν τελευταίο χαρακτηριστικό ασχοληθήκαμε με το ζήτημα του διαδικτύου, των social media και της ψηφιοποίησης. Οι νέες μηχανές είναι συνδεδεμένες με έναν κόσμο παράλληλο και υποτιθέμενα άυλο και η ένωση του ατόμου και του πραγματικού κόσμου με αυτόν, γίνεται μέσω της ψηφιοποίησης. Το άτομο συνδεδεμένο επί μονίμου βάσεως με αυτήν την παράλληλη πραγματικότητα έχει την ψευδαίσθηση της απαλλαγής απ’ το υλικό του σώμα. Δίνεται για πρώτη φορά με τόση ευκολία η δυνατότητα των πολλαπλών προσωπικοτήτων ή αλλιώς η διαμόρφωση της προσωπικότητας κατ’ επιλογή. Μέσα στα social media δημιουργείται η λανθασμένη εντύπωση πως υπάρχει η δυνατότητα απαλλαγής απ’ το σώμα και τα φυσικά χαρακτηριστικά. Από το φύλο, το βάρος την ηλικία και την εμφάνιση ή από τη μιζέρια της καθημερινής ζωής. Αρκεί και μόνο η αίσθηση του ότι, ακόμα και αν στον πραγματικό χώρο και χρόνο δεν καταφέρει το άτομο να μεταμορφωθεί στο τέλειο, όπως το περιγράψαμε παραπάνω, υπάρχει εύκαιρη η λύση μιας πραγματικότητας την οποία μπορείς να ανακατασκευάσεις ξανά και ξανά. Και εύκολα το άτομο ξεχνάει πως πληκτρολογεί, βλέπει, δέχεται και εκφράζει σχόλια, βιώνει με τα πραγματικά του δάχτυλα, τα πραγματικά του μάτια, τα πραγματικά του συναισθήματα, εντέλει το υλικότατό του σώμα. Το άτομο τη στιγμή που χρησιμοποιεί το διαδίκτυο το βιώνει σα να είναι μέσα σε αυτό ψυχή τε και σώματι, σα να βρίσκεται όντως εκεί. Και όσο οι τεχνολογίες προσομοίωσης αναπτύσσονται, αυτή η αίσθηση γίνεται όλο και πιο έντονη. Για ακόμα μια φορά εμφανίζεται στιβαρός ο διαχωρισμός ανάμεσα στο πνεύμα, το οποίο αποκτά και πάλι την υπερφυσική/ μεταφυσική του αξία και το σώμα, το οποίο ως μεμπτό παραμένει δέσμιο του υλικού κόσμου.

Επιπλέον τα όρια μεταξύ προσωπικού και δημόσιου εξαλείφονται. Οι διαρκώς συνδεδεμένες μηχανές και τα διαρκώς συνδεδεμένα σώματα, είναι διάτρητα, είναι διαρκώς εκτεθειμένα. Οι πληροφορίες είναι εκεί για να τις μοιράζεσαι και ο ψηφιακός εαυτός είναι εκεί για να αλληλοεπιδρά. Η έννοια της σιωπής ή της απουσίας δεν υφίσταται. Όντας οι γυναίκες τα κατεξοχήν αντικείμενα θέασης όπως αναφέραμε και παραπάνω, βρίσκονται σε ακόμα πιο δυσχερή θέση μέσα στο διαδίκτυο, ένα πεδίο όπου το βλέμμα είναι ο βασικός διαχειριστής της αξίας . Κατ’ αρχάς, γιατί καλούνται διαρκώς να φαίνονται, να επιτελούν το ρόλο της διαθέσιμης και της έτοιμης για κοινωνικοποίηση. Είναι σχεδόν υποχρεωμένες να δημοσιοποιούν το πώς πέρασαν το προηγούμενο βράδυ, το τι κάνουν τη στιγμή εκείνη αλλά και το πώς νοιώθουν -πάντα με τη συνοδεία του αντίστοιχου emoticοn. Στα προσωπικά προφίλ ανεβαίνουν φωτογραφίες οι οποίες είναι “οι πετυχημένες”, σε φανταχτερά μέρη διασκέδασης, τραβηγμένες από τη σωστή γωνία για να μοιάζουν πιο θηλυκές, για να ταιριάζουν στο γυναικείο πρότυπο ομορφιάς. Και αν κάτι δεν πάει καλά, υπάρχει το photoshop, το οποίο έχει μετατραπεί σε εργαλείο ευρείας χρήσης.

Όπως είχαμε αναφέρει και στην προηγούμενη εκδήλωση, στις αρχές των 90s ο χώρος του διαδικτύου θεωρήθηκε ντε φάκτο απελευθερωτικός και φιλικός προς το φεμινιστικό κίνημα, όντας ακόμα στις αρχές του. Οι κυβερνοφεμινίστριες υποστήριξαν με μεγάλο ενθουσιασμό ότι λόγω της ανωνυμίας και της αορατότητας του φύλου ή της φυλής, μπορούν να ξεπεραστούν οι σεξιστικές διακρίσεις και τα προβλήματα που μια γυναίκα λόγω του φύλου της αντιμετωπίζει καθημερινά. Δεν μπορούμε να αμφισβητήσουμε το ότι αυτή η ελευθερία επιλογής προσωπικότητας τόσο στα social media όσο και στα video games έδωσε σε πολλούς το περιθώριο πειραματισμού πάνω σε queer ή και γυναικεία πρότυπα, όπως και τη δυνατότητα δημιουργίας ασφαλών χώρων έκφρασης και ανταλλαγής απόψεων. Όμως δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός του ότι τα πρότυπα που επικράτησαν δεν είναι αυτά των πραγματικών γυναικών με ατέλειες αλλά το πρότυπο της γυναίκας τύπου Lara Croft και της σέξι γυναίκας cyborg αφού όπως έχουμε πει, τα πρότυπα που υπάρχουν στις κοινωνίες αναπαρίστανται μέσα στα βιντεοπαιχνίδια και εν γένει στον ψηφιακό κόσμο. Όπως επίσης δεν μπορούμε να παραβλέψουμε το γεγονός ότι αυτή η ανωνυμία λειτουργεί και τούμπαλιν, θυμούμενες το τι συνέβη στις γυναίκες που προσπάθησαν να αναδείξουν αυτό το ζήτημα σε μια καθόλου μακρινή εποχή. Το 2011-2012, η Annita Sarkeesian, καναδή φεμινίστρια και η Zoe Quinn, game developer, με τη δημοσιοποίηση κάποιων βίντεο και τη δημιουργία ενός παιχνιδιού έθιξαν το ζήτημα του σεξισμού στα video games με αποτέλεσμα να δεχτούν επιθέσεις μέσα από το ίντερνετ, ενάντια της πραγματικής και ψηφιακής της ζωής. Τα τηλέφωνά τους και οι διευθύνσεις του διέρρευσαν μέσα στα δίκτυα, τα προφίλ τους παραβιάστηκαν και κλάπηκαν προσωπικά βίντεο, ακολούθησαν απειλές σωματικής βίας, βιασμού και απειλές κατά της ζωής τους. Κάπως έτσι, ωμά και απαράλλακτα, έγινε ξεκάθαρο το ποια οφείλει να είναι η θέση της γυναίκας στο ίντερνετ και ποιο είναι το διαδικτυακό της πρότυπο που θα κυριαρχεί.

_Συνοψίζοντας

Αυτή είναι η νέα κανονικότητα που διαμορφώνεται. Σώματα μηχανοποιημένα, ντοπαρισμένα, κατακερματισμένα. Σώματα που πασχίζουν να ακολουθήσουν τους παραγωγικούς ρυθμούς της μηχανής, που εξαντλούνται από την προσπάθεια και ταυτόχρονα αγωνιούν να παραμείνουν νέα. Που ενοχοποιούν και θεοποιούν τις επιθυμίες τους, αυτοελέγχονται, φοβούνται να βιώσουν τα πάνω κάτω της ζωής γιατί έχουν μάθει να διατηρούν σταθερές τις μετρήσεις τους. Σταθερή διάθεση, σταθερές τιμές των εξετάσεων, σταθερή κοινωνικότητα, σταθερή απόδοση. Που καλύπτουν το αδύνατο αυτής της επιδίωξης μπαίνοντας σε παράλληλους, ψηφιακούς κόσμους όπου μπορούν να φαίνονται όπως θέλουν, όπου θέλουν αυτό που φαίνεται σωστό, όπου κανένας δε γερνάει και κανένας δεν πεθαίνει.

Αυτή είναι η νέα κανονικότητα, που μεγάλο της κομμάτι παραμένει ακόμα αχαρτογράφητο. Και είναι πολύ σημαντικό για μας να την αναγνωρίσουμε και να καταλάβουμε πώς λειτουργεί, αν δε θέλουμε να γίνουμε ακόμα μια ταυτότητα προς κατανάλωση σε αυτόν τον τόσο θεαματικό κόσμο. Και αν θέλουμε να προστατέψουμε τα σώματά μας, ως γυναίκες και ως εργάτριες, και ως περίεργοι/ες που μετράνε στα σοβαρά την υλικότητά τους, εκτιμάνε τα σώματά τους και μαθαίνουν να τα προστατεύουν από ύπουλες μεσολαβήσεις και από φανταχτερές ψευδαισθήσεις. Το πώς γίνεται αυτό έχει τόσες απαντήσεις όσες και οι ατομικές και συλλογικές μάχες που δίνονται καθημερινά. Κι εμείς έχουμε κάνει κάποιες πρώτες σκέψεις προς αυτής την κατεύθυνση, επηρεασμένες από τα βιώματά μας ως γυναίκες και από την ταξική μας μνήμη.

Μερικά βασικά σχόλια για το παρόν / Αρκετά φαντάσματα από το παρελθόν

_Το να μιλάς από το περιθώριο

Στον αψεγάδιαστο και αποδοτικότατο αυτό κόσμο του νέου τεχνολογικού παραδείγματος -όπως έχουμε υποστηρίξει αρκετές φορές στο παρελθόν ως συνέλευση- ο άνθρωπος με το ατελές και φθαρτό του σώμα χρίζεται μοναδικός παραγωγός και διαχειριστής της μνήμης. Είναι μια τελεία μέσα στο χώρο και στο χρόνο που, θέλοντας και μη, λειτουργεί ως δέκτης και πομπός πληροφοριών. Ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε και υπερασπιζόμαστε το σώμα μας στο πλαίσιο της σύγχρονης βιοεξουσίας καθορίζεται από αυτό που λέγεται ταξική μνήμη, συνείδηση και γνώση εντοπισμένη, τοποθετημένη και σωματοποιημένη. Όση σαγήνη κι αν περιλαμβάνουν οι θεωρίες περί ανθρώπων-cyborg ή η λογική συνεχούς αναβάθμισης/τροποποίησης του ανθρώπινου σώματος, αυτή ακριβώς η κινούμενη σκέψη είναι το βασικό εργαλείο της κριτικής για την υπεράσπιση του σώματος και για τη διεκδίκηση των σημερινών θέσεων μάχης. Στα πλαίσια λοιπόν αυτής φαίνεται ότι υπάρχουν δύο οπτικές της γενικευμένης και βίαιης επιβολής στα σώματα. Από τη μία αυτή η νέα κανονικότητα που περιγράψαμε κι από την άλλη η αθέατη πλευρά της σύγχρονης καταπίεσης, η οποία μοιάζει να ανήκει στο παρελθόν ως κάτι το ξεπερασμένο. Μιλώντας για τις έμφυλες σχέσεις είναι αδύνατο κανείς να μη λαμβάνει υπόψη πως λειτουργεί ο κόσμος των εμπορευμάτων, ένας κόσμος που δομείται και θρέφεται από ταξικούς και κοινωνικούς διαχωρισμούς. Το φύλο από μόνο του επομένως αποδεικνύεται ανεπαρκές εργαλείο κατανόησης, καθώς τα σώματα μας υφίστανται καθημερινά μια σύνθεση διαφορετικών μορφών καταπίεσης φυλετικής, κοινωνικής, θρησκευτικής. Έχει λοιπόν σημασία για μας το να αποφύγουμε την όποια βολονταριστική αφήγηση εντός της πρωτοκοσμικής γυάλας και να ανασυνθέσουμε τα κατακερματισμένα κομμάτια της τάξης μας, ειδικά όταν μιλάμε για την υπεράσπιση των σωμάτων μας.

Το να μιλάμε σαν γυναίκες στο περιθώριο της από τα πάνω παγιωμένης κουλτούρας, το να κοιτάμε έξω από την οποιαδήποτε προνομιακή ταυτότητα, δεν προκύπτει μόνο ως βιωματική εμπειρία αλλά αποτελεί ταυτόχρονα πεδίο επιλογής, όχι για λόγους αδυναμίας ή θυματοποίησης, αλλά για λόγους συνείδησης της τάξης μας. Το να αντιλαμβανόμαστε ποιοι/ες τραβάνε τα ίδια ζόρια, στην οικογένεια, το σχολείο, τη δουλειά, το δρόμο, μας κάνει να βλέπουμε πιο μακριά από το τώρα και το “εγώ”, να βλέπουμε το “εμείς» μέσα σε αυτήν τη φαινομενικά δυσνόητη πραγματικότητα των νέων τεχνολογιών που φαντάζει σαν κόσμος δύο ταχυτήτων.

_Ο αγώνας για ισότητα στην εκμετάλλευση

Ξεκινήσαμε τη σημερινή κουβέντα από το γεγονός ότι η πιο επισταμένη χρήση και αφομοίωση των νέων μέσων από τις γυναίκες -όπως υποστήριζαν οι θεωρητικές εκπρόσωποι του άυλου φεμινισμού- μόνο την απελευθέρωση και επίτευξη ισότητας δεν κατάφερε.

Αντίθετα ήταν και παραμένει μακριά από τον υλικό κόσμο και τα ίδια τα σώματά μας γιατί προσιδιάζει σε αυτό που η Silvia Federici και ο George Caffentzis περιγράφουν ως καπιταλιστική ουτοπία: “έναν κόσμο με δουλειά χωρίς μισθό, όπου εργασία και καταπίεση αποτελούν ανταμοιβή από μόνες τους”. Βέβαια, αρκεί να μιλάει κανείς από μια προνομιούχο θέση για να μην αντιλαμβάνεται ότι αυτή η αποδόμηση του σώματος, του παρελθόντος και των ταξικών χαρακτηριστικών εξυπηρετεί απλώς έναν εκσυγχρονισμό της εργατικής τάξης που προσφέρεται συνεχώς φρέσκια για εκμετάλλευση. Και η συνθήκη αυτή κρύβει πολύ μεγαλύτερη ένταση και βία απ’ όση μπορεί κανείς να καταλάβει από τα λογικά άλματα και κενά των τεχνολατρικών φαντασιώσεων. Με λίγα λόγια, οι ίσες ευκαιρίες μέσα από την εξοικείωση με τα νέα μέσα, πολύ συχνά, δεν είναι παρά άνισα δικαιώματα σε ένα κόσμο ταξικής ανισότητας.

_Η μία πλευρά γυναικείας υποτίμησης στο νέο τεχνολογικό παράδειγμα

Από τις μηχανές πολέμου και τις θερμικές κάμερες των συνόρων μέχρι τα social media, οι νέες τεχνολογίες δεν πρόκειται πότε να είναι ουδέτερες αλλά έμφυλα και ταξικά προσδιορισμένες. Τόσο ο μεταφορντισμός όσο και οι κυβερνοτεχνολογίες κι αντίστοιχα οι μεταβολές στις έμφυλες σχέσεις δεν αποτελούν διαχωρισμό από τη σχέση εργασία-κεφάλαιο αλλά επέκταση και παράγωγο ταξικών σχέσεων που στηρίζονται στη μεθοδευμένη υποτίμηση του προλεταριάτου. Με χίλιους τρόπους τα σώματά μας μέσα στο νέο τεχνολογικό παράδειγμα βρίσκονται στο στόχαστρο. Οι νέες μηχανές στην υπηρεσία του εμπορεύματος, είναι το πρότυπο παραγωγικότητας, τελειότητας, λειτουργικότητας. Για όσους/ες έχουν πρόσβαση σε αυτές αυτή είναι η νέα ανάγκη του κεφαλαίου στην οποία επιβάλλεται όχι μόνο να προσαρμοστούν και να υπακούσουν αλλά και να αγαπήσουν.

Ο πόλεμος ενάντια στο γραπτό και οπτικοακουστικό εργοστάσιο μνήμης, ενάντια στις κοινωνικές σχέσεις αναπαραγωγής και κυκλοφορίας για μια άλλη μνήμη είναι μια διαδικασία εξαιρετικά αποφασιστική.

έγραφε ο Renato Curcio στα 80’s. Μέρος αυτού πολέμου για την υπεράσπισης αυτής της “άλλης μνήμης”, της προλεταριακής στο σήμερα είναι με λίγα λόγια η κριτική και η διαλεκτική διαχείριση των νέων μέσων. Το πρότυπο της γυναίκας cyborg, τόσο με τη φανταστική περιγραφή της Χάραγουει αλλά με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε πιο πάνω αποτελεί ένα νέο κοσμοείδωλο που έχει έρθει για να απορρίψει τις οδυνηρές εντάσεις και ατέλειες του υλικού κόσμου. Αυτή είναι η σύγχρονη βαρβαρότητα με τα διάφορα πρόσωπα και προσωπεία της, προσανατολισμένη στο μελλοντικό τεχνολογικό/ πολιτισμικό όραμα με την οποία είμαστε αντιμέτωπες.

_Οι αόρατες αυτής της κοινωνίας

Από την άλλη πλευρά, ο σεξισμός και η έμφυλη βία συνεχίζουν να υπάρχουν στον υλικό κόσμο με την παραδοσιακή τους μορφή. Δε γίνεται με κανένα τρόπο να μιλάμε για το νέο αυτό παράδειγμα κοινωνικών, ταξικών και έμφυλων καταναγκασμών και να μη συμπεριλαμβάνουμε εκείνα τα κομμάτια της τάξης μας που συνεχίζουν να υποτιμώνται με την ίδια ένταση και ωμότητα. Γιατί όσο θεωρούμε το σεξισμό και την αντικειμενοποίηση των γυναικείων σωμάτων ως κάτι ξεπερασμένο, τόσο αυτή η υποτίμηση θα συνεχίσει να παραμένει αόρατη και το ίδιο παραγωγική για τα αφεντικά. Γιατί η επέλαση της τεχνολογίας στα σώματά μας όπως περιγράφηκε, αφορά σε ένα τεχνολογικό άλμα -συνυφασμένο με το αντίστοιχο βιοτικό επίπεδο-που στηρίζεται στις πλάτες κάποιων “άλλων” γυναικών εργατριών που έχουν σάρκα και οστά και μνήμη, τόσο καλά χαραγμένη πάνω τους, που δεν τους επιτρέπει την αποδόμηση του σώματος και της ιστορίας του. Αυτή η μνήμη είναι να ξέρεις τι θα πει καταπίεση σε κάθε πτυχή της καθημερινότητας. Να αντιμετωπίζεις μισογύνικα σχόλια στο δρόμο, να καλλωπίζεσαι και να ντύνεσαι θηλυκά όχι όμως πρόστυχα για να μην προκαλείς, να είσαι στη δουλειά σου παραγωγική σαν ρομπότ μα συνάμα σεξουαλικά διαθέσιμη. Είναι να σερβίρεις με το χαμόγελο που καλύπτει την απέχθεια, να αποφεύγεις χαριτωμένα τα σιχαμερά αντρικά βλέμματα και σχόλια, να μένεις άνεργη εξαιτίας εγκυμοσύνης ή εξαιτίας των σεξουαλικών σου προτιμήσεων, να βλέπεις λόγω της εργασίας σου τα άκρα, το πρόσωπο και τη διάπλαση του σώματός σου με τον καιρό να αλλάζουν. Να μισείς το σώμα σου γιατί το κοιτάς με τα μάτια των άλλων, σαν θέαμα, αντικείμενο, κατακερματισμένη μηχανή ή σαν παρέκκλιση.

Έχει σημασία, όταν μιλάμε για το φύλο, να συμπεριλαμβάνουμε και τις γυναίκες αυτές που δεν έχουν πρόσβαση στον μαγικό κόσμο των νέων τεχνολογικών μέσων. Αυτή η σκόπιμα αθέατη και υποτιμημένη πλευρά της κοινωνίας σε περιόδους κρίσης, μείωσης της κατανάλωσης και διαφορετικής οργάνωσης της εργασίας σε παγκόσμια κλίμακα, αναλαμβάνει τους πατροπαράδοτους ρόλους (σύζυγος-μητέρα-νοικοκυρά) του πατριαρχικού μοντέλου[ref]Η Bell Hooks, Στο βιβλίο της “Feminism is for everybody” γράφει για την εποχή μετά τα 70’s:

Καθώς οι προνομιούχες γυναίκες αποκτούσαν μεγαλύτερη πρόσβαση στην οικονομική δύναμη των αντρών της τάξης τους οι φεμινιστικές συζητήσεις για την τάξη δεν ήταν πια συνηθισμένες. Αντί γι’ αυτό οι γυναίκες ενθαρρύνονταν να βλέπουν τα οικονομικά οφέλη των εύπορων γυναικών ως θετικό σημάδι για όλες τις γυναίκες. Στην πραγματικότητα αυτά τα οφέλη σπάνια άλλαζαν τη ζωή των φτωχών γυναικών και των γυναικών της εργατικής τάξης. Και μια που οι προνομιούχοι άντρες δεν έγιναν ισότιμοι στη φροντίδα του νοικοκυριού, η ελευθερία των γυναικών της προνομιούχας τάξης όλων των φυλών χρειάστηκε την ενισχυμένη υποταγή των γυναικών της εργατικής τάξης και των φτωχών γυναικών. Τη δεκαετία του ’90 η συνεργασία με την υπάρχουσα κοινωνική δομή ήταν το τίμημα για την «απελευθέρωση των γυναικών». Τελικά η ταξική δύναμη αποδείχτηκε πολύ πιο σημαντική από το φεμινισμό. Και αυτή η συνεργασία βοήθησε στην αποσταθεροποίηση του φεμινιστικού κινήματος.

[/ref]. Οι αντιθέσεις γύρω από “την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης”, όπως το έθεταν οι Ιταλίδες αυτόνομες φεμινίστριες (που οι ορθόδοξοι μαρξιστές αγνοούσαν και σε μεγάλο βαθμό αγνοούν ακόμα) συνεχίζουν να υπάρχουν. Με βάση δε την κατάτμηση εργασίας στα δυτικά κράτη, τους ρόλους αυτούς ήρθαν να αναλάβουν σε μεγάλο βαθμό οι “αόρατες” μετανάστριες-εργάτριες. Η φροντίδα των παιδιών και των ηλικιωμένων, η οικιακή εργασία, η σεξουαλική ικανοποίηση δεν έγιναν διακύβευμα μοιράσματος και ισότητας όπως απαιτούσαν τα κινήματα των ’60s και των ’70s. Αντίθετα έγιναν τυπικοί θεσμοί μεταφυσικού συντάγματος, έγιναν εμπορεύματα και οι πιο υποτιμημένες γυναίκες προλετάριες, από τους τομείς παραγωγής των νέων τεχνολογικών gadgets μέχρι το trafficking στην ελληνική επικράτεια και τις παρένθετες μητέρες του τρίτου κόσμου που νοικιάζουν τις μήτρες τους στις πρωτοκοσμικές, συνιστούν το υποτιμημένο κομμάτι της τάξης μας, που καλείται να καλύψει τις ανάγκες αυτές του δυτικού, πολιτισμένου και τεχνολογικά εξελιγμένου πρώτου κόσμου.

_Θέσεις μάχης στο σήμερα

Αυτό είναι το πιο υλικό παράδειγμα της ταξικής και έμφυλης υποτίμησης στο σήμερα που σε συνδυασμό με το επιβεβλημένο πρότυπο της γυναίκας cyborg ορίζουν την πραγματικότητα των δύο ταχυτήτων που περιγράψαμε σε αυτήν την εκδήλωση. Είτε στο παλιό είτε στο νέο παράδειγμα στοχοποίησης των σωμάτων μας, το να μην ξεχνάμε ότι μιλάμε από ταξική σκοπιά είναι αυτό που θεωρούμε εξαιρετικά σημαντικό. Είναι το ζωτικό στοιχείο που επιβίωσε ακόμη και στις πιο ισχυρά πατριαρχικές κοινωνίες. Αποτελεί τη βάση της ύπαρξης, της ισχύος και της κοινωνικοποιητικής αξίας εκείνου που η σύγχρονη ορολογία θα ονόμαζε “δίκτυο γυναικών”. Ένας γυναικείος κόσμος συντροφικών σχέσεων που πάντα απορριπτόταν σαν ανάξιος λόγου αλλά και εξαιρετικά επίφοβος, ένας κόσμος που πέτυχε μερικές από τις μεγαλύτερες νίκες στην ιστορία των γυναικείων κινημάτων. Από τις γυναίκες στην παρισινή κομμούνα, μέχρι τις εξεγερμένες ζαπατίστριες, μέσα από το φεμινιστικό ζήτημα γεννήθηκαν και γεννιούνται τρόποι να μαχόμαστε και να φτιάχνουμε απελευθερωμένα εδάφη, ριζοσπαστικοποιώντας συχνά εκ νέου και τις ευρύτερες ταξικές διεκδικήσεις. Αυτές οι σχέσεις, οι νίκες και οι ήττες του παρελθόντος, η βιωματική εμπειρία και η συνείδηση της έμφυλης υποτίμησης, των αρνήσεων και της τάξης μας είναι τα εργαλεία μας και τα οδοφράγματα στη συνεχή πάλη υπεράσπισης των σωμάτων μας.

]]>
Κυβερνοφεμινισμός https://gameover.zp/2015/04/02/%ce%ba%cf%85%ce%b2%ce%b5%cf%81%ce%bd%ce%bf%cf%86%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82/ Thu, 02 Apr 2015 16:21:53 +0000 http://gameoversite.gr/?p=478

kybernofeminismos afisa

Ιστορικά

Γιατί να μιλήσουμε για τον κυβερνοφεμινισμό σήμερα, έχοντας πίσω μας πάνω από 20 χρόνια από την εμφάνισή του στις όχθες του φεμινισμού; Κατ’ αρχάς γιατί στον ελληνικό χώρο λίγοι έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα από κινηματική σκοπιά και κατά δεύτερον, γιατί φαίνεται ότι η τάση του κυβερνοφεμινισμού μπορεί να ιδωθεί σαν η συνέχεια που έβαλε τις βάσεις για μια νέα πολιτική θέση πάνω στο θέμα του φύλου, μετά τα 70’s. Μια θέση που, ενώ μετά από τόσα χρόνια παραμένει κομμάτι ενός θολού τοπίου επιδιώξεων, συμμάχων και εχθρών, παράλληλα συμπορεύεται -και ίσως συστρατεύεται κατά τόπους- με τις αλλαγές παραδείγματος μέσα στο καπιταλιστικό, πατριαρχικά δομημένο μοντέλο του δυτικού κόσμου και φαίνεται ότι δεν έχει «ξεπεραστεί» στα βασικά της σημεία από κάτι νέο.

Το προηγούμενο «κύμα» του φεμινιστικού κινήματος, αυτό που άνθισε στα 60’s και 70’s, ήταν πολύμορφο και πλούσιο σε πολεμικές πάνω στα ζητήματα των γυναικών και του φύλου γενικότερα. Από την αυτόνομη οπτική της γυναικείας εργασίας στο κοινωνικό εργοστάσιο, από την οπτική της Davis μέσα στο κίνημα των μαύρων πανθήρων για την αλληλοεπικάλυψη του φύλου, της τάξης και της φυλής, μέχρι τις ριζοσπαστικές φεμινίστριες, που θεωρούσαν πρωταρχική την καταπίεση των γυναικών λόγω του βιολογικού τους φύλου, μέσα στην πατριαρχική κοινωνία. Στο μεγάλο αυτό φάσμα αρνήσεων της εποχής χωρούσαν και συχνά συγκρούονταν όλες αυτές οι διαφορετικές προσεγγίσεις που έψαχναν να βρουν ένα κέντρο από το οποίο να μιλήσουν για το έμφυλο ζήτημα, πρακτικά και θεωρητικά.

Σαν απόρροια αυτών των αρνήσεων και των μαχητικών διεκδικήσεων που έφεραν μέσα τους, συνέβησαν σταδιακά κάποιες σημαντικές αλλαγές. Πρώτα και κύρια, πολλά από τα αιτήματα των φεμινιστριών έγιναν αποδεκτά σε επίπεδο θεσμών, αφομοιώθηκαν. Η νομική κατοχύρωση και επέκταση των δικαιωμάτων των γυναικών, η νομιμοποίηση των αμβλώσεων και η διάδοση των πρακτικών αντισύλληψης και τα σχετικά ιατρικά επιτεύγματα όπως το αντισυλληπτικό χάπι, η προστασία των εργαζόμενων μανάδων, η αυστηρότερη νομοθεσία σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία και το βιασμό, οι γενικότερες αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο, ο εμπλουτισμός της επίσημης παιδείας με μαθήματα σχετικά με το φύλο, είναι μερικά από αυτά. Αυτό συνέβη και με ένα μεγάλο μέρος των αγωνιζόμενων υποκειμένων. Μέσα στα πανεπιστήμια σε μεγάλο βαθμό, αλλά και στον εργασιακό τομέα και την πολιτική, οι γυναίκες βγήκαν από το σπίτι, κατέκτησαν χώρο και φωνή.

Παράλληλα, ο πλουραλισμός των 70’s άρχισε να μετατρέπεται σε περιχαράκωση των ομάδων με αντικρουόμενες θέσεις, αντί να οδηγήσει σε δημιουργικότερες συνθέσεις και επαναπροσδιορισμούς. Σαν να λέμε η διαδικασία εξέλιξής τους άρχισε να παγώνει πίσω από τις επιλεγμένες ταυτότητες. Το λεγόμενο «κίνημα των ταυτοτήτων» (Identity Politics) κράτησε περίπου μια δεκαετία, χοντρικά αυτή του ‘80 και χαρακτηρίστηκε από μια εξιδανίκευση της μειοψηφίας και από την πίστη ότι αυτή μπορεί να αλλάξει την πλειοψηφία. Τοποθέτησε τη συλλογική ταυτότητα σε μικρότερη κλίμακα, πιο κοντά στο άτομο, όπως ήταν αναμενόμενο όντας σε μία περίοδο γενικότερης αφομοίωσης των κινημάτων, μέσα από την κατανάλωση και το lifestyle. Αυτό που ονομάστηκε lgbt και φεμινιστικό κίνημα, το αντιπολεμικό, το αντιπυρηνικό, το οικολογικό, το κίνημα για την απελευθέρωση των ζώων, ακόμα θα λέγαμε και το punk και το diy, ξεκίνησαν με τη συγκρουσιακή ορμή της προηγούμενης περιόδου, έχοντας όμως τις κατάλληλες συστάσεις για αυτό που συνέβη σταδιακά. Τη μετατροπή τους σε καταναλωτικές ταυτότητες, μέσα στη θεαματική κοινωνία. Δεν μπορούμε εδώ να επεκταθούμε στο συγκεκριμένο θέμα αλλά σίγουρα είναι μια μεγάλη συζήτηση το ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά που μπορεί να άφησαν ρωγμές και να έβαλαν τις βάσεις για την εν λόγω αφομοίωση.

Αυτό που είναι ενδιαφέρον, είναι το πώς, μετά την ήττα των ταξικών αγώνων και μέσα στο μεταμοντέρνο κλίμα της εποχής, επιβιώνουν και εξελίσσονται κάποιες από τις τάσεις της προηγούμενης περιόδου, κυρίως αυτές που αρνούνται το παρελθόν και κοιτάνε μπροστά, θέλοντας να απεμπλακούν εντελώς από τις «παλιές» προβληματικές, όπως πχ. αυτές που έβαζαν οι μαρξιστικές/κομμουνιστικές/σοσιαλιστικές θεωρήσεις. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το φύλο βρίσκεται σταδιακά στο επίκεντρο της συζήτησης μεγεθυμένο και ορισμένο με περισσότερο «τεχνικούς όρους». Το γυναικείο -βιολογικό- φύλο και οι φυσικές λειτουργίες με τις οποίες αυτό συνδέεται αποκτούν αιτιακή σχέση με την προέλευση και διαιώνιση της πατριαρχίας. Η γυναίκα, όντας υποχείριο της φύσης της επιθυμεί να απαλλαγεί από αυτά τα χαρακτηριστικά, με κεντρικό το ζήτημα της αναπαραγωγής, για να μπορέσει να απαλλαγεί από τις διακρίσεις και την υποτίμηση[ref]

Χαρακτηριστική είναι η ρητορική της Shulamith Firestone, μιας από τις κεντρικές φιγούρες του πρώιμου ριζοσπαστικού φεμινισμού, στο βιβλίο της, «The Dialectic of Sex: The Case for Feminist Revolution», 1970, σύμφωνα με την οποία: «…ακριβώς όπως ο τελικός στόχος μιας σοσιαλιστικής επανάστασης ήταν όχι μόνο η εξάλειψη της οικονομικά προνομιούχας τάξης αλλά της ίδιας της ταξικής διάκρισης, έτσι, ο τελικός στόχος της φεμινιστικής επανάστασης πρέπει να είναι, σε αντίθεση με το πρώτο φεμινιστικό κίνημα, όχι απλά η εξάλειψη του αντρικού προνομίου αλλά της ίδιας της έμφυλης διάκρισης: Έτσι, οι γεννητικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους δε θα είχαν πια πολιτιστική σημασία.(…) Η αναπαραγωγή του είδους από το ένα φύλο προς όφελος των δύο θα μπορούσε να αντικατασταθεί από την τεχνητή αναπαραγωγή (ή τουλάχιστον την επιλογή της): τα παιδιά θα γεννιούνταν έτσι από τα δύο φύλα εξίσου ή ανεξάρτητα από αυτά, από όποια οπτική διαλέξει ο καθένας να το δει. Η εξάρτηση του παιδιού από τη μητέρα (και ανάποδα) θα έδινε τη θέση της σε μια σημαντικά μικρότερη εξάρτηση σε ένα σύνολο από «άλλους», και οποιαδήποτε υπολειπόμενη αίσθηση κατωτερότητας απέναντι στη φυσική δύναμη των ενηλίκων θα ισοσταθμιζόταν πολιτιστικά. Ο καταμερισμός της εργασίας θα τελείωνε λόγω της εξάλειψης ολόκληρου του τομέα της εργασίας (μέσα από την κυβερνητική). Η τυραννία της βιολογικής οικογένειας θα έσπαγε.»

[/ref]. Και ποιος είναι ο πλέον κατάλληλος τομέας γι’ αυτή τη δουλειά; Η επιστήμη.

Αποκομμένη από τις ενοχές της θρησκείας και με τον αέρα της προόδου και της εξέλιξης, με τα γνωστά αξιώματα περί αντικειμενικότητας σαν λάβαρο, η επιστήμη, μέσα από τα τεχνολογικά επιτεύγματα και το φαντασιακό που αυτά διεγείρουν, θα έρθει να απαντήσει σε αυτήν την άρνηση του σώματος. Η τεχνολογία είναι αυτή που θα δώσει το σπόρο της νέας αφήγησης για ένα κόσμο μετά-το-φύλο, ένα κόσμο που η γυναίκα όχι απλά θα είναι απαλλαγμένη από το βάρος της διαιώνισης του είδους, αλλά από ένα σημείο και μετά θα πάψει να υπάρχει σαν φύλο -είτε βιολογικό είτε κοινωνικά κατασκευασμένο.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το 1983, η αμερικανίδα καθηγήτρια Donna Haraway, γράφει το «Μανιφέστο των Cyborg», ένα φιλοσοφικο-λογοτεχνικό δοκίμιο το οποίο θεωρείται η μήτρα του μετέπειτα κυβερνοφεμινισμού. Το μανιφέστο αυτό είναι η αποκρυστάλλωση των εξελίξεων της προηγούμενης περιόδου και ενώ μιλάει για πολιτικές θέσεις και στρατηγικές, χαρακτηρίζεται από την έντονη άρνηση των θεωριών του παρελθόντος (έχοντας υπάρξει η ίδια η συγγραφέας μαρξίστρια), αποφεύγει τους ορισμούς και τις σαφείς οργανωτικές δομές, θεωρώντας ότι οι ταυτότητες αποτελούν μέσα αποκλεισμού, εξυμνεί τις διασυνδέσεις και τα δίκτυα και προσδίδει στις νέες μηχανές μια μυθική, θα λέγαμε, διάσταση. Ένα από τα κεντρικά αξιώματά είναι το ότι μέσα από την τεχνολογική αλλαγή, μέσα από τη σύμπτυξη ανθρώπου και μηχανής, θα πάψει να υπάρχει το δίπολο του φύλου όπως το ξέρουμε, άρα θα σταματήσει να υπάρχει το έμφυλο ζήτημα, και οι ανισότητες που αυτό έχει παράξει. Για να καταλάβετε το ύφος, ορίστε ένα πολύ μικρό απόσπασμα:

«Καθαρά κι ελαφριά που είναι τα νέα μηχανήματα! Οι μηχανικοί τους είναι οι μύστες του ηλίου που μεσολαβούν για μια νέα επιστημονική επανάσταση συνδεδεμένη με το νυχτερινό όνειρο της μεταβιομηχανικής κοινωνίας.(…) Το cyborg είναι πλάσμα σε έναν μετά-το-φύλο κόσμο· δεν έχει δοσοληψίες με την αμφιφυλία, την προοιδιπόδεια συμβιωτική σχέση, τη μη αλλοτριωμένη εργασία ή κάποιο άλλο δέλεαρ οργανικής ολότητας.»[ref]

Δε θα επεκταθούμε σε μια ανάλυση και κριτική των θέσεων της Harraway, δεν είναι το θέμα μας και το έχουν κάνει άλλοι καλύτερα από εμάς. Παρ’ όλ’ αυτά δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ότι ο όρος cyborg -κι αυτό είναι κάτι που η Harraway λέει ότι αγνοούσε όταν έγραφε το μανιφέστο- γεννήθηκε το ’60, από έναν ψυχίατρο και έναν μηχανικό, τους Nathan S. Kline και Manfred Clynes, οι οποίοι δούλευαν για λογαριασμό της αμερικανικής κυβέρνησης, πάνω στην κατασκευή ενός ενισχυμένου ανθρώπου για διαστημικές εξερευνήσεις. Ένα τέκνο του ψυχρού πολέμου στην υπηρεσία του φεμινισμού;

[/ref]

Μερικά χρόνια αργότερα, και αφού έχει προηγηθεί η θεμελίωση του διεθνούς διαδικτύου, το 1992, γεννιέται αυτό που ονομάστηκε κυβερνοφεμινισμός, σε τρία σημεία του κόσμου, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Βρετανία, από καλλιτέχνες και ακαδημαϊκούς γονείς. Ακόμα ένα μανιφέστο, το «Μανιφέστο του Κυβερνοφεμινισμού για τον 21ο αιώνα», της αυστραλιανής καλλιτεχνικής ομάδας VNS Matrix[ref]

Η VNS Matrix (διαβάζεται Venus Matrix), φτιάχτηκε από τέσσερις Αυστραλές καλλιτέχνιδες, τις Josephine Starrs, Francesca da Rimini, Julianne Pierce και Virginia Barratt. Ήταν ενεργή σαν ομάδα από το 1991 έως το 1997, διάστημα μέσα στο οποίο συμμετείχε κυρίως σε καλλιτεχνικά events, δουλεύοντας με τα νέα μέσα, στήνοντας εγκαταστάσεις και δημοσιεύοντας κείμενα, τα οποία διακινούσαν «πειρατικά» μέσω του ίντερνετ ή βάζοντάς τα σε περιοδικά και εφημερίδες.

[/ref], κυκλοφορεί αυτή τη φορά στο ίντερνετ, δηλώνοντας σαφώς τις επιρροές τους. Μαζί με τα γραπτά της Βρετανίδας καθηγήτριας Sadie Plant, εγκαινιάζεται μια νέα φεμινιστική τάση, μέσα στην οποία οι γυναίκες βλέπουν το διαδίκτυο, την ανωνυμία και την ελευθερία έκφρασης που αυτό προσφέρει, όντας ακόμα στα πρώτα του βήματα, σαν έναν ντε φάκτο απελευθερωτικό χώρο. Αυτό που προσπαθούν να ανακαλύψουν παράλληλα, είναι οι αφηγήσεις του ελέγχου και της κυριαρχίας που ντύνουν τη high-tech κουλτούρα αλλά και την κατασκευή του νέου ψηφιακού δημόσιου χώρου, των ταυτοτήτων και της σεξουαλικότητας μέσα σ’ αυτόν. Στόχος τους είναι να τον καταλάβουν απ’ άκρη σ’ άκρη και να δημιουργήσουν φρέσκιες, δυναμικές κοινότητες μέσα στις οποίες θα καταργούνται οι έμφυλες διακρίσεις αλλά και οι οποιουδήποτε είδους διαχωριστικές ταυτότητες. Μέσα και πριν από αυτές τις δηλωμένες προθέσεις, έχει γίνει μια βασική παραδοχή σχετικά με τη συγκεκριμένη τάση: Στον όρο cyber feminism με μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι το cyber καθορίζει τον τόπο και το μέσο δράσης, δηλαδή το διαδίκτυο και τις νέες τεχνολογίες και το feminism καθορίζει το σώμα, δηλαδή τη γυναίκα και την κοινωνική της θέση. Στην πραγματικότητα, δηλωμένο ήδη από την εποχή της Haraway, συμβαίνει το αντίθετο. Το cyber είναι το σώμα, το μετά-το-φύλο, η σύζευξη ανθρώπου και μηχανής και το feminism είναι η θέση από την οποία γίνεται αντιληπτό αυτό το σώμα.

Την ίδια περίπου εποχή γεννιέται και ο λεγόμενος «τεχνοφεμινισμός», με κύρια εκφραστή του τη Judy Wajcman. Ο τεχνοφεμινισμός διαφέρει σε ένα βασικό σημείο. Αναγνωρίζει ότι το ίντερνετ και τα τεχνολογικά επιτεύγματα εν γένει, είναι προϊόντα μιας πατριαρχικής κατανομής της εργασίας και υποστηρίζει ότι οι γυναίκες πρέπει να συμμετάσχουν πιο ενεργά στην παραγωγή της τεχνολογίας, μέσα από τον προγραμματισμό αλλά και την ενεργή χρήση της, για να μπορέσουν αυτά τα προϊόντα να απαλλαγούν από τα πατριαρχικά χαρακτηριστικά τους. Αν αυτό συμβεί σταδιακά, τότε οι γυναίκες σε όλες τις βαθμίδες της εργασίας του τεχνολογικού παραδείγματος, αλλά και της κατανάλωσης των προϊόντων αυτής, θα αντιμετωπίζονται με πολύ πιο ισάξιους όρους στην εργασιακή και κοινωνική πραγματικότητά τους.

Και οι δύο τάσεις βλέπουν τα νέα μέσα σαν μια πύλη για το ξεπέρασμα των προβληματικών κοινωνικών σχέσεων που αναπαράγουν τις άδικες διακρίσεις εις βάρος των διαφορετικών. Μιας διαφορετικότητας που δε μοιάζει τόσο με το διαχωρισμό του παρελθόντος ανάμεσα στις ταυτότητες αλλά περισσότερο με τη διασπαστική πολυμορφία που μπορεί να τους χωράει όλους/ες σαν άτομα, δηλαδή με έναν τρόπο να μη χωράει κανέναν και καμία έξω από τον εαυτό του. Φαίνεται ότι καθώς η συζήτηση ανάγεται σταδιακά στο πεδίο της τέχνης και της ακαδημαϊκής αναζήτησης, είναι όλο και λιγότερο αναγκαία η υλική και ιδεολογική περιφρούρηση των ομαδοποιήσεων που έχουν προκύψει από τα κοινά βιώματα της καθημερινής υποτίμησης. Στη νέα ρευστή πραγματικότητα των δικτύων και των χαλαρών συνδέσεων, όλα είναι κυβερνοφεμινισμός και τίποτα δεν είναι κυβερνοφεμινισμός. Αυτή η άρνηση της απόδοσης μιας συγκεκριμένης ταυτότητας, με στόχο να αποφευχθούν οι αποκλεισμοί, είναι αυτή που δεν επιτρέπει ίσως να γίνει ορατός ο απέναντι πόλος, οι πραγματικές σχέσεις δηλαδή, οι οποίες αναπτύσσονται, έξω από το διαδίκτυο, στην ώριμη φάση της αφομοίωσης σε όλους τους τομείς, στην εργασία, στην οικογένεια, στο δημόσιο χώρο και τη διασκέδαση.

Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο που δημοσιεύεται το 1997 στη Γερμανία, από το 1ο διεθνές συνέδριο κυβερνοφεμινισμού, στο οποίο αντί για έναν ορισμό του γενικού σκεπτικού, συντάσσονται οι 100 αντι-θέσεις, δηλαδή οι θέσεις για το τι δεν είναι ο κυβερνοφεμινισμός. Μεταξύ άλλων διαβάζουμε: «Ο κυβερνοφεμινισμός δεν είναι τέχνη/δεν είναι ζήλια/δεν είναι ιδεολογία/ δεν είναι μία μπανάνα». Οι συμμετέχοντες δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να ορίσουν τι είναι τελικά αυτή η τάση, ποιες είναι οι ιστορικές της καταβολές και πάνω σε ποιες πολιτικές και κοινωνικές κατακτήσεις του προγενέστερου κινήματος αυτή πατάει. Μια άρνηση που ντύνεται με μια αναντίστοιχη μάλλον επιθετικότητα και σιγουριά για τη θέση και την εξέλιξη του απαλλαγμένου από βάρη και λάθη νέου παραδείγματος. Αυτή η σιγουριά για την αυτόματη ευεργετική λειτουργία της τεχνολογίας στο κοινωνικό σώμα θα μπορούσε να πει κανείς ότι κρύβει μέσα της μια σύγχρονη -για τότε- ανάγνωση του παλαιότερου μότο «τα θέλουμε όλα τώρα» μέσα στην ακμή της κατανάλωσης. Θέλουμε αποτελέσματα και θα τα έχουμε τώρα. Το παρελθόν είναι νεκρό, ζήτω το καινούργιο, ζήτω το αέναο παρόν.

Στο καθόλου μακρινό μέλλον, η τάση αυτή δέχθηκε κριτική για τις προσμονές της. Αυτό ήταν κάτι που προέκυψε σχεδόν αναγκαστικά, αφού πολύ σύντομα διαμορφώθηκε μια «ψηφιακή πραγματικότητα» εντελώς διαφορετική από αυτή που κυριαρχούσε στις τεχνοφετιχιστικές
αφηγήσεις των 90’s. Τα φιλικά χαρακτηριστικά μεταλλάχθηκαν σε τεράστια προβλήματα, όταν το ίντερνετ εξαπλώθηκε τόσο ώστε να χωρέσει όσους ήταν έξω από τους χώρους της τέχνης και της εκπαίδευσης. Οι καθημερινές σχέσεις εισέβαλλαν σε αυτόν τον ηλεκτρονικό “φωτεινό” χώρο και ξεφόρτωσαν μέσα του όλα τα τέρατα της πατριαρχικής βίας που συνέχιζαν να αλωνίζουν στις απανταχού επικράτειες. Τα δεδομένα και αυτονόητα, οι νίκες και τα δικαιώματα των γυναικών, των οποίων η υπεράσπιση είχε αφεθεί στους θεσμούς, φάνηκαν διάτρητα και αποδυναμωμένα μπροστά στο συντηρητισμό που είχε ανασυνταχθεί σε νέα στιβαρά πόδια. Δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε κατά πόσο έπαιξε ρόλο σε αυτήν την ανασύνταξη, η επιμονή της νέας τάσης του φεμινισμού να αρνείται την ιστορία του αλλά και ο περιορισμός του μέσα στα ακαδημαϊκά και καλλιτεχνικά τείχη. Από τη μία πλευρά, η εκούσια αυτή περιχαράκωση θεωρήθηκε απαραίτητη, παρέχοντας έναν ασφαλή χώρο έκφρασης στα μέλη του. Από την άλλη, τη στιγμή που τα τείχη έγιναν διάτρητα, ανάμεσα στο έξω και το μέσα είχαν δημιουργηθεί ήδη μεγάλες, σχεδόν αγεφύρωτες διαφορές.

Όταν λοιπόν το 2011-2012, η καναδή κριτικός, φεμινίστρια, και μπλόγκερ Annita Sarkeesian, ξεκίνησε μια καμπάνια για τη θέση των γυναικών στον κόσμο των βιντεοπαιχνιδιών, σίγουρα δεν περίμενε αυτό που θα ακολουθούσε. Μετά τη δημοσίευση μιας σειράς βίντεο σχετικών με το θέμα, με τον τίτλο “Tropes vs women” (Αλληγορίες εναντίων Γυναικών) αλλά και ενός βιντεοπαιχνιδιού με τίτλο “Depression Quest”, από την game developer Zoe Quinn, το ζήτημα πήρε τρομακτικές διαστάσεις. Παίκτες και μπλόγκερς από όλον τον κόσμο, και κυρίως την αμερική, άρχισαν να παρενοχλούν όποιες γυναίκες αναμειγνύονταν με την υπόθεση, ή εξέφραζαν άποψη για τον σεξισμό που εμπεριέχεται στην κοινότητα των gamers και στις αναπαραστάσεις της γυναικείας φιγούρας μέσα στα ίδια τα παιχνίδια. Οι γυναίκες αυτές, με επίκεντρο όσες πρωτοστάτησαν, δέχθηκαν οργανωμένες επιθέσεις μέσα από δίκτυα και φόρουμ, ενάντια της πραγματικής και ψηφιακής τους κοινωνικότητας. Τα στοιχεία τους (διευθύνσεις και τηλέφωνα) διαδόθηκαν στο ίντερνετ, ακολούθησαν δημοσιεύεις προσωπικών βίντεο και φωτογραφιών από τα χακαρισμένα τους προφίλ, απειλές σωματικής βίας, βιασμού και απειλές κατά της ζωής τους. Το σκάνδαλο που δημιουργήθηκε, έγινε γνωστό σαν Gamergate (κατά το αντίστοιχο πολιτικό σκάνδαλο Watergate, στην Αμερική) και επικύρωσε με τον πιο ωμό και ξεκάθαρο τρόπο την ήττα των τεχνολατρικών φαντασιώσεων που συνόδευε το διαδίκτυο. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Όσο ο πραγματικός κόσμος παρέμενε σεξιστικός, το ίδιο θα συνέβαινε και με τον ψηφιακό.

Ο κυβερνοφεμινισμός σήμερα έχει πάψει να βρίσκεται στο προσκήνιο, δεν υπάρχει όμως κάποια νέα τάση που να φαίνεται πως ξεπερνάει τις διακηρύξεις του. Όσοι έδρασαν κάτω από την ιδεολογική και καλλιτεχνική του ομπρέλα, κι ας λένε ότι δεν υπήρξε ούτε τέχνη, ούτε ιδεολογία (ούτε «μια μπανάνα»), βρίσκονται διασκορπισμένοι ανάμεσα σε γκαλερί, μπλογκ, ψηφιακά περιοδικά και ακτιβισμούς όπως αυτοί των Femen ή των Pussy Riot. Και οι κριτικοί που αναρωτιούνται που πήγε όλο αυτό το ανοιχτό και πολύμορφο σύνολο από δράσεις και υποκείμενα, εύχονται κατά καιρούς μια νέα εμφάνιση των κυβερνοφεμινιστριών με το αυθάδες, ζωντανό και επιθετικό τους ύφος και την παιχνιδιάρικη, ανάλαφρη διάθεση απέναντι στον νέο κόσμο που αναδύεται.

Από τη δική μας πλευρά, επειδή δεν πιστεύουμε πολύ στις αναστάσεις, και μέχρι την εμφάνιση του καινούργιου, θα θέλαμε να επισημάνουμε μερικά σημεία για σκέψη, σχετικά με την οπτική του τελευταίου αυτού κύματος φεμινισμού αλλά και σχετικά με την επαφή του με την κινηματική μνήμη, που θεωρούμε σημαντικά.

Το σώμα στο στόχαστρο

Τα κινήματα των 60’s και των 70’s, ανάμεσά τους και αυτά που όριζαν τη θέση τους από μια σαφή ταξική σκοπιά, άφησαν παρακαταθήκη ζητήματα όπως η σεξουαλική απελευθέρωση, ξαναόρισαν το γυναικείο και το έμφυλο ζήτημα, επαναδιαπραγματεύθηκαν πχ. μέσω της η αντιψυχιατρικής το τι είναι πρόβλημα, το πώς και αν αυτό χρειάζεται λύση από ειδικούς. Οι επόμενες δεκαετίες όμως όφειλαν όπως είπαμε να τα αφομοιώσουν. Με την ήττα αυτών των κινημάτων, και κυρίως τη δεκαετία του ‘90 ξεκινά μια νέα επίθεση των από τα πάνω και ένας από τους στόχους τους, όπως πάντα είναι το σώμα. Έτσι, στα πλαίσια της αντιεξέγερσης, η προβληματοποίηση του σώματος ήρθε εκ νέου να πάρει τη δικιά της, κυρίαρχη θέση. Εκστρατείες όπως αυτή ενάντια στο AIDS, η οποία ενσωματώθηκε πολύ εύκολα στην ομοφοβική ατζέντα αλλά και στη μετέπειτα υγιεινιστική, η αυξημένη εμφάνιση θεμάτων όπως η υπερκινητικότητα και οι μαθησιακές δυσκολίες στην εκπαίδευση, η προβληματοποίηση της εγκυμοσύνης, και της γονιμότητας στον τομέα της ιατρικής, είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα που έσπευσαν -και σπεύδουν μέχρι σήμερα- να δείξουν το ατελές του ανθρώπινου σώματος, να ορίσουν το κανονικό, την κοινωνικότητα, τις σχέσεις και την εργασία και να εδραιώσουν τον ρόλο του προβληματικού σώματος στην ανάπτυξη των «παρεκκλίσεων».

Η σάρκα, οι ζωντανές λειτουργίες και τα πάθη της, ενοχοποιημένα για αιώνες από τη θρησκεία, απέναντι στο καθαρό και άγιο πνεύμα, υποτιμήθηκαν ακόμα περισσότερο από το διαχωρισμό της χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, με την άνοδο της μηχανής στην παραγωγή και συνεχίζουν να υποτιμώνται, ακόμα και σήμερα, στον ανεστραμμένο κόσμο που υποτίθεται ότι εξυμνεί την ατομική -σωματική και όχι μόνο- επιθυμία σαν το υπέρτατο αγαθό. Εδώ, η υποτίμηση έρχεται να εκφραστεί με τη μορφή μιας διαρκούς ανεπάρκειας απέναντι στο ιδανικό, στο πρότυπο. Η εντατικοποίηση του φυσικού σώματος σε όλους τους τομείς πηγάζει πλέον από την άλλοτε ενοχοποιημένη επιθυμία, η οποία, στον κόσμο της κατανάλωσης και της διαρκούς κατασκευής νέων αναγκών, έχει γιγαντωθεί και απαιτεί συνεχή ικανοποίηση. Σαν να λέμε ότι το ασώματο παράδειγμα της καλόγριας έχει δώσει τη θέση του στο «υπερσωματικό» παράδειγμα του αγέραστου μανεκέν (ή του υπεραθλητή), ασκώντας βία στο σώμα και ορίζοντας το κανονικό με τελείως διαφορετικό τρόπο. Παρέκκλιση είναι το να μην μπορείς να ανταποκριθείς στις διάχυτες κατασκευασμένες επιθυμίες, να αρνείσαι να παραχωρήσεις το σώμα σου σαν πεδίο μοδιστρικής για βιολόγους, γιατρούς, πλαστικούς χειρούργους, ψυχιάτρους, δασκάλους και κοινωνιολόγους. Να μη θέλεις να βελτιώνεσαι συνεχώς με τεχνικούς όρους.

Η πεποίθηση αυτή, συνδεδεμένη με το ότι η απαλλαγή από τη φύση συνεπάγεται την απελευθέρωση των ανθρώπινων σχέσεων, είναι μια πολύ παλιά ιστορία και η γενεαλογία της δε θα μπορούσε να αναλυθεί εδώ. Μπορούμε να σκεφτούμε όμως μερικά ερωτήματα. Γιατί τα σωματικά/ φυσικά/ βιολογικά χαρακτηριστικά να γίνονται αντιληπτά σαν αδυναμίες και βάρη και όχι σαν πεδία υπεράσπισης; Πώς θα βλέπαμε μια αντίστοιχη θέση για το φυλετικό ζήτημα που θα έλεγε ότι για να ξεπεραστεί ο ρατσισμός θα πρέπει να μην υπάρχουν διαφορετικές φυλές; Και πόση εσωτερικευμένη βία μπορεί να περιέχει η συστηματική και εκούσια άρνηση της υλικής ιδιαιτερότητας των σωμάτων μας και η αναζήτηση των λύσεων σε από τα πάνω -και από τα έξω- δοσμένα πρότυπα;

Μέσα, σχέσεις και φετιχισμός

Στη συνέχεια της συλλογιστικής σχετικά με την απελευθέρωση από τις έμφυλες διακρίσεις μέσω της κατάργησης των φύλων, έρχεται να μπει δυναμικά η επιστήμη και η τεχνολογία, πολύ πριν μάλιστα εξαπλωθεί το σημερινό ψηφιακό παράδειγμα. Σημαντικό κομμάτι των φεμινιστριών του ’60, όπως η τάση της Shulamith Firestone που αναφέραμε παραπάνω, υποστηρίζουν τις θέσεις που λένε ότι η φύση της γυναίκας ως τέτοια, δηλαδή η αναπαραγωγική της ικανότητα, η περίοδος κλπ. είναι τα στοιχεία τα οποία υφίστανται την εκμετάλλευση από τους άνδρες και την πατριαρχία σ’ όλο το ιστορικό φάσμα και όχι μόνο στην καπιταλιστική εποχή. Οι γυναίκες αντιμετωπίζονται ως υποδεέστερες αναπαραγωγικές μηχανές, ως το αδύναμο φύλο. Υποστηρίζουν πως αυτή η αντιμετώπιση, η υποτίμηση των γυναικών δε θα πάψει να υπάρχει αν δεν πάψει να υπάρχει και το βιολογικό φύλο ως τέτοιο, αν δεν εκλείψουν δηλαδή αυτές οι ατέλειες. Και η τεχνολογία, με όχημα τα επιτεύγματά της, όπως οι χημικοί μέθοδοι αλλαγής/εξάλειψης της περιόδου, οι εξωσωματικές κυήσεις και οι σύγχρονες έρευνες για τις τεχνητές μήτρες, είναι επιτεύγματα που μπορούν να αξιοποιηθούν από τις φεμινίστριες – γυναίκες και να χαρίσουν αυτή την απελευθέρωση από την τυραννία της φύσης.

Τέτοιες θέσεις μπορεί να φαίνονταν προβοκατόρικες τότε, δεν είναι δυνατόν όμως να διαβάζονται έτσι και στο σήμερα, όταν η επίθεση της επιστήμης μέσω πολλαπλών εφαρμοσμένων πεδίων έχει δείξει ξεκάθαρα μέχρι πού μπορεί να εξαπλωθεί η προβληματοποίηση που αναφέραμε αλλά και η βία ενάντια στο σώμα, πόσο μάλλον το γυναικείο, μέσα στο καπιταλιστικό μοντέλο. Από τις νοικιασμένες μήτρες των φτωχότερων γυναικών (ως παρένθετες μητέρες) και την εντατικοποίηση της σεξουαλικής «εργασίας», (αντιλαμβανόμενοι μεγάλο κομμάτι αυτής της εργασίας σήμερα, με τους όρους έντασης και εξάπλωσης π.χ. της απλήρωτης, καταναγκαστικής εργασίας των αιχμάλωτων εργατών μεταναστών στην ελληνική επαρχία), μέχρι τους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς των ανήλικων κοριτσιών για αφροδίσια νοσήματα και τις προληπτικές αφαιρέσεις των αναπαραγωγικών οργάνων από χολυγουντιανές σταρ, το σώμα είναι μια επικράτεια που υφίσταται βίαιη και σφοδρή αποικιοποίηση από την επιστήμη, για θεαματικούς και εμπορευματικούς σκοπούς.

Σε τέτοιου είδους βάσεις πατάει και ο κυβερνοφεμινισμός. Μέσα στα ακαδημαϊκά πλαίσια της ανάπτυξης και εξάπλωσης των νέων τεχνολογιών και των προσωπικών συσκευών (π.χ. κινητά, pc), οι κυβερνοφεμινίστριες στηρίζουν ότι στο ψηφιακό περιβάλλον υπάρχουν χαρακτηριστικά τα οποία είναι εγγενώς φεμινιστικά και ότι μέσα σε αυτόν τον νέο ηλεκτρονικό χώρο οι φυσικές ατέλειες του σώματος παύουν να είναι ορατές, άρα και να έχουν βάρος, επιρροή στην καθημερινότητα και σημασία. Έτσι, σε βάθος χρόνου, το γυναικείο ζήτημα και οι έμφυλοι διαχωρισμοί δεν είναι πια θέματα για τα οποία οφείλουμε να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά βάζοντας νέες αιχμές και θέσεις μάχης, αφού από μόνα τους τα ίδια τα μέσα θα τα αποδομήσουν και θα τα εξαφανίσουν.

Η ιστορία, όπως είπαμε, έδειξε πως τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου έτσι και ο σεξισμός είναι ακόμα εδώ, λίγο πιο αόρατος και πολύ πιο διάχυτος. Και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Για εμάς, οι σχέσεις που δημιουργούνται και τα μέσα που χρησιμοποιούνται, αποτελούν στοιχεία μιας αμφίδρομης διαδικασίας, στην οποία οι σχέσεις διαμορφώνουν τα μέσα και διαμορφώνονται ταυτόχρονα από αυτά. Κανείς και καμία δεν μπορεί ισχυριστεί ότι το κινητό τηλέφωνο δεν άλλαξε τις ανθρώπινες επικοινωνιακές συνήθειες αλλά κανείς και καμία δεν μπορεί να ισχυριστεί επίσης ότι το πλυντήριο πιάτων δεν έδωσε στις γυναίκες παραπάνω χρόνο για να μεγαλώνουν τα παιδιά, να συντηρούν το σπίτι και να δουλεύουν, ακριβώς όπως πάντα ήθελαν οι άντρες και τα αφεντικά τους.

Ο τεχνοφετιχισμός δεν είναι άγνωστο φρούτο στις μέρες μας. Αντιθέτως. Περπατάει χέρι-χέρι με την τεχνοφοβία· και τα δύο παιδιά ενός τεχνολογικού ντετερμινισμού που δίνει στην επιστήμη και τις εφαρμογές της θρησκευτικές διαστάσεις και διαμορφώνει μια αντίληψη για τον άνθρωπο που τον τοποθετεί έρμαιο των ίδιων του των εργαλείων, των ίδιων του των κατασκευασμάτων. Κατά τη γνώμη μας, αυτή είναι μια θέση εξαιρετικά αποπροσανατολιστική που δεν αφήνει περιθώρια κριτικής αντιμετώπισης των μέσων που κατασκευάζονται και προωθούνται κατά κύριο λόγο από τα πάνω. Και επιπλέον έχουμε στο νου μας ότι κανένας καταπιεστής δεν έχει νικηθεί, ή έστω πολεμηθεί αποτελεσματικά, χωρίς τη δημιουργία επικίνδυνων σχέσεων, σε πραγματικό χρόνο.

Διάλογος με το παρελθόν

Το τρίτο και τελευταίο σημείο που μας απασχόλησε, έχει να κάνει με την ιστορική συνέχεια και την κινηματική μνήμη. Σε ένα άλλο σημείο του μανιφέστο των cyborg η Harraway αναφέρει:

«Το φύλο, η φυλή και η τάξη, με την επίπονα κερδισμένη αναγνώριση της κοινωνικής και της ιστορικής συγκρότησής τους, δεν μπορούν πια να αποτελούν βάση για την πίστη στην “ουσιώδη” ενότητα. Στο θηλυκό δεν υπάρχει τίποτε που να συνδέει από τη φύση του τις γυναίκες μεταξύ τους. Δεν υπάρχει καν η κατάσταση να είσαι “θηλυκό”, κάτι που είναι και το ίδιο πολυσύνθετη κατηγορία κατασκευασμένη σε διαμφισβητούμενους έμφυλους επιστημονικούς λόγους και σε άλλες κοινωνικές πρακτικές. Η έμφυλη, η φυλετική ή η ταξική συνείδηση συνιστούν επιτεύγματα που μας έχουν επιβληθεί από τη φριχτή ιστορική εμπειρία των αντιφατικών κοινωνικών πραγματικοτήτων που συνιστούν η πατριαρχία, η αποικιοκρατία και ο καπιταλισμός.»

Η διάθεσή της να απαρνηθεί το παρελθόν και να στραφεί στο τώρα αποδομώντας την ιστορία με τους όρους της κυριαρχίας (θρησκεία, οικογενειακή καταπίεση, πατριαρχία), την οδηγεί στο σημείο του να απαρνείται την ίδια την κινηματική μνήμη, τη γυναικεία ιδιότητα και ό,τι αυτή συνεπάγεται καθώς και την ζωτικής σημασίας θέση της στον καπιταλισμό. Αυτή είναι σίγουρα η τάση της εποχής στον post modern καπιταλιστικό κόσμο, ένα είδος μυωπικής διαχείρισης της μνήμης. Σε αυτό το μοτίβο, “το σήμερα που είναι διαφορετικό απ’ το χθες”, αλλά και το αντιδιαμετρικό του “το σήμερα που είναι ίδιο με το χθες” -δηλαδή αυτό των επιφανειακών παρομοιώσεων και αναγωγών στο παρελθόν με όρους καθρέφτη- αυτές οι πεποιθήσεις, με τις πρακτικές που τις ακολουθούν, γίνονται εργαλεία αποπροσανατολισμού και μαζικής παραγωγής της λήθης. Και κρύβουν πίσω από έναν -σίγουρο για την εγκυρότητά του- ιστορικισμό, τις πιο βαθιές ιστορικές αιτίες και συνέχειες. Αυτή δεν ήταν μια προσωπική ή μειοψηφική άποψη στις αρχές του ‘90. Το επιθετικά φιλελεύθερο κλίμα της εποχής διαβάζεται σε πολλά κείμενα και θεωρίες επιστημόνων και πανεπιστημιακών εν γένει όπως πχ. η πολυσυζητημένη άποψη του Φράνσις Φουκουγιάμα για το τέλος της ιστορίας (1992, «Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπός), το τέλος δηλαδή κάθε ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και ταξικής ανάλυσης του προλεταριάτου.

Θα έλεγε κανείς ότι η άρνηση των σχέσεων και της ιστορίας που διαμορφώνουν οι κυρίαρχοι, είναι απαραίτητο κομμάτι οποιασδήποτε επαναστατικής διαδικασίας και προϋπόθεση για τη δημιουργική σύνθεση του καινούριου. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με την άρνηση της ιστορίας του ίδιου του κινήματος που δημιούργησε το χώρο για να εκφραστούν όλα αυτά τα διαφορετικά υποκείμενα. Οι θέσεις τις οποίες κατέλαβαν γυναίκες με αριστερό -και όχι μόνο- παρελθόν μέσα στα πανεπιστήμια, την πολιτική και την εργασία, γεννήθηκαν μέσα από τη μαχητική διεκδίκηση των 70’s, με όλες τις αντιφάσεις και τα ατυχή σημεία της. Το να απορρίπτει κανείς όλο αυτό το πλούσιο παρελθόν, όντας μέσα στην πανεπιστημιακή πρωτοκοσμική γυάλα, μας φαίνεται ότι εξυπηρετεί περισσότερο έναν βολονταρισμό της δύναμης παρά μια ανάγκη για απελευθερωτικές διεκδικήσεις. Αυτή η νέα αφήγηση για τον κόσμο, αυτό το εκτυφλωτικό μέλλον που οραματίζονται εις βάρος της κριτικής ματιάς του παρελθόντος, δε φαίνεται και τόσο ειδυλλιακό για όσους ξέρουν ότι δεν έχουν και δε θα έχουν πρόσβαση σε αυτά τα τεχνολογικά υπερ-αγαθά, παρά μόνο σαν εργάτες στη διαδικασία παραγωγής ή σαν μικροαστοί καταναλωτές του φαντασιακού που τα συνοδεύει.

Κάπου στις αρχές του 80, ο ρενάτο κούρτσιο έγραφε στο βιβλίο του «Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη»:

«Εδώ γίνεται κάτι παραπάνω, κάτι χειρότερο από την χοντροκομμένη καταστροφή των αγωνιστικών κειμένων ή ένα black out, κάτι πιο περίπλοκο από την ”παλιά ρίψη στην πυρά”. Πράγματι, καταρχήν πρόκειται για μία εργασία, πρόκειται για την παραχάραξη της ιστορικής εμπειρίας, την παραγωγή υποκατάστατων αναμνήσεων, την δόλια κωδικοποίηση.(…)
Αξίζει να αναρωτηθούμε: πως είναι ποτέ δυνατό να δημιουργήσουμε καλή σχέση με το μέλλον, όταν απορρίπτουμε την αυθεντική μνήμη του παρελθόντος;
Μια τάξη που δεν μπορεί να παράγει συνειδητά την δική της αυτόνομη μνήμη, είναι καταδικασμένη να μείνει φυλακισμένη στα αστικά δεσμά. Αντίθετα, παραγωγή ταξικής μνήμης σημαίνει εξέγερση, ιδεολογική πάλη, ρήξη.»

Πού θέλουμε να καταλήξουμε; Πού αλλού πέρα από τη σημασία της διαλεκτικής αντιμετώπισης της ιστορίας; Και συγκεκριμένα της ιστορίας των κινημάτων. Σε μια αντιμετώπιση που δεν έχει ανάγκη από κανέναν/καμία προφήτη για να του αποκαλύψει τι αλλάζει ή τι μένει σταθερό στον καπιταλιστικό κόσμο. Μπορεί οι/τα cyborg να έχουν erase και rewind αλλά η μνήμη της τάξης μας δεν μετριέται σε ψηφία. Αντίθετα, ιδωμένη κριτικά και σε βάθος, είναι γεμάτη όπλα, χρήσιμα ακόμα και στις σημερινές μάχες, με τα σημερινά μέσα. Χρειάζεται φαντασία, διερευνητική αντίληψη και σίγουρα η βιωματική γνώση ότι τίποτα δεν μας έχει χαριστεί.

]]>