Τεχνολογία – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 13:42:24 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png Τεχνολογία – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 είναι τα email προσωπική υπόθεση; https://gameover.zp/2017/01/31/%ce%b5%ce%af%ce%bd%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%b1-email-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%83%cf%89%cf%80%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%85%cf%80%cf%8c%ce%b8%ce%b5%cf%83%ce%b7/ Tue, 31 Jan 2017 16:31:42 +0000 http://gameoversite.gr/?p=2355  Afisa_email

 

Θυμάται κανείς την άλλοτε κατάπτυστη τακτική του ανοίγματος της αλληλογραφίας από τις αρχές; Κι όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει με την ηλεκτρονική αλληλογραφία (και όχι μόνο αυτή). Το πέρασμα από τα γράμματα στα email έγινε ταυτόχρονα με μια αλλαγή στον τρόπο πληρωμής των υπηρεσιών αυτών. Ενώ στα παραδοσιακά ταχυδρομεία πλήρωνε κανείς αγοράζοντας γραμματόσημα, στις αντίστοιχες εταιρείες ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (ή τουλάχιστον στις πιο διαδεδομένες από αυτές) η πληρωμή γίνεται με τις πληροφορίες που εμπεριέχουν τα email αυτά.

Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει συνολικά με την ιντερνετική επικοινωνία. Οι περισσότερες πληροφορίες που ανταλλάσουν οι άνθρωποι on-line συλλέγονται, επεξεργάζονται και υπόκεινται σε ένα σωρό συσχετίσεις από αντίστοιχες εταιρείες, μέχρις ότου στο τέλος να καταλήξουν σε ορισμένα συμπεράσματα που θα είναι χρήσιμα για την βελτίωση μιας on-line υπηρεσίας, για τη διαφήμιση, για τις δημοσκοπήσεις ακόμα και για τις αρχές, όπως έγινε ευρέως γνωστό πριν από 4 χρόνια.

Στους όρους χρήσης της gmail μπορεί κανείς να βρει αυτή τη χαρακτηριστική αναφορά από την Google: «Τα αυτόματα συστήματά μας αναλύουν το περιεχόμενό σας (συμπεριλαμβανομένων των email) για να σας παρέχουν εξατομικευμένες δυνατότητες του παρεχόμενου προϊόντος, όπως αποτελέσματα αναζήτησης, εξατομικευμένη διαφήμιση και προστασία από ανεπιθύμητη αλληλογραφία και κακόβουλο λογισμικό.»

Φυσικά όλη αυτή η καταγραφή και η ανάλυση του περιεχομένου δεν θα μπορούσε παρά να γίνεται για το καλό των χρηστών. Πώς αλλιώς θα σας προστάτευε η yahoo από τα κακόβουλα mail; Πώς θα σας οργάνωνε το inbox σας η gmail για να μην πελαγώνετε με το πλήθος των εισερχομένων; Πώς θα σας πρότεινε το youtube να δείτε βιντεάκια που μόνο εσάς μπορεί να ενδιαφέρουν; Και επιπλέον, πώς αλλιώς θα μπορούσατε να λάβετε μέρος σε αυτό που λέγεται «εξατομικευμένη διαφήμιση» – για τη διευκόλυνση των δικών σας αγορών φυσικά.

Υπάρχουν βέβαια και αντιδράσεις, ειδικά σε ότι αφορά χρήστες άλλων (συχνά επί πληρωμή) υπηρεσιών, οι οποίες υποτίθεται ότι εγγυώνται την ασφάλεια και την ιδιωτικότητα του περιεχομένου της αλληλογραφίας. Και λέμε υποτίθεται γιατί η gmail παραδέχεται ότι σκανάρει όλα τα email που περνάνε από αυτήν, είτε προέρχονται από δικούς της χρήστες, είτε άλλων εταιρειών.

Η αλήθεια είναι ότι κανείς δεν μπορεί να διανοηθεί το εύρος της επεξεργασίας και το πλήθος των τομέων που μπορεί να χρησιμεύσουν οι πληροφορίες της επικοινωνίας του. Το σίγουρο όμως είναι αυτό: σε καμία περίπτωση η on-line επικοινωνία δεν αποτελεί ιδιωτική υπόθεση.

]]>
Εκδήλωση: Τα αιχμάλωτα κύτταρα – πολιτικές σημειώσεις για τις βιοτεχνολογίες https://gameover.zp/2016/04/17/%ce%b5%ce%ba%ce%b4%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b1-%ce%b1%ce%b9%cf%87%ce%bc%ce%ac%ce%bb%cf%89%cf%84%ce%b1-%ce%ba%cf%8d%cf%84%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b1-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9/ Sat, 16 Apr 2016 22:20:27 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1701 Παρατηρήσεις για τις βιοτεχνολογίες, πέρα απ’ το «καλό» ή/και το «κακό» των εφαρμογών τους: είναι η καινούργια φάση του καπιταλισμού!

Τετάρτη, 20 Απριλίου, 15:30
Αρχιτεκτονική, Κάτω Πολυτεχνείο, Αίθριο Αβέρωφ

aixmalwta_kyttara_afisa

]]>
Εισήγηση: Ο δρόμος που φτιάχτηκε περπατώντας _μια ιστορία για τη σχέση κοινωνίας και τεχνικής. https://gameover.zp/2016/04/17/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%bf-%ce%b4%cf%81%cf%8c%ce%bc%ce%bf%cf%82-%cf%80%ce%bf%cf%85-%cf%86%cf%84%ce%b9%ce%ac%cf%87%cf%84%ce%b7%ce%ba%ce%b5-%cf%80%ce%b5%cf%81%cf%80%ce%b1/ Sat, 16 Apr 2016 22:19:10 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1729

Μπουσουλώντας

Μετακίνηση, όπως μας πληροφορεί ένα λεξικό, είναι η αλλαγή θέσης, η μετάβαση από ένα σημείο σε ένα άλλο. Και για να καλυφθεί η απόσταση που χωρίζει τα δύο αυτά σημεία, ο άνθρωπος διαθέτει ένα ολόκληρο φάσμα τεχνικών μέσων. Από το στοιχειωδέστερο όλων, αυτό που υπήρξε και το κυρίαρχο (μιλώντας για χερσαίες μετακινήσεις) μέχρι και τον 18ο αιώνα: τα πόδια του. Ή, σε περίπτωση που θέλει να κινηθεί ταχύτερα και με λιγότερη δαπάνη ενέργειας, το εργαλείο του ποδηλάτου είναι το ενδεδειγμένο μέσο. Αν η ακόμα μεγαλύτερη ταχύτητα κι άνεση είναι ζητούμενα, τότε η μηχανή που λέγεται αυτοκίνητο αποτελεί την ιδανική λύση. Η λογική που συνδέει την εξέλιξη από το σώμα (πόδι) στο εργαλείο (ποδήλατο) κι από εκεί στην μηχανή (αυτοκίνητο) μοιάζει αυτονόητη κι αρραγής. Ένα «φυσικό» πρόβλημα τίθεται στον άνθρωπο (από ένα σημείο του «αφηρημένου» χώρου σε ένα άλλο) κι ως συνήθως, αυτός επινοεί (ως homo sapiens) και κατασκευάζει (με τα χέρια του, ως homo faber) μια σειρά τεχνικών μέσων για την επίλυσή του.

Από την οπτική του τεχνολογικού ντετερμινισμού, μια τέτοια εξέλιξη είναι τόσο φυσική όσο φυσικό είναι και το προς επίλυση πρόβλημα. Οι τεχνικές λύσεις ακολουθούν τη δική τους νομοτελειακή λογική την οποία και μεταφέρουν στο κοινωνικό πεδίο. Τα ερωτήματα, οι δισταγμοί και οι ενστάσεις δεν έχουν θέση όσον αφορά στην εξέλιξη της τεχνικής, η οποία φτάνει ενίοτε να εννοείται ως (οιονεί) βιολογική. Με τα λόγια ενός από τους πιο πειστικούς «τεχνολογικούς ντετερμινιστές», ήδη από το 1964[ref]Το έργο και η ομιλία του ανθρώπου, André Leroi-Gouhran, 1964[/ref]:

Καμιά αξιολογική κρίση δεν μπορεί να γίνει για μια εξελικτική διαδικασία. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο γιγαντισμός των δεινοσαύρων του Μεσοζωικού αιώνα ήταν «κακός», διότι εν τέλει οι δεινόσαυροι εξαφανίστηκαν ενώ οι κροκόδειλοι επέζησαν, αλλά δεν ξέρουμε τίποτα για το μέλλον του πλάσματος που θα μπορούσε να αντικαταστήσει τον έμφρονα άνθρωπο.

… η μηχανική αυτοματοποίηση αντιστοιχεί στο προτελευταίο δυνατό στάδιο της διαδικασίας που δρομολογείται από την εποχή του οπλισμένου με το λιάνιστρο αυστραλανθρώπου. Η απελευθέρωση των περιοχών του κινητικού εγκεφαλικού φλοιού, που κατακτάται οριστικά με την κάθετη στάση, καθίσταται τέλεια από τη στιγμή που ο άνθρωπος εξωτερικεύει τον κινητικό του εγκέφαλο. Πέραν του σημείου αυτού, δεν μπορούμε να νοήσουμε παρά την εξωτερίκευση της διανοητικής σκέψης, την κατασκευή μηχανών που όχι μόνο θα είχαν τη δυνατότητα να κρίνουν (το στάδιο αυτό έχει ήδη κατακτηθεί) αλλά θα χρωμάτιζαν την κρίση τους συναισθηματικά, θα συμμετείχαν, θα ενθουσιάζονταν ή θα βυθίζονταν στην απελπισία μπροστά στην απεραντοσύνη του έργου τους. Τότε πλέον, και αφού ο έμφρων άνθρωπος θα έχει εξασφαλίσει σε αυτά τα μηχανήματα τη δυνατότητα να αναπαράγονται, δεν θα του έμενε παρά να αποσυρθεί οριστικώς στα παλαιοντολογικά σκότη.

Η φαινομενικά αντίθετη οπτική, που υπήρξε (και είναι;) κυρίαρχη στους κύκλους της λεγόμενης πολιτισμικής ανθρωπολογίας, κωδικοποιείται σε αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί «τεχνολογικός σχετικισμός». Η αντίθεση εδώ έγκειται στην απόρριψη της ύπαρξης ενός εσωτερικού δεσμού που να συνδέει τη μορφή και το επίπεδο τεχνικής ανάπτυξης με κοινωνικές δομές και λειτουργίες. Σε κάθε σύνολο τεχνικών επιτευγμάτων μπορεί να αντιστοιχεί μια ποικιλία κοινωνικών σχέσεων, η οποία έτσι σχετικοποιεί τον όποιο δεσμό μεταξύ τους. Στις περιπτώσεις που μπορεί να εντοπιστεί μια κάποια σύνδεση, αυτή πλέον εννοείται ως εξωτερικός επικαθορισμός του τεχνικού από το κοινωνικό. Παρά την απόσταση που φαίνεται να χωρίζει ντετερμινισμό και σχετικισμό, υπάρχει ένας κοινός πυρήνας που συμμερίζονται. Και στις δύο περιπτώσεις, το τεχνικό παραμένει τεχνικό. Η ροή της επίδρασης μπορεί να κατευθύνεται από το τεχνικό στο κοινωνικό ή αντίστροφά, αλλά αυτά παραμένουν τελικά στεγανοποιημένα. Κι έτσι πραγματοποιείται η επιστροφή στο αρχικό σχήμα. Τεχνικά προβλήματα επιδέχονται (μονοσήμαντες) τεχνικές λύσεις. Κι αν στην περίπτωση της τεχνικής διαμεσολάβησης, όταν επιστρατεύονται εργαλεία και μηχανές (δηλαδή προϊόντα κοινωνικής εργασίας), η όποια κοινωνική επιρροή, έστω κι ως εξωτερική επίδραση, μπορεί να γίνει δεκτή ακόμα κι από έναν σχετικιστή, τότε, όταν το μοναδικό «τεχνικό» μέσο είναι το ίδιο το σώμα, θα περίμενε ίσως κανείς κοινωνικά «αδιαμεσολάβητες» λύσεις[ref]Δεν είναι σκοπός μας εδώ να κάνουμε μια συνολική επισκόπηση των φιλοσοφικών – κοινωνιολογικών θεωριών περί τεχνικής. Αναφέρουμε απλώς εν παρόδω μερικά ονόματα που, μετά την διαφωτιστική αισιοδοξία και την ρομαντική αντίδραση, επιχείρησαν μια πιο συστηματική πραγμάτευση του θέματος: Μαρξ, Μάμφορντ, Χάιντεγκερ, Σπένγκλερ, Ελλύλ, Ίλιτς, Μπόργκμαν, Λατούρ, Ίνγκολντ. Σημαντικό είναι ότι το μεγαλύτερο ενδιαφέρον αναπτύσσεται σχετικά αργά και πάντως κάπως αργότερα σε σχέση με αντίστοιχες αναλύσεις περί της επιστήμης ως λόγου. Για περισσότερες πληροφορίες, βλ. το Thinking through technology: the path between engineering and philosophy του Carl Mitcham, που είναι και μάλλον το πληρέστερο βιβλίο επισκόπησης των θεωριών περί τεχνικής (έχει μεταφραστεί και στα ελληνικά ως Η τεχνολογική σκέψη).[/ref].

Πίσω στην μετακίνηση λοιπόν. Ας δεχτούμε για την ώρα τον αρχικό (τεχνικό) ορισμό της, ως μετάβαση από ένα σημείο σε ένα άλλο. Κι ας υποθέσουμε ότι το μοναδικό μέσο είναι το «αδιαμεσολάβητο» σώμα. Σ’ ένα μέχρι πρόσφατα σχετικά παραγνωρισμένο κείμενό του σχετικά με τις Τεχνικές του σώματος, ο Marcel Mauss αφηγείται το εξής (1935):

Ένα ανέκδοτο περί παρελάσεων. Όλοι ξέρετε ότι το Βρετανικό πεζικό παρελαύνει με βήμα διαφορετικό από το δικό μας: με διαφορετική συχνότητα και διαφορετικό δρασκελισμό.[] Το σύνταγμα του Worchester, έχοντας διακριθεί στη μάχη του Aisne, πολεμώντας δίπλα – δίπλα με το Γαλλικό πεζικό, αιτήθηκε Βασιλική άδεια για να έχει στη διάθεσή του γαλλικές τρομπέτες και τύμπανα και Γάλλους σαλπιγκτές και τυμπανιστές. Το αποτέλεσμα δεν υπήρξε και πολύ ενθαρρυντικό. Επί σχεδόν έξι μήνες, κι ενώ είχε περάσει αρκετός καιρός από τη μάχη του Aisne, έβλεπα συχνά στους δρόμους της Bailleul το εξής θέαμα: το σύνταγμα είχε διατηρήσει τον αγγλικό του βηματισμό, ενώ προσπαθούσε να ακολουθήσει τον Γαλλικό ρυθμό. Είχε επιστρατεύσει ακόμα κι έναν Γάλλο λοχαγό ως επικεφαλής της μπάντας, που μπορούσε να παίζει τη σάλπιγγα και να δίνει τον ρυθμό καλύτερα ακόμα κι από τους άντρες του. Οι δυστυχείς Άγγλοι στρατιώτες δεν μπορούσαν με τίποτα να παρελάσουν. Δεν μπορούσαν να συγχρονίσουν μεταξύ τους τα βήματά τους. Όταν επιχειρούσαν να παρελάσουν με συγχρονισμένο βηματισμό, τότε η μουσική έβγαινε εκτός φάσης σε σχέση με τον βηματισμό τους. Στο τέλος, το σύνταγμα αναγκάστηκε να παρατήσει τις γαλλικές του σάλπιγγες.

Δύσκολα μπορεί να φανταστεί κανείς είδος βαδίσματος που να βρίσκεται πιο κοντά στον τεχνικό ορισμό της μετακίνησης απ’ ό,τι η στρατιωτική παρέλαση (κι αυτό ίσως να μην είναι τυχαίο…). Ίδιος σκοπός: η διάσχιση μιας επίπεδης απόστασης. Ίδια τα μέσα: τα πόδια των στρατιωτών. Κι όμως. Δύο διαφορετικοί τρόποι για την επίτευξη του ίδιου σκοπού με τα ίδια μέσα. Δύο τρόποι βαδίσματος που μοιάζουν ριζικά ασύμβατοι. Σώματα που σίγουρα δεν φέρουν εκ γενετής το στίγμα μιας ασυμβατότητας, αλλά που όμως αυτή εγγράφεται πάνω τους μέσω μακροχρόνιας εξάσκησης. Στο δοκίμιό του, ο Mauss ξεκινάει με τέτοια «ανέκδοτα» και συνεχίζει παρουσιάζοντας έναν κατάλογο με τεχνικές του σώματος, υπονομευτικές για αυτό που θεωρείται αυτονόητο στις δυτικές κοινωνίες. Πόσοι τρόποι υπάρχουν για να κοιμάται κανείς; Οι Μασάι έχουν αναπτύξει την ικανότητα να κοιμούνται όρθιοι (κυριολεκτικά). Πόσοι τρόποι υπάρχουν για να ξεκουράζεται κανείς; Σε ολόκληρη τη Νειλωτική Αφρική μπορούν να ξεκουράζονται όπως οι πελαργοί: στεκόμενοι στο ένα πόδι, μερικές φορές χωρίς καν κάποιο υποστήριγμα. Πόσοι τρόποι υπάρχουν ακόμα και για να γεννάνε οι γυναίκες; Στην Ινδία, ο παραδοσιακός τρόπος τις θέλει να στέκονται όρθιες. Ο κατάλογος είναι μακρύς και δεν θα επιμείνουμε.

Θα παραμείνουμε στο βάδισμα με ένα ακόμα παράδειγμα πολιτισμικής σύγκρισης, αυτή τη φορά αναφερόμενο σε ένα είδος λιγότερο τεχνητό από αυτό της παρέλασης. Στο «φυσικό», καθημερινό βάδισμα. Για ένα βρέφος στη Δύση, το μπουσούλημα θεωρείται από τους γονείς ένα στάδιο που αυτό πρέπει να περάσει γρήγορα για να αρχίσει να περπατάει «κανονικά». Η αγωνία για το «πότε θα περπατήσει» το παιδί μεταφράζεται σε εκστατική χαρά όταν το κατορθώσει (κι αφού συχνά του έχουν παρασχεθεί τα κατάλληλα τεχνικά υποστηρίγματα) και τα πρώτα του βήματα είναι κάτι που «κανένας γονιός δεν θέλει να χάσει». Από τη στιγμή αυτή και μετά, οποιαδήποτε στάση ή κίνηση φέρνει το σώμα πιο κοντά στο έδαφος εκλαμβάνεται ως υποτιμητική, αν όχι κι ως υποτακτική, ως συμπεριφορά που ταιριάζει σε «ζώα». Μέχρι πριν την μαζική εκδυτικοποίηση της, κάπου στα μέσα του 20ου αιώνα, η Ιαπωνική κοινωνία αντιλαμβανόταν διαφορετικά τη σχέση του σώματος ως προς το έδαφος. Για τους Ιάπωνες γονείς, τα πρώτα βήματα ενός βρέφους δεν ήταν κάτι το οποίο ανέμεναν με κομμένη την ανάσα ούτε κάτι προς το οποίο θα έπρεπε να το σπρώξουν. Το παιδί θα σηκωνόταν κάποια στιγμή, αλλά μέχρι τότε μπορούσε να απολαμβάνει το μπουσούλημά του όσο τράβαγε η καρδιά του. Αλλά και πέρα από αυτή την ηλικία, η σχέση τους με το έδαφος παρέμενε στενότερη, από τον τρόπο που κοιμούνταν (στο έδαφος) μέχρι τον τρόπο που εργάζονταν κι έτρωγαν (χωρίς καρέκλες). Και η εγγύτητα με το έδαφος δεν είχε αποκτήσει ποτέ της υποτιμητικές, «ζωικές» συμπαραδηλώσεις.

Μέσα σε αυτό το πολιτισμικό σύμπλεγμα που νοηματοδοτεί τη σχέση του σώματος με το έδαφος σίγουρα εκβάλλει ένα πλήθος παραγόντων (π.χ., η Ιαπωνική κουλτούρα ούτως ή άλλως δεν έτεινε να εννοεί τα ζώα ως χαμηλότερες μορφές ζωής σε αντίθεση με τον δυτικό άνθρωπο που «άνω θρώσκει», κατά την γνωστή παρετυμολογία). Ένας από αυτούς όμως (τουλάχιστον σύμφωνα με κάποιους ανθρωπολόγους) είναι και ο ίδιος ο τρόπος βαδίσματος. Παραδοσιακά, οι Ιάπωνες περπατούσαν κυρίως με χρήση των γονάτων κι ελαχιστοποιώντας την κίνηση των γοφών, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα ένα χαμηλότερο κέντρο βάρους και που έδινε την οπτική αίσθηση συρσίματος. Όσο «αφύσικος» κι αν φαινόταν στους Ευρωπαίους, αυτός ο τρόπος βαδίσματος ήταν εξαιρετικά αποδοτικός σε εδάφη με συνεχείς υψομετρικές διαφορές. Αντίστροφα τώρα, το δυτικό ιδεώδες της ευθυτενούς στάσης, με τον μεγάλο δρασκελισμό που κατευθύνεται κυρίως από τους γοφούς, φαίνεται πως έχει την καταγωγή του στον τρόπο που μεταφέρθηκαν αρχαιοελληνικά ιδανικά στη σύγχρονη Ευρώπη μέσα από τα έργα συγγραφέων όπως ο Άγιος Αμβρόσιος και ο Έρασμος. Και πρόκειται για εκείνον τον τρόπο βαδίσματος που είναι κατάλληλος όταν κανείς φέρει όπλα τα οποία θα πρέπει να είναι έτοιμος να χρησιμοποιήσει απέναντι σε άλλους διαβάτες, δυνάμει εχθρούς του.

Ο παπουτσωμένος αραχτός

Το πόδι ως μηχανή

Ο 19ος αιώνας υπήρξε ο αιώνας που έδωσε τα πρώτα αποτελεσματικά τεχνικά μέσα χερσαίων μετακινήσεων. Το ποδήλατο, το τραίνο, το αυτοκίνητο. Πριν από αυτό όμως υπήρξε ο αιώνας που γέννησε την ιδέα του homo sapiens και του homo faber. Του έμφρονα ανθρώπου και του ανθρώπου κατασκευαστή. Του ανθρώπου που, με την όρθια στάση του, απελευθερώνει τα χέρια του για να τα χρησιμοποιήσει στην κατασκευή εργαλείων. Και που η κίνηση των χεριών του κατευθύνεται από την ευφυΐα του, η οποία φυσικά κατοικοεδρεύει στον υπερμεγέθη εγκέφαλό του. Είναι αυτή η συνέργεια μεταξύ εγκεφάλου και (απελευθερωμένων) χεριών που επιτρέπει στον άνθρωπο να υπερέχει όλων των άλλων ειδών. Η ιδέα αυτή δεν ήταν καινούρια. Κυκλοφορούσε ήδη από την κλασσική αρχαιότητα ως φιλοσοφική υπόθεση. Ήταν όμως τότε που βρήκε την επιστημονική της έκφραση μέσα από τις νεο-αναδυόμενες επιστήμες της εξελικτικής βιολογίας και της ανθρωπολογίας. Πρόκειται για την εποποιία της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους με την οποία όλοι λίγο – πολύ είμαστε εξοικειωμένοι. Από αυτή την αφήγηση όμως υπάρχει κάτι που λείπει. Κάτι πολύ βασικό. Το ανθρώπινο πόδι και ο ρόλος του[ref]Πάνω στις πρακτικές και στις αντιλήψεις περί βαδίσματος, σημαντική είναι η δουλειά του ανθρωπολόγου Tim Ingold, απ’ όπου κι έχουμε αντλήσει αρκετά στοιχεία.[/ref].

Το 1881, ο γνωστός ανθρωπολόγος Edward Tylor παρουσίασε το παρακάτω σκίτσο σ’ ένα βιβλίο του[ref]Αναδημοσιεύουμε από το άρθρο του Tim Ingold, Culture on the ground: the world perceived through the feet.[/ref]:
chimp_man_hand_foot
Στα αριστερά έχουμε το χέρι και το πόδι ενός χιμπαντζή, στα δεξιά το πόδι και το χέρι ενός σύγχρονου ανθρώπου. Η πρόθεση του Tylor ήταν σαφής. Στα υπόλοιπα πρωτεύοντα, εκτός του ανθρώπου, πόδι και χέρι έχουν τέτοια ομοιότητα που θα μπορούσε ακόμα και να μπερδευτεί κανείς ως προς το τι είναι τι. Στον άνθρωπο, ανοίγεται ένα χάσμα ανάμεσα σε πόδι και χέρι, ένα χάσμα που υπήρξε το αποτέλεσμα ενός καταμερισμού εργασίας που αυτός «επέβαλε» στο σώμα του, το αποτέλεσμα της απελευθέρωσης του χεριού για την εκτέλεση πιο λεπτεπίλεπτων εργασιών. Ο ίδιος όμως σημειώνει το εξής:

Επί τούτου το σκίτσο δεν έχει σχεδιαστεί με βάση το ελεύθερο πόδι των αγρίων αλλά με βάση το στριμωγμένο μέσα σε άκαμπτες δερμάτινες μπότες πόδι του Ευρωπαίου, γιατί έτσι φαίνεται με τον πιο καθαρό τρόπο η αντίθεση ανάμεσα σε πίθηκο και άνθρωπο.

Γιατί όμως να είναι απαραίτητη αυτή η διευκρίνιση; Σε άλλο σημείο αναφέρει ότι:

Με το γυμνό τους πόδι οι άγριοι της Αυστραλίας μπορούν να πιάνουν τα ακόντιά τους, ενώ οι Ινδοί ράφτες, την ώρα που ράβουν καθισμένοι στο έδαφος, μπορούν να κρατάνε το ρούχο που δουλεύουν.

Ο Tylor δεν αγνοούσε ότι δεν υπάρχει μία και μοναδική χρήση του ποδιού, ακόμα κι ανάμεσα στους εξελιγμένους homo sapiens. Όπως δεν το αγνοούσαν και μια σειρά άλλοι επιστήμονες, μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο πατέρας της εξελικτικής βιολογίας, ο Δαρβίνος. Τα παραδείγματα που αναφέρουν εν παρόδω στα έργα τους σχετικά με «ανορθόδοξες» χρήσεις του ποδιού (πάντα από τους τότε λεγόμενους «αγρίους») είναι αρκετά. Στα πλαίσια μιας εξελικτικής σκέψης όμως, τέτοιες χρήσεις φάνταζαν απομεινάρια προηγούμενων σταδίων σε μια γραμμή εξέλιξης η κορύφωση της οποίας έφτανε στον σύγχρονο Ευρωπαίο. Ειδικότερα, στον σύγχρονο Ευρωπαίο gentleman, αυτόν που φορούσε συνεχώς παπούτσια και μπότες. Γιατί, ακόμα και στην πολιτισμένη Ευρώπη, μεγάλα κομμάτια των εργατικών κι αγροτικών πληθυσμών δεν θεωρούσαν αυτονόητο ότι πρέπει να φοράνε συνεχώς παπούτσια.

Αν λοιπόν ο εγκέφαλος του homo sapiens τον εξοπλίζει με ανώτερη ευφυΐα και τα χέρια του με κατασκευαστική επιδεξιότητα, τότε τα πόδια παρουσιάζονται ως ήσσονος σημασίας, ως εκείνος ο προωθητικός μηχανισμός που υπάρχει για να απελευθερώνει το υπόλοιπο σώμα. Τι άλλο μπορεί να κάνει ένα πόδι προστατευμένο μέσα σε παπούτσια πέρα από το να περπατάει; Μη συνδεόμενο είτε με την ευφυΐα είτε με την επιδεξιότητα, φαντάζει ως ένα αναγκαίο κακό.

Η καρέκλα

Ποια είναι η λειτουργικότητα και χρησιμότητα μιας καρέκλας; Σε τι χρησιμεύει ένα τέτοιο τεχνικό κατασκεύασμα, ένα τέτοιο «εργαλείο»; Η σύντομη απάντηση είναι: σε τίποτα. Η υποτιθέμενη απάντηση ότι χρησιμεύει για να ξεκουράζει το ανθρώπινο σώμα έχει κάτι το παραπλανητικό και γίνεται αυτονόητη μόνο από τη στιγμή που το σώμα έχει μάθει να αναπαύεται σε καρέκλες. Έχοντας πρώτα ξεχάσει τεχνικές ανάπαυσης που υπήρξαν κυρίαρχες για χιλιάδες χρόνια στους πιο διαφορετικούς πολιτισμούς. Το βαθύ κάθισμα, η πιο απλή από αυτές τις τεχνικές, φαντάζει ανυπόφορο μόνο σε σώματα εξοικειωμένα με κάτι τόσο απλό όσο μια καρέκλα.

Ώστε και η καρέκλα λοιπόν έχει την ιστορία της. Όπως μας πληροφορούν οι ιστορικοί και οι αρχαιολόγοι, τα πρώτα δείγματα ενός επίπλου σαν την καρέκλα μπορούν να εντοπιστούν ήδη από την αρχαία Αίγυπτο, πριν από 5.000 χρόνια. Με μία κρίσιμη διαφορά σε σχέση με το σήμερα. Δεν αποτελούσαν έπιπλα καθημερινής χρήσης, αλλά εργαλεία μεταβίβασης κύρους σε αυτόν που καθόταν. Με άλλα λόγια, καρέκλα σήμαινε κατά κύριο λόγο θρόνος. Στα ευρήματα της εποχής που απεικονίζουν εργάτες εν ώρα εργασίας, το βαθύ κάθισμα ή ακόμα και η όρθια στάση είναι κυρίαρχες, ακόμα και για τους γραφείς.

Επιστρέφοντας στην Ευρώπη τώρα, η καρέκλα παρέμεινε άγνωστη ως έπιπλο κι εξακολούθησε να έχει τη λειτουργία θρόνου μέχρι σχετικά πρόσφατα. Πόσο πρόσφατα; Τα κινητά έπιπλα, συμπεριλαμβανομένης της καρέκλας, άρχισαν να διαδίδονται από την Αναγέννηση και μετά και ειδικά οι καρέκλες κατάφεραν να μπουν στα σπίτια των μαζών μόλις από τον 18ο αιώνα κι ύστερα. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς επομένως για ένα τεχνικό κατασκεύασμα ιδιαζόντως νεωτερικό. Υπάρχει όμως, τουλάχιστον στην Ευρώπη, ένα νήμα, ιστορικό και πολιτισμικό, που συνδέει την καρέκλα με την γραφή. Η «επανάσταση» στις τεχνολογίες καθίσματος συνέβη ταυτόχρονα και συμπληρωματικά με μια αντίστοιχη στις τεχνολογίες (αντι-)γραφής και συνέβη στα μοναστήρια του Μεσαίωνα. Καθώς η νομοκατεστημένη τάξη των κληρικών κατείχε το μονοπώλιο της εγγραματοσύνης, ήταν αυτή που ανέπτυξε σταδιακά τεχνικές που διευκόλυναν την ανάγνωση, την γραφή και την αντιγραφή κειμένων και μέχρι τον 14ο αιώνα διέθετε ήδη καρέκλες με πλάτη (αλλά όχι ακόμα κινητές) κι επικλινή αναλόγια (ενίοτε περιστρεφόμενα) με τη δυνατότητα στήριξης πολλών βιβλίων. Η οριζόντια μορφή των τραπεζιών για ανάγνωση βιβλίων φαίνεται ότι προέρχεται από τις αγγλικές βιβλιοθήκες του 18ου αιώνα και χρειαζόταν για την στήριξη βιβλίων μεγάλου φορμά που εμφανίστηκαν τότε. Η σύνδεση γραπτού λόγου με τα αντίστοιχα έπιπλα του οριζόντιου τραπεζιού και της καρέκλας προεκτείνεται κι αργότερα, με τη διάδοσή τους στα σχολεία και σε εργασίες γραφείου, όπως οι γραμματείς.

Ένα ακόμα στοιχείο στην εξέλιξη της ταπεινής καρέκλας που μας ενδιαφέρει εδώ είναι το εξής. Η σύνδεσή της με τη μηχανή, την εργοστασιακή μηχανή. Παρότι οι καρέκλες είχαν αρχίσει να διαδίδονται ήδη τον 19ο αιώνα, η «επιστημονική» σχεδίασή τους ώστε να μειώνουν την κούραση γεννήθηκε στο γύρισμα του αιώνα και μέσα στα εργοστάσια, όταν άρχισε να γίνεται αντιληπτό ότι η παρατεταμένη εργασία ενδέχεται να επιβραδύνει την παραγωγή. Για τους γιατρούς της εποχής το σώμα εννοήθηκε ως ένας «ζωντανός κινητήρας» που υπόκειται στους θερμοδυναμικούς νόμους διατήρησης της ενέργειας.

Η παρατεταμένη ορθοστασία μπορεί να είναι εξαιρετικά κουραστική κι έτσι απορροφά ενέργεια που δικαιωματικά θα έπρεπε να είναι στη διάθεση του εργοδότη και του εργαζόμενου προς επιτέλεση της εργασίας.

Περιττό να σημειώσουμε ότι η εργασία στα εργοστάσια, όταν γράφονταν τέτοιες θεωρίες, είχε ήδη ακινητοποιηθεί σε σταθερές θέσεις, μπροστά από μηχανές. Το πόδι, που άλλοτε, εκτός από την μετακίνηση κατά την εργασία, μπορούσε να χρησιμοποιείται και για την παραγωγή ενέργειας, πέφτει σε αχρηστία.

Το νόημα του ταξιδιού πριν τον 19ο αιώνα

Τα παπούτσι και η καρέκλα λοιπόν. Δύο απλά τεχνικά μέσα που εξώθησαν το πόδι στο περιθώριο. Το ένα (η καρέκλα) δίχως κάποια πρακτική χρησιμότητα (μάλιστα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι όχι μόνο δεν προσφέρει κάτι, αλλά ότι επιβαρύνει το σώμα), το άλλο (το παπούτσι) με μία υπαρκτή χρησιμότητα η οποία όμως επισκιάζεται από άλλες σημασίες, μη πρακτικής-χρηστικής φύσης, αν ληφθεί υπόψιν η συνεχής και συστηματική χρήση του. Μια αναλογία θα βοηθούσε ίσως εδώ. Όπως για τα παπούτσια έτσι και για τα γάντια θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι είναι χρηστικά. Για ορισμένους σκοπούς… Μια πολιτισμική πρακτική όμως που θα επέβαλε τη συνεχή τους χρήση και την αφαίρεσή τους μόνο σε ιδιωτικές στιγμές δύσκολα θα έβρισκε δικαιολογία στη βάση πρακτικών και μόνο λόγων…

Η περιθωριοποίηση του ποδιού ήρθε να συμπληρωθεί όμως και από μία ακόμα παράλληλη εξέλιξη κατά το ιστορικό στάδιο που ονομάζεται πρώιμη νεωτερικότητα. Μια εξέλιξη που ήρθε να νοηματοδοτήσει κατά συγκεκριμένους τρόπους το νόημα του ταξιδιού. Μέχρι και την εμφάνιση του σιδηρόδρομου τον 19ο αιώνα, η μέγιστη χερσαία απόσταση που μπορούσε να καλύψει ένας ταξιδιώτης μέσα σε μια ημέρα υπολογίζεται ότι ήταν γύρω στα 100 χιλιόμετρα. Με τα καλύτερα δυνατά τεχνικά μέσα της εποχής, δηλαδή με άμαξες κι άλογα, επρόκειτο για μια απόσταση που δεν διέφερε δραματικά από αυτή που μπορούσε να καλυφθεί απλά περπατώντας. Για ταξίδια σχετικά μικρών αποστάσεων, και λαμβάνοντας υπόψιν τη δυνατότητα που έχει ένας περιπατητής να κινείται σε ανώμαλα εδάφη μέσα από συντομότερες διαδρομές, το συγκριτικό πλεονέκτημα που είχε να προσφέρει το ταξίδι με άμαξα (που επιπλέον δεν ήταν και τόσο άνετο όσο ίσως φαντάζει) ήταν ακόμα μικρότερο.

Παρ’ όλα αυτά, η πρακτική του ταξιδιού αποσπάστηκε σταδιακά από την πρακτική του βαδίσματος και ουσιαστικά ταυτίστηκε με την μετακίνηση με άμαξες. Οι ταξιδιώτες δεν περπατούσαν. Για τις ανώτερες τάξεις που είχαν στη διάθεσή τους τέτοια μέσα, το βάδισμα, στις περιπτώσεις που ήταν απαραίτητο, αποτελούσε μια ενοχλητική παρέκβαση. Το καθ’ έξιν και κατά συρροή βάδισμα επιφυλασσόταν για τους φτωχούς, τους νεαρούς, τους εγκληματίες…[ref]Η αντίληψη που βλέπει τον πλάνητα ως επικίνδυνο στοιχείο συνδεόταν και με ευρύτερες οικονομικές εξελίξεις. Ήδη από τον 16ο αιώνα, μέσα από μια σειρά «μεταρρυθμίσεων» της αγροτικής παραγωγής (όπως οι διαβόητες περιφράξεις στην Αγγλία), μεγάλα κομμάτια αγροτικών πληθυσμών φτωχοποιήθηκαν, με αρκετούς αγρότες να οδηγούνται στην (συχνά περιπλανώμενη)επαιτεία, παρότι ήταν ικανοί για εργασία. Από ευκαρία εκδήλωσης φιλανθρωπικών αισθημάτων, οι επαίτες μετατράπηκαν σε εν δυνάμει κακοποιά στοιχεία που αντιμετωπίζονταν είτε δια του διωγμού είτε δια του εγκλεισμού[/ref] Το ταξίδι είχε εξαρχής στο επίκεντρό του τον τελικό προορισμό και η απόσταση που χώριζε την αφετηρία από τον προορισμό εννοήθηκε ως εμπόδιο που πρέπει να υπερπηδηθεί με τον μικρότερο δυνατό κόπο. Ο προορισμός προσφερόταν στον ταξιδιώτη για την απόκτηση αντικειμενικής γνώσης του τόπου μέσα από μια στοχαστική και αποστασιοποιημένη (θα μπορούσαμε να πούμε επιστημονική) στάση απέναντί του. Ταξίδι σήμαινε (διανοητική) γνώση που μπορούσε να κερδηθεί από την άφιξη στον προορισμό και ο,τιδήποτε παρεμβαλλόταν ενδιάμεσα θεωρήθηκε αγγαρεία[ref]H αγγλική λέξη για το ταξίδι, travel, άγνωστη πριν τον 14ο αιώνα, σήμαινε αρχικά την εντατική, βασανιστική εργασία και φυσικά είναι ίδιας ρίζας με την γαλλική travailler (εργάζομαι). [/ref] και περισπασμός από τον στόχο.

Ο καταμερισμός του σώματος

Φτάνοντας τελικά στον 19ο αιώνα, την εποχή των μεγάλων επαναστάσεων στις τεχνικές μετακίνησης, βρισκόμαστε μπροστά σε ένα σύμπλεγμα σημασιών για το σώμα, κωδικοποιημένων σε σχετικά απλά τεχνικά μέσα, τα οποία έχουν μικρή έως μηδαμινή πρακτική χρησιμότητα. Έχουν ήδη καταφέρει όμως να επιτελέσουν έναν άλλο ρόλο. Να επιβάλουν έναν τριμερή καταμερισμό του σώματος ανάμεσα σε νου, χέρια και πόδια που φιλοδοξεί να είναι και αξιολογικός. Στην κορυφή βρίσκεται ο εγκέφαλος, με τις χαρακτηριστικές για τον homo sapiens διανοητικές ικανότητες, που καθοδηγεί τα επιδέξια χέρια του homo faber. Στη βάση βρίσκεται τελικά το αναγκαίο κακό των ποδιών. Σε αυτόν τον τριμερή καταμερισμό αντιστοιχούν και οι ανάλογοι χαρακτηρολογικοί ιδεότυποι: ο διανοούμενος – επιστήμονας, σκεπτόμενος σε ακινησία στην καρέκλα του, ο επίσης ακινητοποιημένος, αλλά τουλάχιστον παραγωγικός εργάτης που με τα χέρια του υλοποιεί τα σχέδια του επιστήμονα και στο τέλος ο μη σκεπτόμενος και μη παραγωγικός, αλλά σε διαρκή κίνηση περιπλανητής.

Τρέχοντας

Σήμερα τα ποδήλατα έχουν φτάσει να θεωρούνται ως ένα μέσο μετακίνησης εναλλακτικό προς τα αυτοκίνητα, αν όχι κι αντιθετικό. Ωστόσο αυτή η σχέση συγκαλυμμένης (κι ενίοτε ανοιχτής) εχθρότητας ανάμεσα σε ποδήλατο κι αυτοκίνητο δεν υπήρξε εξαρχής αυτονόητη. Όσο κι αν ακούγεται παράδοξο, πολλά από τα δομικά χαρακτηριστικά του ποδηλάτου ουσιαστικά προετοίμασαν τον δρόμο για το αυτοκίνητο. Ακόμα και σε επίπεδο καθαρά τεχνικό, σχεδόν όλες οι λύσεις που εφαρμόστηκαν στα προβλήματα του αυτοκινήτου είχαν κάνει την εμφάνισή τους στη σχεδίαση του ποδηλάτου. Με την εξαίρεση της μηχανής, σχεδόν όλες οι υπόλοιπες τεχνολογικές καινοτομίες στα μέσα μετακίνησης υπήρχαν ήδη στο ποδήλατο. Από την κατεργασία μετάλλων για την κατασκευή ενός σταθερού πλαισίου μέχρι την ταπεινή αλλά επαναστατική σύλληψη του ρουλεμάν για ομαλή κυκλική κίνηση και μέχρι τα γεμισμένα με αέρα λάστιχα στις ρόδες. Θα επιμείνουμε λίγο σε αυτό το τελευταίο τεχνικό χαρακτηριστικό των ποδηλάτων, τα λάστιχα αέρος.

Όλοι έχουμε δει, συνήθως σε ακροβατικά νούμερα, το αξιοπερίεργο θέαμα ποδηλάτων με μια υπερμεγέθη ρόδα. Αυτό που ίσως δεν είναι τόσο γνωστό είναι ότι αυτή η κλοουνίστική σχεδιαστική επιλογή, την εποχή της πρώτης διάδοσης του ποδηλάτου, αποτελούσε και την κυρίαρχη επιλογή. Ως χρονολογία γέννησης του ποδηλάτου θεωρείται η δεκαετία του 1860, όταν ο Pierre Michaux έκανε ορισμένες σημαντικές βελτιώσεις πάνω σε προϋπάρχοντα σχέδια πιο «πρωτόγονων» ποδηλάτων. Αυτά τα πρώτα ποδήλατα του Michaux όμως είχαν ορισμένες αξιοσημείωτες διαφορές σε σχέση με τα σημερινά. Δεν είχαν απαραίτητα σέλα, τα πετάλια δεν συνδέονταν μέσω αλυσίδας με την πίσω ρόδα αλλά ήταν απευθείας ενσωματωμένα στην μπροστινή, η οποία με τη σειρά της ήταν αρκετά μεγαλύτερης διαμέτρου από την πίσω και, τέλος, δεν είχαν ενσωματωμένα λάστιχα αέρος.

Λόγω ακριβώς της ρόδας μεγάλης διαμέτρου, τα πρώτα ποδήλατα μπορούσαν να αναπτύξουν σχετικά μεγάλη ταχύτητα (με τον ίδιο αριθμό πεταλιών κι άρα με την ίδια γωνιακή ταχύτητα μια ρόδα μεγάλης διαμέτρου-περιφέρειας μπορεί να καλύψει μεγαλύτερη απόσταση από μια μικρότερη). Από την άλλη, το πρόβλημα ισορροπίας που είχαν το έκαναν κατάλληλο μόνο για «ριψοκίνδυνους» κι αθλητικούς άνδρες κι επομένως, για όσους δεν αποζητούσαν την αδρεναλίνη, και κυρίως για τις γυναίκες προτείνονταν μικρότερα μοντέλα ή μοντέλα με περισσότερους τροχούς. Μια άλλη λύση ήταν τα ποδήλατα με δύο ισομεγέθεις τροχούς. Σε αυτή την περίπτωση όμως, υπήρχε το πρόβλημα των κραδασμών, το οποίο, σημειωτέον, για τους αθλητές ποδηλάτες δεν ήταν καν πρόβλημα. Και πάλι, διάφορες τεχνικές λύσεις προτάθηκαν, πολλές εκ των οποίων περιλάμβαναν διαφόρων ειδών αναρτήσεις. Μία από αυτές, σε διαφορετική κατεύθυνση, προτάθηκε από τον Dunlop τη δεκαετία του 1880. Ήταν τα λάστιχα αέρος. Μόνο που η λύση του Dunlop δεν υιοθετήθηκε αμέσως. Σε μια έκθεση ποδηλάτων του 1890, μπροστά στο θέαμα αυτής της λύσης, ένας σχολιαστής αναφέρει[ref]Από το κλασσικό άρθρο «κοινωνικού κονστρουκτιβισμού» των Trevor Pinch και Wiebe Bijker, The social construction of facts and artifacts.[/ref]:

Η πιο αξιοπρόσεκτη καινοτομία στην κατασκευή ποδηλάτων είναι τα λάστιχα αέρος. Πρόκειται για λάστιχα που είναι κενά, με διάμετρο περίπου 2 ιντσών, και που φουσκώνουν με μια μικρή τρόμπα. Λέγεται ότι η οδήγησή τους είναι πολύ άνετη, δίνοντας την αίσθηση ότι ακόμα και τα πιο δύστροπα καλντερίμια είναι σαν την πιο απαλή άσφαλτο. Καθώς δεν είχαμε την ευκαιρία να τα δοκιμάσουμε, δεν μπορούμε να μιλήσουμε από πρώτο χέρι. Και μόνο κοιτάζοντάς τα όμως, είμαστε της γνώμης ότι θα είναι αρκετά δύσκολο να διατηρεί κανείς τα λάστιχα συνεχώς φουσκωμένα. Ο αέρας υπό πίεση δεν είναι κάτι το απλό. Από αναφορές άλλων που τα έχουν δοκιμάσει, φαίνεται ότι έχουν μια τάση να γλιστράνε σε λασπωμένους δρόμους. Αν όντως έτσι έχουν τα πράγματα, φοβόμαστε ότι δεν μπορεί να γίνεται λόγος για χρήση τους σε χαμηλά, οπισθοκίνητα ποδήλατα, που ούτως ή άλλως γλιστράνε εύκολα. Οποιαδήποτε βελτίωση θα πρέπει να στοχεύει στη μείωση της πιθανότητας γλιστρήματος κι όχι στην αύξησή της. Πέρα από αυτά τα μειονεκτήματα, τα λάστιχα καταστρέφουν τη συμμετρία και τη χαριτωμένη εμφάνιση ενός ποδηλάτου, κι αυτό από μόνο του νομίζουμε ότι είναι επαρκής λόγος ώστε να μην διαδοθούν περαιτέρω.

Ο Michaux με το ποδήλατό του (1861)
Ο Michaux με το ποδήλατό του (1861)
Το «έμφυλο» ποδήλατο
Το «έμφυλο» ποδήλατο
Μόνο για αθλητικούς και ριψοκίνδυνους άνδρες, με ρόδα 51 ιντσών (1885)
Μόνο για αθλητικούς και ριψοκίνδυνους άνδρες, με ρόδα 51 ιντσών (1885)
Ποδήλατο ασφαλείας (1886) του Rover (του ίδιου που αργότερα επεκτάθηκε στα αυτοκίνητα)
Ποδήλατο ασφαλείας (1886) του Rover (του ίδιου που αργότερα επεκτάθηκε στα αυτοκίνητα)

Τα λάστιχα τελικά νίκησαν, επικράτησαν, κι από σχεδιαστική επιλογή έγιναν καθιερωμένη, αυτονόητη πρακτική. Όμως η επικράτησή τους δεν οφείλεται στη λύση που έδωσαν στο πρόβλημα των κραδασμών ούτε επειδή οι επιφυλάξεις του παραπάνω σχολιαστή αποδείχθηκαν ανεδαφικές. Το καθοριστικό γεγονός για την επικράτησή τους ήταν ένας αγώνας ταχύτητας. Η εμφάνιση στην αγωνιστική πίστα ποδηλάτων εξοπλισμένων με λάστιχα προκάλεσε αρχικά τα ειρωνικά γέλια των θεατών. Τα γέλια αυτά κόπηκαν όμως στο τέλος της κούρσας όταν τα συγκεκριμένα ποδήλατα τερμάτισαν πολύ μπροστά από τα υπόλοιπα. Ήταν λοιπόν η ταχύτητα που τα καθιέρωσε και μάλιστα η ταχύτητα υπό συγκεκριμένες, δηλαδή αγωνιστικές, συνθήκες.

Η ταχύτητα ως αξία δεν αποτελεί φυσικά κάποια ανθρωπολογική σταθερά, πάγια κι αναλλοίωτη μέσα σε όλους τους ιστορικούς χρόνους και σε όλους τους πολιτισμούς. Υπήρξε αποτέλεσμα μιας ειδικής εννόησης του χρόνου και του χώρου, όπως αυτοί εννοήθηκαν μέσα στον 19ο αιώνα. Ειδικότερα για την Βικτωριανή εποχή (τελευταίο τέταρτο του αιώνα), ο «εκμηδενισμός του χρόνου και του χώρου» υπήρξε ένα από τα προσφιλέστερα θέματα στοχαστών και λογοτεχνών. Τα δίκτυα επικοινωνιών (τηλέγραφος) και μεταφορών (σιδηρόδρομος) που κατάφερναν να υποτάξουν τον χώρο και τον χρόνο συνδέθηκαν γρήγορα με διαφωτιστικές έννοιες περί προόδου. Για την πολιτική και οικονομική ρητορική της εποχής, το μεγάλο πρόβλημα που άρχισε να εμφανίζεται ήταν τα «εμφράγματα» στην κυκλοφορία. Στην ταχεία κυκλοφορία των εμπορευμάτων κατά κύριο λόγο, που αποτελούσε όρο μεγέθυνσης της οικονομίας, και στη συνέχεια και στην κυκλοφορία των ανθρώπων. Αν ο χρόνος μπορούσε να κατακερματιστεί και να μετρηθεί με το ρολόι, τότε μπορούσε και να εξοικονομηθεί. Είναι η ίδια εποχή που τα μηχανικά ρολόγια, αρχικά εγκατεστημένα στους σιδηροδρομικούς σταθμούς και στα εργοστάσια (όχι τυχαία), περνάνε στις τσέπες και στους καρπούς ως ατομικά εξαρτήματα πλέον.

Οι αγώνες ταχύτητας, όπως αυτοί των ποδηλάτων, αποτελούσαν το τελευταίο τότε στάδιο εξέλιξης και μεταλλαγής των αθλημάτων και των παιγνιδιών στη βάση αφηρημένων και μαθηματικών μεγεθών και συνιστούσαν μια ευρύτερη τάση. Ήδη πριν τα ποδήλατα, οι αγώνες ιππασίας, στους οποίους ο νικητής κρινόταν στη βάση ποιοτικών κριτηρίων, όπως η χάρη στην εκτέλεση κινήσεων, αντικαταστάθηκαν σταδιακά από τους αγώνες ταχύτητας. Και πέρα από τους αγώνες ταχύτητας, ένα ολόκληρο φάσμα παιχνιδιών επανερμηνεύτηκαν σταδιακά με ποσοτικούς όρους και τότε είναι που η λέξη ρεκόρ αποκτά τη σημασία που έχει και σήμερα. Αποκορύφωμα αυτής της διαδικασίας υπήρξαν φυσικά οι Ολυμπιακοί Αγώνες. Το σπάσιμο των ρεκόρ δεν αποτέλεσε σκοπό μόνα στα πλαίσια αγωνισμάτων, αλλά διαχύθηκε ως νοοτροπία και πέρα από αυτά, συνδεόμενη συστηματικά με τα νέα τεχνολογικά επιτεύγματα. Όπως έλεγε και το Scientific American το 1899, το σπάσιμο των ρεκόρ αντιπροσώπευε την απελευθέρωση από τη στασιμότητα του παρελθόντος.

Τα ποδήλατα τελικά, πάνω – κάτω στη μορφή που τα ξέρουμε και σήμερα, γνώρισαν ευρεία διάδοση, με τους αριθμούς τους να κυμαίνονται σε εκατοντάδες χιλιάδες για κάθε χώρα, κι εκείνη η ηρωική εποχή τους έφτασε να ονομάζεται ως η εποχή της «ποδηλατομανίας». Παρ’ όλα αυτά, το μεγάλο «μειονέκτημά» τους ήταν το γεγονός ότι εξακολουθούσαν να παραμένουν στενά συνδεδεμένα με το πόδι και τη σωματική κούραση. Όπως αναφέρεται σε ένα βιβλίο του 1890 σχετικά με το ποδήλατο:

Όποιος έχει την τύχη να διαθέτει ένα άλογο ή ένα άλογο μαζί με άμαξα συνήθως τείνει να βλέπει τον ποδηλάτη με ένα μείγμα υποτίμησης και συμπόνιας. Του φαίνεται πιο ευγενές να μετακινείται χάρη στη δύναμη του ζώου παρά καταβάλλοντας ο ίδιος προσπάθεια. Όλη αυτή η υπερδραστηριότητα των ποδιών δεν του φαίνεται καθόλου ελκυστική, μιας και σκέφτεται ότι ο ποδηλάτης εκτελεί με τις πεταλιές του τις ίδιες κινήσεις των ποδιών που ο καλός Θεός προορίζει για το βάδισμα που όλοι μπορούν να εκτελέσουν.

Ένας Γερμανός συγγραφέας της εποχής (1905), την περίοδο που βρισκόταν σε αναμονή για την παράδοση του πρώτου του αυτοκινήτου, μιλάει πιο απερίφραστα:

Σε αυτό το μεσοδιάστημα, το ποδήλατο ήταν ένα οικτρό υποκατάστατο. Μπορούσα όντως να πάω γρηγορότερα από πριν. Ένιωθα σαν να ήμουν ένα αυτοκίνητο. Έκανα τις κινήσεις που κάνει κάποιος όταν αλλάζει ταχύτητες, όταν επιταχύνει, όταν ρυθμίζει την ανάφλεξη. Σχεδόν υπέκυψα στην παραίσθηση ότι ήμουν όντως οδηγός. Τι καταραμένο μειονέκτημα να λείπει η μηχανή και να μην μπορούν τα πετάλια να κινηθούν από μόνα τους!

Αυτό που έλειπε από το ποδήλατο, η μηχανή που «απελευθερώνει» το σώμα, μπορούσε να το προσφέρει το τραίνο. Η εξάπλωση του σιδηροδρόμου κατά τον 19ο αιώνα εκτόπισε σταδιακά το κυρίαρχο (για τις ανώτερες τάξεις) μέχρι τότε μέσο μεταφοράς, την άμαξα. Για τις ίδιες αυτές ανώτερες τάξεις όμως (παρακμάζουσα αριστοκρατία και ανώτερες αστικές τάξεις), το τραίνο αποτελούσε ένα αίνιγμα. Από τη μία, ήταν το σύμβολο της μηχανοποίησης, της επιτάχυνσης κι επομένως και της προόδου ενώ, από την άλλη, όταν επρόκειτο για μετακίνηση και όχι για μεταφορά εμπορευμάτων, φάνταζε ως απειλητικό για την υποκειμενικότητά τους. Ο αδιάκριτος συμφυρμός των μαζών σε ένα τραίνο, με τα αυστηρά του προγράμματα, φαινόταν να καταργεί τις ταξικές διακρίσεις. Φτάνοντας λοιπόν στο τέλος του 19ου αιώνα, το αδιέξοδο ήταν το εξής: το ποδήλατο προσέφερε αυξημένη ταχύτητα και μια αυξημένη αίσθηση ατομικής ελευθερίας, αλλά η χρήση του προϋπέθετε σωματική κούραση. Το τραίνο μπορούσε να απαλλάξει τον ευγενή ταξιδιώτη από την κούραση, την ίδια στιγμή όμως εξαφάνιζε την ατομικότητά του, αναγκάζοντάς τον να υποστεί τον «εργοστασιακό» ρυθμό του σιδηροδρόμου. Επρόκειτο για ένα αδιέξοδο το οποίο θα έβρισκε την κοινωνικο-τεχνική λύση του στην εμφάνιση του αυτοκινήτου.

…Με νέφτι

Είναι πιθανό το πρώτο αυτοκίνητο να κατασκευάστηκε όχι στην Ευρώπη αλλά στην Κίνα. Πολύ πριν τον 19ο αιώνα. Υπάρχουν ορισμένες αναφορές για δύο Ιησουίτες μοναχούς οι οποίοι, γύρω στο 1665, κατασκεύασαν ένα ατμοκίνητο για τον Κινέζο βασιλιά. Μικρότερο του ενός μέτρου σε μήκος, αν ποτέ κατασκευάστηκε (μιας και δεν είναι βέβαιο), φαίνεται ότι περισσότερο εξυπηρετούσε σκοπούς επίδειξης, όπως τόσα και τόσα μηχανικά αυτόματα που κατασκεύζε η Ευρώπη εκείνη την εποχή και για τα οποία οι Κινέζοι έδειχναν ιδιαίτερο ενδιαφέρον (σε αντίθεση με τα υπόλοιπα εμπορεύματα που προσπαθούσαν να τους πλασάρουν). Εν πάση περιπτώσει, στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα είχαν γίνει ήδη κάποιες απόπειρες κατασκευής τέτοιων μηχανών μετακίνησης (ή και μεταφοράς στρατιωτικού εξοπλισμου, κυρίως στη Γαλλία), αλλά δεν είχαν προχωρήσει πολύ.

Τελικά, ήταν κατά τη δεκαετία του 1880 που τα πρώτα πειραματικά, αποδοτικά αυτοκίνητα εμφανίστηκαν, ξεκινώντας από τη Γαλλία. Αυτό που συνέδεε τα γαλλικά αυτοκίνητα με τον κινέζικο προπάππου τους ήταν το είδος της μηχανής που χρησιμοποιούσαν. Όπως εκείνο, έτσι κι αυτά ήταν ατμοκίνητα. Από τη στιγμή που ο Γάλλος μηχανικός Serpollet κατάφερε να φτιάξει ατμομηχανές στιγμιαίας παραγωγής ατμού, παρέχοντας ευελιξία και ισχύ στα οχήματα, ξεκίνησε ένας διαρκής πειραματισμός με ατμοκίνητα αμάξια, λεωφορεία και τρίκυκλα. Την ίδια δεκαετία, οι Γερμανοί Daimler και Maybach, βελτιώνοντας προηγούμενα γερμανικά σχέδια της τετράχρονης μηχανής εσωτερικής καύσης, παρουσιάζουν τα πρώτα βενζινοκίνητα αυτοκίνητα. Η ιστορία των πρώτων αυτοκινήτων δεν τελειώνει εδώ όμως. Μέχρι το 1880, συνεχείς βελτιώσεις στις δυνατότητες των ηλεκτρικών μπαταριών τις είχαν καταστήσει αρκετά ισχυρές ώστε να μπορούν να παράγουν αρκετό ρεύμα για να κινούν ένα όχημα. Πάλι στη Γαλλία, ο Jeantaud όχι μόνο κατάφερε να κατασκευάσει ηλεκτροκίνητα αλλά και να τους δώσει αρκετή ισχύ ώστε να πιάνουν εντυπωσιακές ταχύτητες (για τα δεδομένα της εποχής). Ειδικά στις Η.Π.Α., τα ηλεκτροκίνητα γνώρισαν μια σύντομη περίοδο άνθησης και κάποιες εταιρείες έβγαλαν στους δρόμους των πόλεων ακόμα και ηλεκτρικά ταξί.

Ατμοκίνητο του Peugeot με μηχανή Serpollet (1886)
Ατμοκίνητο του Peugeot με μηχανή Serpollet (1886)
Ηλεκτροκίνητο του Jeantaud (1893). Ρεκόρ ταχύτητας: 63 χμ/ώρα!
Ηλεκτροκίνητο του Jeantaud (1893). Ρεκόρ ταχύτητας: 63 χμ/ώρα!
Ηλεκτρικό ταξί στους δρόμους της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ (Electrobat, 1894)
Ηλεκτρικό ταξί στους δρόμους της Φιλαδέλφειας των ΗΠΑ (Electrobat, 1894)

Αυτά τα λίγα από τεχνική άποψη. Ποια ήταν όμως η κοινωνική σημασία του αμαξιού[ref]Τα τελευταία χρόνια έχει εμφανιστεί ένα ενδιαφέρον για τις κοινωνικές προεκτάσεις του αυτοκινήτου (βλ., π.χ., Car Cultures (2001, ed. Daniel Miller) και Automobilities (2004, ed. Mike Featherstone, Nigel Thrift, John Urry)). Το γερμανικό και κάπως παλιότερο (1992) Die Liebe zum Automobil (For the Love of the Automobile) του Wolfgang Sachs παραμένει κλασσικό.[/ref]; Όπως μας πληροφορεί ένας Γερμανός συγγραφέας (Otto Bierbaum), από τους πρώιμους λάτρεις των αυτοκινήτων, γράφοντας την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα, όταν πλέον είχε καταστεί δυνατή η εμπορική κυκλοφορία τους:

Θέλουμε να μπορούμε να ταξιδεύουμε ξανά, ως ελεύθεροι gentlemen, με το αυτεξούσιό μας, στην ελευθερία του καθαρού αέρα. Και το γεγονός ότι θα έχουμε περισσότερα να κάνουμε, ότι κάθε στιγμή θα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με την ανάγκη να λαμβάνουμε αποφάσεις, αποτελεί ένα πλεονέκτημα που προσφέρει αυτή η αναγεννημένη τέχνη του ταξιδιού. Τα ταξίδι με αυτοκίνητο προσφέρει ένα μασάζ όχι μόνο για το σώμα, αλλά και για το πνεύμα και για αυτόν ακριβώς τον λόγο εντείνονται οι δυνάμεις μας της ανακάλυψης, της αντίληψης, της επεξεργασίας κι εσωτερίκευσης εξωτερικών εντυπώσεων.

Το 1905, το γερμανικό περιοδικό Automobilwelt (Ο Κόσμος του Αυτοκινήτου), συμπληρώνει:

Τώρα που επιτέλους έφτασε το αμάξι, έχει απελευθερώσει τον περιπλανώμενο εραστή της φύσης από τους περιορισμούς του χώρου, έτσι ώστε αυτός απολαμβάνει την ελευθερία της κίνησης, συνδυάζοντας την ταχύτητα του τραίνου με την άνεση της άμαξας. Κανείς δεν του υποδεικνύει τον σκοπό, τον δρόμο, την ώρα αναχώρησης. Μπορεί να περιφέρεται από μέρος σε μέρος, να χαλαρώνει σε ένα όμορφο, σκιερό σημείο με τους συνταξιδιώτες του και να γεύεται τα εδέσματα που κουβαλάει στο καλάθι του. Αν το θέλει, μπορεί στη στιγμή να αλλάξει προορισμό και δεν χρειάζεται απλά να προσπερνάει όμορφες περιοχές που βρίσκονται εκτός δρόμου, όπως εξαναγκάζεται να κάνει με τον αναίσθητο σιδηρόδρομο.

Κι ένας Ολλανδός γιατρός καταθέτει την επιστημονική του άποψη:

Να αναπνέεις φρέσκο, καθαρό, χωρίς σκόνες αέρα, αέρας που μπορεί να είναι πολύ λεπτός λόγω της γρήγορης ώθησης, η αλλαγή του κλίματος, όλα αυτά είναι πολύ υγιεινά για τους πνεύμονες.

Η επανάσταση που προκάλεσαν τα πρώτα αυτοκίνητα δεν αφορούσε σε καμμία περίπτωση τον γενικό τρόπο μετακίνησης μέσα στις πόλεις. Ούτως ή άλλως, οι τιμές τους ήταν απρόσιτες για το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό των αστεακών πληθυσμών κι ακόμα περισσότερο των αγροτικών. Αν προκάλεσαν όντως κάποια επανάσταση, αυτή αφορούσε στο φαντασιακό των ανώτερων στρωμάτων της αστικής τάξης, τους μοναδικούς πελάτες που μπορούσαν να τα αγοράσουν. Οι μέγιστες ταχύτητες εκείνων των πρώτων αυτοκινήτων ήταν αρκετά χαμηλές (το πρώτο αυτοκίνητο του Daimler είχε τελική τα 16 χμ/ώρα ενώ και την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα μια τελική 30 χμ/ώρα ήταν συνηθισμένη) και περιορίζονταν ακόμα περισσότερο εντός του αστικού ιστού από τους «ακατάλληλους» δρόμους και την «άναρχη» συμπεριφορά των πεζών. Έτσι, η χρήση τους γινόταν λιγότερο για πρακτικούς σκοπούς μετακίνησης και περισσότερο για λόγους κοινωνικής διαφοροποίησης κι αναψυχής.

Ακόμα και μια πρόχειρη ματιά στα πρώτα μοντέλα αυτοκινήτων δείχνει το προφανές. Ουσιαστικά αποτελούσαν άμαξες στις οποίες τα άλογα είχαν αντικατασταθεί από μηχανές. Πριν την εφαρμογή μεθόδων μαζικής παραγωγής, τέτοιες άμαξες ήταν το αποτέλεσμα λεπτεπίλεπτης εργασίας μαστόρων, που έδιναν ιδιαίτερη προσοχή στη λεπτομέρεια, στον στολισμό κι εν γένει στην αισθητική ποιότητα του προϊόντος. Όπως και οι άμαξες με άλογα, έτσι κι αυτές με μηχανές ήταν προϊόντα πολυτελείας που αγκαλιάστηκαν με ενθουσιασμό από τις ανώτερες αστικές τάξεις και συνάντησαν την εχθρότητα των εργατών. Σε σημείο που το 1906 ο Αμερικανός πρόεδρος Woodrow Wilson έφτασε να δηλώσει:

Η χρήση του αυτοκινήτου είναι αυτή που, περισσότερο απ’ ο,τιδήποτε άλλο, έχει καταφέρει να διαδώσει τις σοσιαλιστικές ιδέες.

Μέσω αυτού του φαντασιακού συμπλέγματος περί ατομικής κινητικότητας βρήκε την έκφρασή του (και σε ένα βαθμό την υπέρβασή του) ένας από τους βασικούς διχασμούς της αστικής τάξης. Από τη μία, τα κύματα αστυφιλίας κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, προϊόντα τα ίδια της τεχνολογικής – βιομηχανικής προόδου, έκαναν τις μητροπόλεις να μοιάζουν με χαοτικά μελίσσια συνεχούς κινητικότητας. Από την άλλη, τα επικρατούντα ακόμη βικτωριανά ήθη δεν επέτρεπαν το χάσιμο μέσα στην άναρχη αισθησιακότητα του αστεακού πλήθους. Μια ολόκληρη ιατρική ρητορική περί υστερίας και νευρασθένειας ήρθε για να ονοματίσει επιστημονικά το διάχυτο στις ανώτερες τάξεις αίσθημα αδιέξοδης νευρικής ανησυχίας. Η διέξοδος μέσω της επιστροφής σε μια προ-βιομηχανική κατάσταση, κόντρα στο ρεύμα της «προόδου», δεν ήταν βέβαια νοητή. Θα έπρεπε κι αυτή να είναι επιστημονική και τεχνολογική. Ανάμεσα στα διάφορα δονούμενα γκατζετάκια της εποχής που προσέφεραν μασάζ των νεύρων, τα ποδήλατα (των οποίων το «ερωτικό γαργαλητό» προτεινόταν ως αντίδοτο στον αυνανισμό…) κι ακόμα περισσότερο τα αυτοκίνητα έγιναν τα μέσα που επέτρεπαν στο σώμα να αποδράσει από την πόλη χωρίς να παραμένει απαθές. Το ενεργητικό ταξίδι στην εξοχή, που μεταφέρει το σώμα με ταχύτητα, διατηρώντας το ταυτόχρονα σε εγρήγορση, έγινε θέμα υγιεινής. Κι αυτός ήταν ένας από τους λόγους για τους οποίους τα ηλεκτρικά αυτοκίνητα, μετά από μια πρώτη φάση διάδοσης, εγκαταλείφθηκαν. Όντας ήσυχα, άοσμα κι εύκολα στον χειρισμό, αν και με περιορισμένη σχετικά εμβέλεια, θεωρήθηκαν αρχικά κατάλληλα για γυναίκες κι εν τέλει η εμπειρία που προσέφεραν παραήταν παθητική. Αντιθέτως, τα βενζινοκίνητα είχαν λίγο μεγαλύτερη εμβέλεια και το βασικότερο, ήταν πιο ανθεκτικά σε διάφορα είδη δρόμων και πιο δύσκολα και ιδιότροπα στον χειρισμό. Αποτέλεσαν το μηχανικό θηρίο που ένας ταξιδιώτης – εξερευνητής έπρεπε να δαμάσει για να βρεθεί στη Φύση, της οποίας την ομορφιά άρχισε να ανακαλύπτει η αστική τάξη.

Από τη δεύτερη δεκαετία του 20ου αιώνα κι έπειτα, παρότι το αυτοκίνητο παρέμεινε το ίδιο ως προς τα βασικά του χαρακτηριστικά, τα μοτίβα παραγωγής και κατανάλωσής του πέρασαν σε ένα δεύτερο στάδιο. Δεν θα επιμείνουμε πολύ εδώ. Θα αρκεστούμε σε κάποιες μάλλον γνωστές σημειώσεις που δείχνουν την επανανοηματοδότηση αυτού του «τεχνικού» αντικειμένου. Οι ταιηλορικές μέθοδοι παραγωγής στα εργοστάσια του Φορντ επέτρεψαν τη μαζική παραγωγή αυτοκινήτων. Εξίσου σημαντικό όμως είναι και το εξής. Μαζική παραγωγή προϋποθέτει και μαζική κατανάλωση. Η άλλη καινοτομία του Φορντ ήταν το αυξημένο ημερομίσθιο των πέντε δολαρίων, αυξάνοντας και την καταναλωτική δυνατότητα των εργατών. Πέρα από αυτή την οικονομική διάσταση όμως, το μαζικό αυτοκίνητο επιτέλεσε κι άλλες λειτουργίες, αφομοιώνοντας στοιχεία της προηγούμενης φάσης του, υπό διαφορετική μορφή όμως. Μεταρρυθμιστές και φιλάνθρωποι είδαν στο μαζικό αυτοκίνητο τη δυνατότητα αποφόρτισης κοινωνικών εντάσεων, μετατρέποντας τους εργάτες σε ιδιοκτήτες αντικειμένων υψηλής αξίας που, συν τοις άλλοις, θα τους επέτρεπαν μικρές αποδράσεις από την εργασιακή ρουτίνα της πόλης. Ταυτόχρονα, σε μια προσπάθεια απόδοσης ενός ελαχίστου ατομικότητας στα αυτοκίνητα (και συνεπώς στους ιδιοκτήτες του), τα μαζικά μοντέλα, που από τη φύση τους δεν επιτρέπουν μεγάλες διαφοροποιήσεις, άρχισαν να ξεχωρίζουν από μικρές διαφορές στο στυλ και στον εξοπλισμό, με αντίστοιχες διαφορές στην τιμή. Και για να διατηρηθεί το αίσθημα προόδου και ο κύκλος παραγωγής – κατανάλωσης, ακολουθήθηκε (συνειδητά) μια τακτική μικρών κι επιφανειακών προσθηκών κι αλλαγών κάθε λίγα χρόνια, κάνοντας κάθε νέο μοντέλο φαίνεται διαφορετικό από το προηγούμενο, ακόμα κι όταν στην ουσία δεν είχε αλλάξει.

Επίλογος

Γιατί οδηγούμε αυτοκίνητα; Γιατί οδηγούμε βενζινοκίνητα αυτοκίνητα; Γιατί οδηγούμε βενζινοκίνητα αυτοκίνητα καθιστοί; Μέσα από τα γραπτά και τις εκδηλώσεις του Game Over, έχουμε προσπαθήσει ξανά και ξανά να επισημάνουμε το εξής αυτονόητο για μας: ότι δεν υπάρχει καμμία αυτονόητη χρήση των τεχνικών μέσων που χρησιμοποιούμε. Μέσα από το παράδειγμα της μετακίνησης προσπαθήσαμε να αναδείξουμε πλευρές αυτού που θα ονομάζαμε διαλεκτική σχέση τεχνικών μέσων και κοινωνικών σχέσεων, ήτοι:
α) Δεν υπάρχει κοινωνικά «αδιαμεσολάβητη», δηλαδή αμιγώς τεχνική, χρήση της… τεχνικής. Η χρήση ακόμα και του απλούστερου των τεχνικών μέσων, του ίδιου του σώματος, που έρχεται ως «βιολογικό δεδομένο», ως κάτι που δεν αποτελεί αποτέλεσμα κατασκευής, δεν είναι καθόλου αυτονόητη και μονοσήμαντη. Όπως δεν υφίσταται ένας «φυσικός» τρόπος βαδίσματος, έτσι δεν υπάρχει και κανένας εν γένει «φυσικός» τρόπος μετακίνησης.
β) Γύρω από τις σωματικές-τεχνικές επιλογές συναρμόζεται ένα πλήθος άλλων κοινωνικών και πολιτικών πρακτικών καθώς και πολιτισμικών νοηματοδοτήσεων, η κατανόηση των οποίων είναι αδύνατη όταν αυτή επιχειρείται σε ένα απλά τεχνικό επίπεδο. Το τι θα κατανοηθεί κάθε φορά ως «πρόβλημα» που απαιτεί «λύση» διαφεύγει του καθαρά τεχνικού.
γ) Με τη σειρά του, ένα τέτοιο, δεδομένο σε κάθε ιστορική στιγμή, πλέγμα πρακτικών και νοηματοδοτήσεων, κουβαλάει εντός του τις προηγούμενες λύσεις και προβληματοποιήσεις, ακόμα κι όταν τις αρνείται.
δ) Η εγγραφή πάνω στο σώμα (και στα εργαλεία) ορισμένων πολιτισμικών επιταγών υπό τη μορφή τεχνικών λύσεων μπορεί να «κλειδώσει» ό,τι πριν συνιστούσε μια δυνατή κοινωνική επιλογή σε τεχνική πλέον απαίτηση.

Ένας τυπικός Αμερικάνος αφιερώνει περισσότερες από 1600 ώρες τον χρόνο στο αμάξι του. Κάθεται σε αυτό καθώς μετακινείται και καθώς περιμένει στο φανάρι. Ψάχνει να βρει πάρκινγκ. Ξοδεύει χρόνο για να κερδίζει τα χρήματα που θα δώσει στην προκαταβολή και στις μηνιαίες δόσεις. Εργάζεται για να μπορεί να πληρώνει την βενζίνη, τα διόδια, την ασφάλεια, τους φόρους και τις κλήσεις. Από τις 16 ώρες της μέρας που περνάει ξύπνιος, τις 4 τις ξοδεύει είτε στο δρόμο είτε στο να μαζέψει τους πόρους που του χρειάζονται για να βγει στον δρόμο. Κι αυτός ο χρόνος δεν συμπεριλαμβάνει τον χρόνο που ξοδεύεται σε άλλες δραστηριότητες που καθορίζονται από την μετακίνηση: ο χρόνος στα νοσοκομεία, ο χρόνος στα δικαστήρια και στα συνεργεία, ο χρόνος για την παρακολούθηση διαφημίσεων για αυτοκίνητα ή εκπαιδευτικών σεμιναρίων. Ένας τυπικός Αμερικάνος ξοδεύει 1600 ώρες ανά έτος για να καλύψει 7500 μίλια: λιγότερο από 5 μίλια ανά ώρα.

Αυτά έγραφε το 1974 ο Ivan Illich και δεν έχουμε λόγους να αμφιβάλλουμε ότι κάτι έχει αλλάξει δραματικά εν τω μεταξύ (εξάλλου ο τυπικός Αμερικάνος προτιμάει πλέον τα SUV). Ο υπολογισμός αυτός μπορεί να φαίνεται σοφιστεία, όμως η δύναμή του αποκαλύπτεται όταν κάνει κανείς την απλοϊκή ερώτηση: και τότε γιατί δεν παρατάμε τα αυτοκίνητα να πηγαίνουμε με τα πόδια; Γιατί τα αυτοκίνητα δεν είναι απλώς τεχνικά μέσα που απλώς μπορούν να αντικατασταθούν με κάτι άλλο. Γύρω από αυτά πλέκεται ένα κουβάρι πρακτικών που του δίνουν το τελικό του νόημα. Αν ο χρόνος που ξοδεύεται στην εργασία για τα χρήματα της τιμής του αυτοκινήτου μπορούσε να διεκδικηθεί ως ελεύθερος χρόνος, αν ο χρόνος για την κατασκευή των δρόμων απελευθερωνόταν, αν οι πόροι που ξοδεύονται στην στρατιωτική διασφάλιση του μαύρου χρυσού έβρισκαν άλλη χρήση… Αν, αν, αν… τότε θα μπορούσαμε να μιλάμε για έναν άλλο τρόπο μετακίνησης. Μέχρι τότε, θα περιμένουμε τους έξυπνους δρόμους με φυτεμένους αισθητήρες και τα έξυπνα αυτοκίνητα που δεν χρειάζονται οδηγό.

]]>
Η αλγοριθμοποίηση της τύχης https://gameover.zp/2015/07/17/%ce%b7-%ce%b1%ce%bb%ce%b3%ce%bf%cf%81%ce%b9%ce%b8%ce%bc%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%84%cf%8d%cf%87%ce%b7%cf%82/ Fri, 17 Jul 2015 16:08:35 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1516 Untitled-1

Εισαγωγή

θα μπορούσε να φανταστεί κάποιος πριν κάποιες δεκαετίες ότι θα γινόταν καταναλωτής της τύχης (του);

Ότι θα μπορούσε με το πάτημα ενός κουμπιού να ζητήσει έναν τυχαίο αριθμό;

Να ρίξει τα ζάρια σε ένα video game;

Να αγοράσει κάποιες μετοχές σε ένα χρηματιστήριο με τυχαίο τρόπο, και ότι αυτό θα θεωρούταν ο «βέλτιστος» τρόπος να αναζητάς το κέρδος σου (στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο);

Είμαστε κάτι παραπάνω από εξοικειωμένοι, θα λέγαμε ότι έχουμε μάθει να ζούμε με διάφορες όψεις αυτού που αποκαλούμε τυχαιότητα και που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εμπλέκεται στην καθημερινή μας ζωή. Η τύχη γενικά σαν έννοια και σαν πρακτική δεν είναι τωρινή στις ανθρώπινες κοινωνίες. Όταν δεν μπορούμε να προβλέψουμε και να ερμηνεύσουμε με κάποιους λογικούς όρους μια ευρεία γκάμα γεγονότων της καθημερινότητας, τα αποδίδουμε στην τύχη. Για παράδειγμα μια ξαφνική βροχή αφού κάποιος άπλωσε τα ρούχα και ενώ ο ουρανός ήταν καθαρός, λέγεται ότι οφείλεται στην κακή του τύχη. Της αποδίδουμε συνήθως το άλλοθι των αποτυχιών μας όταν παίρνουμε μια λάθος (κρίνοντας εκ των υστέρων) απόφαση, δεδομένου ότι κάτι δεν το προβλέψαμε ή κάτι δεν θα μπορούσε να είναι γνωστό εκ των προτέρων ή τέλος πάντων κάτι μας ξεπερνά στο να το προϋπολογίσουμε με κάποιο λογικό τρόπο (βέβαια υπάρχει και η διαίσθηση!).

Η πιο απλή (αν και όχι πάντα), διασκεδαστική (τις περισσότερες φορές) μορφή που έχει πάρει η ενασχόληση μας με την τυχαιότητα είναι τα τυχερά παιχνίδια, είτε έχουν στόχο κάποιο κέρδος/στοίχημα είτε έχουν στόχο το «σκότωμα» της ώρας με στημένες εντάσεις. Όμως, δεν περιορίζονται εκεί, καθώς κάποιος θα μπορούσε να θεωρείται «κωλόφαρδος» ή «γκαντέμης» και σε άλλους τομείς της ζωής του, ακόμα πιο σημαντικούς όπως και η κοινωνική/ταξική του θέση στην ιεραρχία της κοινωνίας. Για παράδειγμα κάποιοι μπορεί να θεωρούν άτυχο κάποιον που έχει γεννηθεί στην Αφρική.

Όμως, καθώς ταλαιπωρούμαστε καθημερινά κυνηγώντας την τύχη μας, ενώ η ανθρωπότητα έχει εναποθέσει τη δική της στους υπολογιστές, μια μικρή μετατόπιση έχει συντελεστεί μπροστά στα μάτια μας. Ο υπολογιστής μπορεί να παράγει «τύχη» με το κιλό, ανά πάσα στιγμή και όσες φορές αυτό απαιτηθεί από το χρήστη ή από κάποιο πρόγραμμα. Θα μπορούσε η αλγοριθμοποίηση/ υπολογιστικοποίηση της διαδικασίας της ανεύρεσης ενός τυχαίου αριθμού (σε γενικές γραμμές της τυχαιότητας) να επηρεάσει υπάρχουσες και δεδομένες κοινωνικές σχέσεις σε αρκετά πεδία της κοινωνικής ζωής; Στην εξέλιξη που θα περιγράφαμε σαν αναδιάρθρωση των κοινωνικών σχέσεων, είτε στην εργασία είτε στον «ελεύθερο» (πλέον υπερ-παραγωγικό) χρόνο, η μεσολάβηση της τύχης από μια μηχανή/πρόγραμμα σίγουρα έχει εντατικοποιήσει την ίδια την χρησιμότητά της σε διάφορες εφαρμογές και έχει βρει μια ενδιαφέρουσα θέση σαν μηχανοποιημένο υποκατάστατο της κοινωνικής συνθετότητας. Θα προσπαθήσουμε να δείξουμε το πως στη συνέχεια.

Μια ελάχιστη υπενθύμιση της ιστορικότητας της τύχης (και της αξιοποίησής της)

Ανέκαθεν οι άνθρωποι όριζαν σαν τυχαιότητα κάτι που δε μπορούσαν να προβλέψουν και επηρέαζε είτε θετικά είτε αρνητικά τις δικές τους επιλογές. Ένας άνεμος που ξαφνικά εμφανίζεται ή μια κλήρωση για το ποιος πολίτης θα βρεθεί στην αρχαία Αθήνα στη συνέλευση του δήμου, ήταν θέμα τύχης. Η σημαντικότητα που κατείχε στις ανθρώπινες κοινωνίες καταδεικνύεται, σε ένα βαθμό, από την αναγωγή της σε θεότητα στους αρχαίους έλληνες και στους ρωμαίους, με στόχο την επίκλησή της τις κατάλληλες κρίσιμες στιγμές για θεϊκή εύνοια ή κατευνασμό.

Όμως ήταν και είναι μια ανταγωνιστική έννοια γιατί αυτό που κάποιοι όριζαν σαν τύχη ή τυχαία γεγονότα, υπό προϋποθέσεις θα μπορούσε για κάποιους άλλους να είναι κάτι προβλέψιμο, και άρα αξιοποιήσιμο. Αξιοποιήσιμο φυσικά γιατί τους προσέδιδε ένα πλεονέκτημα, μια πρόσκαιρη εξουσία πάνω σε άλλους ανθρώπους. Έτσι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο «έλεγχος» της τύχης (της πρόβλεψης ενός «τυχαίου» γεγονότος) συνεπαγόταν και διαμόρφωνε την τέχνη του ελέγχου ανθρώπων/καταστάσεων/σχέσεων. Ένα απλό παράδειγμα είναι οι διάφορες προλήψεις του μεσαίωνα που προκύπταν από φυσικά φαινόμενα (κομήτες, εκλείψεις Ήλιου κλπ). Κάποιοι λοιπόν είχαν την κατάλληλη γνώση ώστε να μπορούν με έναν επιστημονικό τρόπο να προβλέπουν αυτά τα φαινόμενα και να τα χρησιμοποιούν με σκοπό τη χειραγώγηση αυτών που τα αγνοούσαν. Ήταν όμως βολικό γι’ αυτούς αυτή η γνώση να μείνει σε κλειστό κύκλο και οι πληβείοι να συνεχίσουν να αποδίδουν τέτοια φαινόμενα σε γυρίσματα της τύχης ή σε υπερφυσικά όντα.

Τα τυχερά παιχνίδια σαν μια ειδική κατηγορία

Ενώ όμως η τύχη αφορά όλες αυτές τις νοηματοδοτήσεις μιας ευρείας γκάμας γεγονότων της καθημερινότητας, προκειμένου να εστιάσουμε στην αλγοριθμοποίηση της τύχης θα επικεντρωθούμε στα τυχερά παιχνίδια. Τα διάφορα τυχερά παιχνίδια είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση όπου η τύχη χρησιμοποιείται για διασκεδαστικούς σκοπούς (ίσως και όχι τόσο αν σκεφτεί κανείς ότι συχνά χάνονται περιουσίες και υπολήψεις). Ο λόγος που ανατρέχουμε σε αυτά δεν είναι μόνο γιατί βρίσκονται στην άμεση κοινωνική εμπειρία του καθενός. Οι σχέσεις που αφορούν αυτά τα παιχνίδια θα λέγαμε ότι είναι πιο πλούσιες από ότι φαίνεται με την πρώτη ματιά, ενώ καθώς διαπερνούν οριζόντια ένα μεγάλο μέρος της εργατικής τάξης, έχουν και ένα πολιτικό βάρος.

Όταν λέμε τυχερά παιχνίδια έχουμε κυρίως στο μυαλό μας ζάρια, λοταρίες, χαρτιά, βόλους και άλλα τα οποία εμφανίστηκαν στις ανθρώπινες κοινωνίες από πολύ παλιά. Τα αρχαιότερα τέτοια παιχνίδια έχουν εντοπιστεί στη μέση ανατολή και χρονολογούνται γύρω στο 6000 π. Χ. Αρχικά επρόκειτο για τριγωνικά ζάρια, ενώ τα κλασσικά με τις 6 όψεις έκαναν την εμφάνισή τους λίγο αργότερα. Σε μεγάλο βαθμό αποτελούσαν ενασχόληση κυρίως των κατώτερων τάξεων των πόλεων και των υπαίθρων. Ήταν ένας τρόπος κοινωνικοποίησης των ανθρώπων που ήθελαν να έχουν χρόνο για να παίζουν.

Ο τρόπος που αντιμετωπίζονταν τα τυχερά παιχνίδια στις διάφορες κοινωνίες έχει να κάνει και με τη θέση που κατέχει η τύχη σε αυτές. Έτσι, στις κοινωνίες που επικρατούσε η προτεσταντική ηθική, σύμφωνα με την οποία ο θεός είχε αξιοκρατικά μοιράσει στο καθένα ένα ρόλο (π.χ. επάγγελμα), η πρόνοια του Θεού είχε την κεντρική θέση και όχι η τύχη ή οι επιλογές. Επομένως, τότε τα τυχερά παιχνίδια θεωρούνταν κατώτερα διανοητικά – ηθικά γιατί αντιτίθονταν στον τρόπο ελέγχου που βασιζόταν σε αυτή τη θρησκεία – ιδεολογία. Από την άλλη, μπορεί ο φιλελεύθερος μεσοαστός να πίστευε ότι ο καθένας φτιάχνει τη τύχη του ενώ κάποιος κατώτερης τάξης να πόνταρε για να αλλάξει την τύχη του.

Τα παιχνίδια αυτά πέρα από την καθαρή ευχαρίστηση του παιχνιδιού περιείχαν και ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων, από την επικοινωνία, τη συγκεκριμένη ορολογία και τα πειράγματα, μέχρι τις εντάσεις και τις συμπλοκές. Θα λέγαμε ότι τα τυχερά παιχνίδια αντικατόπτριζαν τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής μιας κοινωνίας. Π.χ. αν η βία ήταν αναβαθμισμένη σε μια κοινωνία, ήταν πολύ πιθανό να καταλήξουν και τα παιχνίδια σε βίαιες αντιδικίες καθώς δεν ήταν ανεξάρτητα από τις κοινωνικές σχέσεις που επικρατούσαν.

Φυσικά, τα τυχερά παιχνίδια πάντα διαδραμάτιζαν στην καθημερινή ζωή των κατώτερων τάξεων ένα ρόλο ευρύτερης κοινωνικοποίησης κι επικοινωνίας, ενώ αναπτυσσόταν συχνά μια ειδική γλώσσα και ορολογία που προέκυπτε από το ίδιο το παιχνίδι. Με τους δικούς τους χώρους, με τι δικές τους εντάσεις/ βρισιές/ βίαια ξεσπάσματα, με τη δική τους μουσική, τις δικές τους ζαβολιές, τις μεγάλες τραγωδίες και κωμωδίες και τους δικούς τους κανόνες και παραβάσεις, οι κοινωνικές σχέσεις που ξεδιπλώνονταν πλάι στα παιχνίδια αυτά ήταν ένας αυτόνομος κόσμος από μόνος του. Αυτό ήταν φυσικά στο στόχαστρο των ανώτερων τάξεων, που είτε απαγόρευαν είτε δυσφημούσαν τα τυχερά παιχνίδια (και τον εθισμό σε αυτές τις «τεμπέλικες/ μη παραγωγικές ενασχολήσεις» των εργατών π.χ.) σαν κατώτερα διανοητικά – ηθικά, αναπτύσσοντας εν τω μεταξύ τα δικά τους παιχνίδια και τους χώρους που τους αντιστοιχούσαν.

Τυχαίο σε αυτά τα παιχνίδια ήταν το κομμάτι εκείνο του παιχνιδιού (μικρό ή μεγάλο ανάλογα με το παιχνίδι) όπου το αποτέλεσμα κρινόταν από παράγοντες – αντικείμενα (π.χ. ζάρια) που δεν μπορούσε να προβλέψει κάποιος παίχτης. Παρόλα αυτά, αν κάποιος, με κάποιο τρόπο, ήξερε τι θα φέρει το ζάρι ή μπορούσε κάπως να το επηρεάσει φέρνοντας μια συγκεκριμένη ζαριά, τότε είχε μια άμεση εξουσία, ένα άμεσο όφελος στο παιχνίδι. Γι’ αυτό λοιπόν πειράζονταν τα ζάρια και τα χαρτιά σημαδεύονταν. Μπορεί να μην ήξερε κάποιος εύκολα τι θα φέρει το ζάρι, όμως αυτό με κάποιους τρόπους ήταν δυνατόν να παρακαμφθεί. Εκεί λοιπόν που τζογάρονταν πολλά λεφτά, υπήρχε η μέριμνα εύρεσης τρόπων διασφάλισης της τυχαιότητας του αποτελέσματος.

Ας δούμε τη διαφορετική κοινωνική αντίληψη της τύχης μέσα από τα παραδείγματα δυο διαφορετικών τυχερών παιχνιδιών σε ένα ίδιο κοινωνικό περιβάλλον. Τα παιδιά που παίζουν με μια σφεντόνα σε μια αλάνα, εξοικειώνονται με τον τρόπο του παιχνιδιού, βελτιώνονται σημαντικά στο σημάδι και μαθαίνουν τεχνικές αιφνιδιασμού. Όμως παρ’ όλη την ικανότητα που αναπτύσσουν υπάρχει πάντα ένας απρόβλεπτος παράγοντας που δεν είναι ζήτημα εξοικείωσης ή εκπαίδευσης. Έτσι π.χ. η φορά του ανέμου, το σπάσιμο του λάστιχου της σφεντόνας ή ένα γλίστρημα γίνονται αντιληπτά σαν τυχαίοι παράγοντες που κάποιους ευνοούν και κάποιους άλλους τους ζημιώνουν. Ας φανταστούμε τώρα στο ίδιο κοινωνικό περιβάλλον, τα παιδιά που παίζουν επιτραπέζια παιχνίδια με ζάρια, π.χ. μια μάχη. Δεδομένου ότι έχουν εξαντλήσει την ικανότητα τους στη θέση που έχουν πάρει στο πεδίο μάχης ή και σε άλλους μετρήσιμους παραμέτρους του παιχνιδιού (πχ στρατηγική, τακτική, τοποθέτηση στρατευμάτων στο πεδίο της μάχης), θα ρίξουν ένα ζάρι που θα αντιπροσωπεύσει το επίπεδο της ζημιάς που θα προκαλέσουν στον αντίπαλο. Ενώ λοιπόν και εκεί υπάρχουν μετρήσιμοι παράγοντες όπως οι κανόνες του παιχνιδιού και η στρατηγική, το πλέον καθοριστικό αποτέλεσμα για την έκβαση του παιχνιδιού το δίνει το ζάρι. Ενώ λοιπόν παράδειγμα με τις σφεντόνες αποδίδουν στην τύχη ένα μικρό ποσοστό από την προσπάθεια τους να στοχεύσουν τον αντίπαλο τους, καθώς το μεγαλύτερο ποσοστό για αυτά είναι η ικανότητά τους να στοχεύουν καλά, στο παράδειγμα του επιτραπέζιου η τύχη έχει μεγαλύτερο ποσοστό από την ικανότητα συγκριτικά με το πρώτο παράδειγμα. Θα λέγαμε ότι λειτουργίες του πρώτου παραδείγματος όπως η εξοικείωση στο σημάδι ή η σταθερότητα του χεριού, στο επιτραπέζιο παιχνίδι υποκαθίστανται – προσομοιώνονται από την τελική έκβαση του ζαριού.

Εδώ βλέπουμε πως το ζάρι και η τυχαιότητα που αντιπροσωπεύει, υποκαθιστούν κάποια κοινωνική συνθετότητα στον πραγματικό κόσμο κατηγοριοποιώντας για χάρη του μοντέλου του παιχνιδιού κάποιες πραγματικές σχέσεις σε μια ορισμένη πειστική αναπαράσταση τους. Βέβαια, κάποια «λάθος» ζαριά μπορεί υπό προϋποθέσεις να ανάψει τα αίματα και να επιστρέψουμε στο πρώτο τρόπο παιχνιδιού, αυτό όμως δεν αποτελεί μέρος των κανόνων του ίδιου του παιχνιδιού. Ακόμα, η υλικότητα του μέσου (π.χ. το ζάρι, τα χαρτιά) καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό μια σειρά από παραμέτρους όπως: την επαναληπτικότητα της χρήσης του, το πόσες φορές δηλαδή επιτρέπει η ίδια η μορφή του μέσου τη χρησιμοποίησή του (π.χ. το ζάρι περιέχει ένα ανώτατο όριο χρησιμοποίησής του, σίγουρα πολύ κατώτερο από έναν αλγόριθμο όπως θα δούμε στη συνέχεια)· τον τόπο που το παιχνίδι παίζεται (π.χ. για τα χαρτιά απαιτείται μια επιφάνεια, ένα τραπέζι)· την επαληθευσιμότητα του (π.χ. για να πιστοποιηθεί από τους παίχτες η εγκυρότητα του αποτελέσματος του ζαριού χρειάζεται να υπάρχουν παρατηρητές – συμπαίκτες που να επαληθεύουν ότι τα ζάρια δε «στήνονται», ότι ανακινούνται πριν τη χρήση τους και ότι δε φέρνουν το ίδιο αποτέλεσμα).

Στατιστική: μια πρώτη προσπάθεια ποσοτικοποίησης της τύχης (μέσω των πιθανοτήτων)

Ας πάμε λίγο πίσω στις αρχές του 19ου αιώνα να δούμε πως τα μαθηματικά κατάφεραν να ποσοτικοποιήσουν μέσω της στατιστικής και των πιθανοτήτων αυτή τη διαδικασία των τυχερών παιχνιδιών. Έχουν προηγηθεί τα καζίνο και οι ρουλέτες, η αστική τάξη πλέον παίζει και η ίδια τυχερά παιχνίδια, ενώ έχει αυξηθεί ο τζίρος και ποντάρονται περιουσίες. ‘Όλα αυτά έδωσαν ένα διαφορετικό χαρακτήρα κύρους, με σκοπό το κέρδος, στα παιχνίδια αυτά. Οπότε υπήρξε μεγάλο ενδιαφέρον από την τότε ανερχόμενη αστική επιστήμη να γίνει κατανοητό από ποιους παράγοντες και με ποιο μοντέλο μπορεί να προσομοιωθεί η τυχαιότητα που περιέχεται σε ένα τυχερό παιχνίδι· πόσο εφικτό είναι να γίνει αυτό με επιστημονικούς πλέον όρους, μέσω μιας στατιστικής κατανομής δεδομένων και προσπάθειας ελάττωσης της εντροπίας των επόμενων βημάτων, και όχι με διαισθητικούς ή ατομικούς τρόπους. Αυτή η «επιστημονικοποίηση» άλλαξε τη φύση και την υφή αυτών των παιχνιδιών. Πλέον αν κάποιος είχε μια μεθοδολογία και τη δυνατότητα να κάνει πολύ γρήγορους υπολογισμούς ή κάποιες φορές απλά να τους κάνει πιο γρήγορα από κάποιον άλλον παίχτη που μπορεί να έκανε το ίδιο, είχε ένα πλεονέκτημα σε σχέση με το παιχνίδι.

Πριν τους υπολογιστές έκαναν την εμφάνισή τους η στατιστική και οι πιθανότητες. Η ανάπτυξη της γραφειοκρατίας και ο όγκος των αρχείων που αυτή έπρεπε να διατηρεί διαμορφώνοντας συνεχώς νέες μαθηματικές μεθόδους, οδήγησε στη δυνατότητα επεξεργασίας πολλών δεδομένων. Αυτή η ανάγκη χειρισμού πολλών δεδομένων για τον πληθυσμό (τότε αρχίζουν να εμφανίζονται τα πρώτα γκάλοπ) συνέβαλε στη γενικότερη ανάπτυξη της επιστήμης αυτής και της εφαρμογής της σε διάφορα κοινωνικά ζητήματα, φτάνοντας μέχρι και στα τυχερά παιχνίδια. Έτσι, μέσω της στατιστικής κατανομής μπορεί να αυξηθεί η προβλεψιμότητα και η ικανότητα υπολογισμού κάποιων γεγονότων ή η συχνότητα εμφάνισης συγκεκριμένων περιστάσεων, ελαττώνοντας την αντίληψη της τυχαιότητάς τους. Πλέον ένα παιχνίδι πόκερ ή μια ρουλέτα θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί σαν στατιστικό φαινόμενο και να επιχειρείται να αντιμετωπίζεται πιθανολογικά και σε ορισμένα σημεία να προβλέπεται με μια σχετική ακρίβεια το κάθε φορά επόμενο χαρτί ή μπίλια. Τα μαθηματικά επομένως χρησιμοποιήθηκαν σαν εργαλείο ελάττωσης της τυχαιότητας και αύξησης της προβλεψιμότητας και στα τυχερά παιχνίδια μέσω πολλών υπολογισμών που όμως μπορούσαν πλέον να κάνουν πολλοί παίχτες ταυτόχρονα. Σημαντικό για το αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας έγινε το ποιος θα κάνει πρώτος τους υπολογισμούς αυτούς ή ποιος θα καταφέρει να προσομοιώσει τις κινήσεις του αντιπάλου του ελαττώνοντας συνεχώς την εντροπία της απόφασής του. Πλέον η τύχη γίνεται αντιμετωπίσιμη και μετρήσιμη μέσω των υπολογισμών που μπορεί κάποιος να κάνει πιο γρήγορα από κάποιον άλλον, ειδικά αν και οι δύο ακολουθούν την ίδια στατιστική μεθοδολογία.

Μια ενδιαφέρουσα κορύφωση αυτής της διαδικασίας, προς το πέρασμα στην ψηφιακή εποχή, ήταν στο β’ παγκόσμιο πόλεμο η ενασχόληση των συμμάχων με το σπάσιμο του κώδικα enigma. Από τη μία ήταν οι γερμανοί που κωδικοποιούσαν ένα μήνυμα μέσω μιας αναλογικής μηχανής και από την άλλη οι σύμμαχοι που προσπαθούσαν να αποκρυπτογραφήσουν αυτό το κωδικοποιημένο μήνυμα. Εκεί το άγνωστο, το «τυχαίο» ήταν για τους συμμάχους ο κώδικας που αποκρυπτογραφούσε τα μηνύματα των γερμανών. Για τους γερμανούς αυτός ο κώδικας δεν ήταν ούτε άγνωστο ούτε τυχαίο, ήταν το αποτέλεσμα της κωδικοποίησης μέσω μιας αναλογικής μηχανής. Για την επίλυση του «προβλήματος» χρησιμοποιήθηκαν μεν τα στατιστικά μοντέλα που είχαν αναπτυχθεί μέχρι τότε, φάνηκε όμως πως αν γινόταν με κάποιο τρόπο ένα πλήθος υπολογισμών σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, θα κερδιζόταν ένα πλεονέκτημα σε σχέση με τον αντίπαλο. Σ’ αυτό το συγκεκριμένο ζήτημα, εκείνη την εποχή, είναι που δημιουργήθηκε η ανάγκη για τον ψηφιακό υπολογιστή πάνω στις αρχές του Turing που είχαν αναπτυχθεί πιο πριν. Έτσι, το μέγεθος και το πλήθος των υπολογισμών που απαιτούσε η επίλυση του προβλήματος αυτού, συντελέστηκε από τη γρήγορη επεξεργασία μεγάλων δεδομένων από άλλες μηχανές, τους πρώτους υπολογιστές, βοηθώντας παράλληλα και στη γέννηση τους. Επομένως η τύχη ή η ατυχία εξαρτιόταν ως ένα βαθμό από την ταχύτητα εκτέλεσης πολύπλοκων και μεγάλων μαθηματικών υπολογισμών. Αυτό φανέρωσε τη δύναμη που μπορεί να έχει η υπολογιστική ισχύς σε μια σειρά ζητημάτων πέρα και από την κρυπτογράφηση.

Η είσοδος της τύχης στην ψηφιακή εποχή

Με την εμφάνιση του πρώτου ψηφιακού υπολογιστή προκύπτουν διάφορες ανάγκες για παραγωγή τυχαίων αριθμών από τον ίδιο τον υπολογιστή με σκοπό την εφαρμογή τους σε διάφορα προγράμματα – πειράματα. Ας αναφέρουμε κάποια ενδεικτικά παραδείγματα: στην περίπτωση μιας παρτίδας τάβλι με ένα πρόγραμμα του υπολογιστή, ο υπολογιστής πρέπει να «επιλέξει» κάθε φορά το τι θα φέρνουν τα ζάρια· σε διάφορα φυσικά ή χημικά πειράματα απαιτείται μια τυχαία εμφάνιση θερμοκρασιών ή στοιχείων περιβάλλοντος για να εξεταστεί η απόκριση σε τυχόν αλλαγές αυτών των στοιχείων· σε διάφορα χρηματοπιστωτικά επενδυτικά προϊόντα που χειρίζονται χρήματα προς επένδυση, χρησιμοποιούνται πολύπλοκοι υπολογισμοί· όλα αυτά επιλύονται κάθε φορά με προγράμματα για τη παραγωγή ψευδοτυχαίων αριθμών. Οι ψευδοτυχαίοι αριθμοί δεν είναι τελικά καθόλου τυχαίοι. Παράγονται από έναν αρχικό αριθμό, τον «σπόρο», μέσω ενός ντετερμινιστικού αλγορίθμου ή μιας μαθηματικής εξίσωσης αν προτιμάτε. Συνήθως γίνεται μια προσπάθεια ο «σπόρος» να είναι όντως ένα τυχαίο δεδομένο, και έτσι στην συνέχεια όποτε θέλουμε έναν ψευδοτυχαίο αριθμό να μην έχουμε παρά να ζητήσουμε να παραχθεί. Βέβαια, αν γνωρίζει κάποιος τον «σπόρο» τότε μπορεί να προβλέψει τους ψευδοτυχαίους αριθμούς που παράγονται κάθε φορά.

Μια σύντομη ιστορική ανάδρομη νομίζουμε ότι θα βοηθήσει για αρχή να καταλάβουμε πώς οι ειδικοί του συστήματος άρχισαν (και ακόμη συνεχίζουν!) να εφευρίσκουν αλγορίθμους για λογαριασμό τους φυσικά, και τις ιδεολογικές προεκτάσεις που αυτό έχει. Με το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τα υπέρλαμπρα αστέρια της πολεμικής έρευνας και τεχνολογίας για λογαριασμό των ΗΠΑ, που έθεσαν τις βάσεις και έφτιαξαν τον πρώτο (ψηφιακό) υπολογιστή, όπως ο von Neumann, βρεθήκαν στην ανάγκη χρήσης τυχαίων αριθμών στα (πρώτα) προγράμματα τους. Η πρώτη λύση ήταν αυτή της χρησιμοποίησης καταγεγραμμένων τυχαίων αριθμών (από οποιαδήποτε πηγή), βασισμένη σε αυτό που κοινωνικά ήταν κατανοητό μέχρι τότε σαν «τυχαιότητα». Έτσι, όταν ο υπολογιστής χρειαζόταν έναν τυχαίο αριθμό για να συνεχίσει την επεξεργασία του προγράμματος, κάποιος από τους φοιτητές-βοηθούς εισήγαγε έναν αριθμό που θεωρούσε ο ίδιος τυχαίο. Απλό για αρχή, αλλά ανάμεσα σε αλλά είχε ένα βασικό πρόβλημα. Μέχρι να γίνει αυτή η διαδικασία (επιλογής του αριθμού και εισαγωγής του) περνούσε πολύς (χρήσιμος αλλά και κρίσιμος) χρόνος, που όπως είπαμε η εξοικονόμησή του ήταν το ζητούμενο της όλης διαδικασίας και της χρήσης των υπολογιστών. Η λύση, που ταίριαζε με την φύση και το είδος της υπολογιστικής μηχανής, ήταν να υπολογίζεται γρήγορα ένας «τυχαίος» αριθμός από το ίδιο το μηχάνημα, χωρίς κάποια ανθρώπινη παρέμβαση, με τους ψηφιακούς όρους που λειτουργεί η ιδία η μηχανή. Επειδή λοιπόν θα ήταν εξαιρετικά χρονοβόρο για τα δεδομένα του υπολογιστή να εισάγει κάποιος άνθρωπος κάθε φορά τυχαίους αριθμούς που θα κατεβάζει από το μυαλό του, επιχειρήθηκε αυτοί οι αριθμοί να παράγονται κάθε φορά από τον ίδιο τον υπολογιστή.

Μια (αρχική) μαθηματική-υπολογιστική μέθοδος που προέκρινε ο von Neumann ήταν αυτή: παίρνεις έναν αριθμό (είτε αποθηκευμένο από πριν είτε που έχει προκύψει την ώρα που τρέχει το πρόγραμμα) και τον τετραγωνίζεις. Από το αποτέλεσμα που προκύπτει από αυτή την πράξη επιλεγείς τόσα ψηφιά όσα είχε ο πρώτος αριθμός από την μέση του αριθμού που υπολογίστηκε. Π.χ. ο αριθμός 6349 έχει τετράγωνο το 40309801 και άρα ο «τυχαίος» αριθμός που επιστρέφεται είναι το 3098. Έπειτα αν ζητηθεί και άλλος, παίρνουμε τον αριθμό που επιστρέψαμε και επαναλαμβάνουμε την διαδικασία όπως και πριν. Όλη αυτή η υπολογιστική διαδικασία στόχο έχει να παράγει όπως είπαμε παραπάνω αριθμούς που να φαίνονται τυχαίοι, και ονομάζονται γι’ αυτό από την ίδια την επιστήμη των υπολογιστών «ψευδοτυχαίοι» και ο αλγόριθμος που τα παράγει «γεννήτρια ψευδοτυχαίων αριθμών». Όταν λοιπόν χρησιμοποιείται ένα πρόγραμμα που λειτουργεί με συγκεκριμένους κανόνες, σίγουρα δεν μπορούμε να πούμε ότι το αποτέλεσμα που εξάγει είναι τυχαίο, αφού προέρχεται από κάποιους υπολογισμούς τους οποίους αν κάποιος καταφέρει να προσομοιώσει θα ξέρει ποιος είναι αυτός ο αριθμός.

η τύχη στη μέση ενός υπολογιστικού πολέμου και τι μένει πίσω

Αυτή η νέα λογική-εφαρμογή έχει ορισμένες προεκτάσεις. Αν κάποιοι ζητήσουν από ένα άτομο να τους δώσει έναν τυχαίο αριθμό, δε γνωρίζουν ποιος αριθμός μπορεί να είναι αυτός, μπορούν μόνο να μαντέψουν ποιος μπορεί να είναι με εξαιρετικά λίγες πιθανότητες επιτυχίας. Το ζήτημα όμως αλλάζει αν ζητήσουν από το άτομο αυτό να κάνει μια σειρά από μαθηματικές πράξεις (π.χ. 50 προσθέσεις, αφαιρέσεις και πολλαπλασιασμούς) για να εξάγει έναν αριθμό. Επειδή αυτοί λοιπόν δε γνωρίζουν τον αρχικό αριθμό το αποτέλεσμα θεωρείται «τυχαίο». Όμως με μια σειρά επαναλήψεων μπορεί να γίνει κατανοητή η διαδικασία (σειρά πράξεων) μέσω των οποίων προκύπτει ο ψευδοτυχαίος αριθμός και συνεπώς μπορεί ο αριθμός αυτός να βρεθεί. Αν λοιπόν η διαδικασία αποτελέσει αντικείμενο υπόθεσης ή προσομοίωσης, τότε ο αριθμός δεν είναι ούτε άγνωστος ούτε τυχαίος και όποιος μπορεί να το κάνει αυτό έχει το προβάδισμα απέναντι στους άλλους. Οπότε, το ότι υπάρχει ένας αλγόριθμος σε ένα πρόγραμμα που χρησιμοποιείται σε ένα ευρύ πεδίο τυχερών παιχνιδιών ή προγραμμάτων για να «υπολογίσει»-κατασκευάσει το βαθμό του τυχαίου, καθιστά λογική την εμφάνιση και των αντίστοιχων αλγόριθμων που προσπαθούν να προβλέψουν πάλι υπολογιστικά αυτό το τυχαίο, οδηγώντας ουσιαστικά σε μια συνεχή διαδικασία όπου το τυχαίο πρέπει να ανανεώνεται από όλο και πιο γρήγορους αλγορίθμους για να υλοποιεί την κοινωνική του χρησιμότητα.

Έχει σημασία το πώς και το αν γίνεται αντιληπτή αυτή η διαδικασία από τους χρήστες – καταναλωτές αυτών των εφαρμογών. Αν π.χ. κάποιος παρακολουθεί συστηματικά ένα τυχερό παιχνίδι που γίνεται μέσω μιας μηχανικής λοταρίας, νομίζει ότι δύσκολα μπορεί να ξέρει ποιος αριθμός θα προκύψει και πως το παιχνίδι είναι εντελώς τυχαίο. Αν όμως αντί για μια οποιαδήποτε μηχανή, είναι η οθόνη ενός υπολογιστή που κάθε φορά εμφανίζει κάποιον αριθμό, τον οποίον αν μαντέψεις θα κερδίσεις, τι μπορεί να συμβαίνει ακριβώς; Το αποτέλεσμα είναι τυχαίο, υπολογισμένο ή υπαγορευμένο από κάποιον ο οποίος μπορεί και να ξέρει ποιοι αριθμοί είχαν παιχτεί και να υπαγόρευσε κάποιον άλλο; Άγνωστο, αυτό που φαίνεται είναι μόνο μια οθόνη και ένα νούμερο. Για να γίνει πιστευτό ότι κάτι είναι τυχαίο, θα πρέπει να επαληθεύεται. Η επαλήθευση στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι εύκολη, βασίζεται περισσότερο στην πίστη ότι πρόκειται όντως για κάτι τυχαίο που συνεπώς αξίζει να παίξουμε. Ας συζητήσουμε αυτήν την πίστη τώρα.

Η πίστη στην τυχαιότητα που υποτίθεται ότι υπάρχει σε ένα τυχερό ψηφιακό παιχνίδι έγκειται στο ότι δε θα μαθευτεί από κάπου αλλού ή δε θα αποτελέσει αντικείμενο υποψίας ή δε θα βρεθεί με κάποιον τρόπο ο αριθμός που θα εμφανιστεί στην οθόνη. Π.χ. στο «Kino» γίνονται κληρώσεις κάθε 5 λεπτά και μέσα στο πεντάλεπτο τζογάρουν οι παίχτες για την επόμενη κλήρωση. Η διαδικασία που δε φαίνεται είναι η εξής: υπάρχει ένα πρόγραμμα που έχει διαμορφωθεί από κάποιους τεχνικούς σε κάποια επιτροπή και το οποίο στον πυρήνα του έχει έναν αλγόριθμο σαν αυτόν που περιγράψαμε πιο πριν. Ο αλγόριθμος αυτός κάνει πάρα πολλούς υπολογισμούς χρησιμοποιώντας έναν αρχικό αριθμό που λέγεται «σπόρος» και που το αποτέλεσμά του πιστεύουν ότι κανείς δεν μπορεί να προβλέψει. Δεν μπορεί δηλαδή κανείς να προβλέψει ποιους υπολογισμούς κάνει αυτό το πρόγραμμα για να έχει αυτό το αποτέλεσμα. Το ενδιαφέρον έγκειται όμως στο ότι εάν κάποιος περιμένει ένα πολύ μεγάλο διάστημα καταγράφοντας τις τιμές που εμφανίζει αυτός ο αλγόριθμος, μπορεί να προσομοιώσει και να καταλάβει, μέσω ενός νέου αλγορίθμου, ποιος μπορεί να είναι ο επόμενος αριθμός. Οπότε μέριμνα της επιτροπής του παιχνιδιού είναι ανά τακτά χρονικά διαστήματα να αλλάζει τον αλγόριθμο που χρησιμοποιεί για να βεβαιώνεται και η ίδια και οι παίχτες ότι δεν μπορεί κάποιος να «κλέψει». Όχι μόνο το παιχνίδι αλλά και το κλέψιμο το ίδιο έχει αλλάξει και πλέον γίνεται μέσω ενός άλλου προγράμματος που προσομοιώνει το πρόγραμμα που χρησιμοποιείται από το παιχνίδι.

Τελικά, αυτοί οι ψευδο-τυχαίοι αλγόριθμοι είναι κοινή μήτρα για πλήθος εφαρμογών του ψηφιακού κόσμου για την αναγκαία παράγωγη «τύχης». Φυσικά έχουν διαπρέψει στα παιχνίδια, όμως είναι απαραίτητοι και στα λογισμικά χρηματιστηριακών συναλλαγών, είναι ο πυρήνας στις κληρώσεις τυχερών (κρατικών) παιχνιδιών, συστατικό στοιχείο στην κρυπτογράφηση δεδομένων, κι όλοι τους έχουμε χρησιμοποιήσει στην «τυχαία» επιλογή τραγουδιών από το winamp κ.α.

Εδώ έχουμε, λοιπόν, έναν αλγόριθμο/μεθοδολογία που αξιώνει για τον εαυτό του να τον αποκαλούν αξιόπιστα «γεννήτρια παραγωγής ψευδοτυχαίων αριθμών». Αυτό το πρόγραμμα έχει κατασκευαστεί καλούμενο να αναπαραστήσει πειστικά αυτό που έχει ιστορικά προσδιοριστεί ως σήμερα τύχη. Καθώς καθιερώνεται το «πληροφοριακό οικοσύστημα» σαν ένα καθολικό πρότυπο ζωής, κάθε σχέση και έννοια μετασχηματίζεται όχι απλά με την πρόσθεση κάποιων ψηφιακών χαρακτηριστικών του αλλά κυρίως με την ριζική ανακατασκευή/ επαναπροσδιορισμό των κοινωνικών σχέσεων στο σύνολο τους.
Βλέποντας την κοινωνική διάσταση των τυχερών παιχνιδιών π.χ. βλέπουμε τις εξής διαφορές. Κάποιες δεκαετίες νωρίτερα στις γειτονιές παίζονταν σε διάφορα σπίτια από πόκερ μέχρι ζάρια και μπαρμπούτι. Αυτό έφτιαχνε μια ζωντανή εικόνα ανθρώπων μαζεμένων να παίζουν, να κοιτάζονται, να σχολιάζουν, να πειράζονται, να κλέβονται, να τσακώνονται και είναι κάτι που μπορεί να το δει κανείς, όχι μόνο μέσα από λογοτεχνικές αλλά και από καθημερινές περιγραφές μεγαλύτερων ή αναμνήσεις από παλαιότερα χρόνια. Πλέον, ο πολλαπλασιασμός του ηλεκτρονικού τζόγου ή των ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών, η δυνατότητα και η «ευκολία» ως προς το χρόνο (συνέχεια) και τον τόπο (παντού) του παιξίματος, έχει προκαλέσει κάποιους μετασχηματισμούς. Πλέον το παιχνίδι γίνεται με τη μεσολάβηση της μηχανής.

Έχουμε την αίσθηση ότι διάφορα χαρακτηριστικά των ηλεκτρονικών τυχερών παιχνιδιών έχουν αλλάξει ριζικά το περιβάλλον και τις σχέσεις του παιχτών με αυτά. Γενικά μιλώντας οι παίχτες σχετίζονται πλέον περισσότερο προς την μηχανή σαν καταναλωτές τύχης προσδιορίζοντας μονοσήμαντα τις αλληλεπιδράσεις με τους άλλους παίχτες και δημιουργώντας ένα οριζόντιο κενό αλληλεπίδρασης μεταξύ τους. Ένα σημαντικό αντικειμενικό χαρακτηριστικό που έχει επιδράσει σε αυτή την κοινωνική διαδικασία είναι φυσικά και η ταχύτητα που μπορούν πλέον να διεκπεραιωθούν όλα αυτά. Το Kino είναι ένα παράδειγμα με τις πολλαπλές ηλεκτρονικές κληρώσεις μέσα σε μια ώρα, αλλά και το διαδικτυακό πόκερ, όπου οι αυτόματοι ή ανθρώπινοι παίχτες είναι πάντα διαθέσιμοι για το επόμενο τυχαίο μοίρασμα της τράπουλας. Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό είναι, τέλος, η δυνατότητα της μηχανής να έχει ανά πάσα στιγμή μια γενική εποπτεία της κατάστασης του παιχνιδιού (και φυσικά ελέγχου του) πράγμα που ξεπερνά κατά πολύ την κοινωνική εμπειρία των μέχρι πρότινος «παλιών» παιχνιδιών, καταργώντας παράλληλα και τους παλιούς χώρους και χρόνους όπου αυτά λάμβαναν χώρα.
Απέναντι λοιπόν στην προηγούμενη ζωντανή εικόνα των προηγούμενων δεκαετιών, μπορούμε να αντιπαραβάλλουμε την εικόνα από ένα προπατζίδικο ή από έναν τύπο που παίζει από τον προσωπικό του υπολογιστή. Αυτή η έκπτωση δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο των τυχερών παιχνιδιών αλλά παρατηρείται όπου έχουν μηχανοποιηθεί διάφορες κοινωνικές σχέσεις. Το ενδιαφέρον είναι το πώς έχει προκύψει αυτή η μετάβαση, το πώς αντιλαμβάνονται οι ίδιοι οι παίχτες αυτή τη διαδικασία και από πού προκύπτει η πίστη τους στην «τυχαιότητα».

Η μηχανοποίηση της τυχαιότητας δεν ταιριάζει μόνο στα τυχερά παιχνίδια που αναφέραμε εδώ σαν παράδειγμα. Ας αναφέρουμε ένα άλλο παράδειγμα, τα videogames. Η οθόνη δείχνει κάτι που δεν είναι κάτι φυσικό ή πραγματικό, αλλά εικονικό. Αυτή η εικονικότητα στο παιχνίδι, χωρίς να αναπαριστανόταν τόσο πειστικά, προϋπήρχε στα επιτραπέζια παιχνίδια. Μπορούμε να πούμε ότι τα επιτραπέζια παιχνίδια είναι ένα βήμα, στο οποίο πάτησαν τα videogames. Εκεί, το ζάρι αναπαριστά κάποια νοήματα και καταστάσεις με πειστικό τρόπο (ιστορικά προσδιορισμένο) και δίνει ένα ορισμένο νόημα στην τυχαιότητα μέσα σε κάποιους κανόνες ενός επιτραπέζιου παιχνιδιού. Στα videogames, ο αλγόριθμος που αναπαριστά την τυχαιότητα του ζαριού φαίνεται να φτάνει αυτό το σχήμα στα όρια του. Εκεί, για παράδειγμα, όπου επιχειρείται μια ολοένα και καλύτερη αναπαράσταση της «φυσικής δραστηριότητας», όσο και αν ο παίχτης πείθεται από την εικονικότητα σχετικά με τις ικανότητές του, το τελικό επιδιωκόμενο αποτέλεσμα που θα κρίνει τις επιλογές του στο παιχνίδι (αν π.χ. τελικά με το σπαθί του όντως πέτυχε το δράκο ή του ξέφυγε) είναι η υπολογιστική ταχύτητα που μπορεί να παράξει το ψευδοτυχαίο. Και όταν αυτό μπορεί να προσομοιωθεί οδηγώντας στην προβλεψιμότητά του πρέπει απλά να αντικατασταθεί με κάποιο ακόμα πιο γρήγορο. Γι’ αυτό υπάρχουν και τα levels, από το πολύ δύσκολο στο πολύ εύκολο. Στο πολύ δύσκολο ο υπολογιστής δίνει στον παίχτη πιο λίγες πιθανότητες να πετύχει τον άλλον, με το να ρίχνει της πιθανότητες η τύχη να είναι με το μέρος του και όλα αυτά γίνονται υπολογιστικά. Ενδιαφέρον έχει ότι υπάρχουν διάφοροι σε forum παιχνιδιών που προσπαθούν να βρουν τον αντίστοιχο αλγόριθμο ώστε να τον επηρεάζουν, με τρόπο ώστε η τύχη να είναι με το μέρος τους.

Κάτι σαν επίλογος

Έτσι, έπρεπε να μπορεί η «τυχαιότητα» που παράγει η μηχανή να είναι μετρήσιμη υπολογιστικά για να ελέγχεται αν ισχύει η μη-προβλεψιμότητά της, πάλι όμως με υπολογιστικό τρόπο. Φυσικά, η (όποια τυχόν) χρεωκοπία της δε σημαίνει καθόλου την απεμπόληση των υπέρ-υπολογιστικών φαντασιώσεων της πειστικής αναπαράστασης της. Η πόρτα προς την γενική πορεία του βιο-πληροφοριακού παραδείγματος δεν πρόκειται να σταματήσει να ανοίγει, ίσως μόνο τα τριξίματά της που και που να ακούγονται πιο δυνατά. Όχι τυχαία, οι υπολογισμοί μέσω της μηχανής έχουν την κεντρικότητα τους σε αυτή την αναδιάρθρωση. Η ακρίβεια των υπολογισμών, η «ορθότητά» τους, η ταχύτητα εκτέλεσής τους και η συνθετότητά τους μέσω του λογισμικού και των ψηφιακών κυκλωμάτων του ηλεκτρονικού υπολογιστή είναι οι νέοι φετιχισμοί. Θεωρείται πλέον «αυτο-νόητο» ότι τα κυκλώματα και οι οδηγίες διέλευσης των ηλεκτρονίων μπορούν να ενσωματώσουν στη μηχανή, με την υπολογιστική ακρίβεια και πολυπλοκότητα που αυτή προσφέρει απλόχερα, την παραγωγή «τύχης» με το τσουβάλι.

Αξίζει να πούμε πως κάτι τέτοιο δεν μπορεί να ελεγχθεί κοινωνικά με κάποιους από τους ήδη διαμορφωμένους απτούς – χειροπιαστούς τρόπους. Να ελεγχθεί, με την έννοια να εννοηθεί ο τρόπος του μη-προβλέψιμου, μιας και τυχαίο είναι σε αυτήν την περίπτωση το να μην μπορεί κάτι να επαληθευτεί. Μοιραία, λοιπόν εδώ, αυτή η μετατόπιση πατάει πάνω στον τεχνολογικό φετιχισμό των δυτικών κοινωνιών όπου ο υπολογιστής είναι ένα μαγικό κουτί με εξωτικές ιδιότητες/ικανότητες. Ε, μια από αυτές είναι ότι μπορεί να παίξει και τον ρόλο της θεάς τύχης. Η ιδεολογία εδώ κατασκευάζει μια πειστική αναπαράσταση που δεν αμφισβητείται, τροφοδοτώντας και τροφοδοτούμενη από την γενική κοινωνική διαμόρφωση αυτού του τεχνολογικού φετιχισμού.

Ξεκινώντας από εδώ, μπορούμε να θεωρήσουμε την αλγοριθμοποίηση της τύχης σαν ένα κοινωνικό ζήτημα. Οι αλλαγές που έχουν επέλθει σε διάφορες κοινωνικές σχέσεις και έχουν να κάνουν φαινομενικά με αυτό που θα λέγαμε διασκέδαση θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν τεράστιες ποιοτικά. Η χρησιμοποίηση μηχανών σε αυτόν τον αναπάντεχο τομέα έχει οδηγήσει σε μια «κοινωνική» φτώχεια σχέσεων και νοημάτων και ταυτόχρονα σε μια κατηγοριοποίηση ρόλων/διαδικασιών που υποβοηθά τον έλεγχο σε ένα ευρύτερο κοινωνικό πεδίο.

]]>
Πολεμικές τεχνολογίες – πολεμικές κοινωνίες https://gameover.zp/2015/06/10/%ce%b5%ce%ba%ce%b4%ce%ae%ce%bb%cf%89%cf%83%ce%b7-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%bf%ce%bb%ce%bf%ce%b3%ce%af%ce%b5%cf%82-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b5/ Wed, 10 Jun 2015 09:30:06 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1452

Untitled-1

_Σημειώσεις από την εποχή των πολέμων χαμηλής έντασης/υψηλής διάχυσης.

Εισαγωγή

Ένα από τα “κατορθώματα” για τα οποία επαίρονται τα κράτη της Δύσης είναι το γεγονός ότι έχουν καταφέρει να διεξέλθουν τα χρόνια μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο χωρίς να εμπλακούν σε πολέμους μεταξύ τους αλλά και χωρίς να βιώσουν εν γένει την εμπειρία κάποιας πολεμικής σύγκρουσης στο εσωτερικό των επικρατειών τους. Υπάρχουν μάλιστα αρκετοί “αναλυτές” – δημοσιογράφοι, προερχόμενοι κυρίως από τον φιλελεύθερο χώρο, που σπεύδουν να εντοπίσουν την αιτία αυτής της περιόδου ειρήνης στην υποτιθέμενα εγγενή ειρηνόφιλη διάθεση των δημοκρατικών καθεστώτων. Ακόμα και η σύμπτυξη εθνών-κρατών σε ισχυρά οικονομικά μπλοκ αποδίδεται ενίοτε στη συνειδητοποίηση, εκ μέρους αυτών των δημοκρατιών, της φρίκης του πολέμου και της ειρηνοποιού επίδρασης του εμπορίου. Η συλλογιστική αυτή πηγαίνει πολλές φορές ένα βήμα παραπέρα, φτάνοντας να αποκλείει το ενδεχόμενο μιας “ενδο-ιμπεριαλιστικής” σύγκρουσης, ακριβώς λόγω της πυκνής  διαπλοκής των δημοκρατικών οικονομιών και των καταστροφικών συνεπειών στην οικονομία που μια ενδεχόμενη σύγκρουση θα επέφερε. Πρόκειται φυσικά για ένα ιδεολόγημα αρκετά παλιότερο απ’ όσο ίσως υποψιάζονται οι εν λόγω απολογητές των δημοκρατικών καθεστώτων και πολλαπλώς διαψευσμένο μέσα στην πρόσφατη ιστορία της Δύσης. Ο σκοπός μας σε αυτή την εισήγηση δεν είναι να επιχειρήσουμε μια απόπειρα αποδόμησης τέτοιων φιλελεύθερων ιδεολογημάτων. Άλλωστε, σοβαρότεροι αναλυτές, οργανισμοί και think tank, από αυτούς που εργάζονται για λογαριασμό δημοκρατικών κυβερνήσεων, δεν φαίνεται να λαμβάνουν και πολύ τοις μετρητοίς τα ιδεολογήματα που οι κυβερνήσεις – εργοδότες τους πλασάρουν, μέσα από άλλους διαύλους, στο ευρύ κοινό [ref]Περί Πολέμου και Αδειάζοντας δωμάτια με οπλοπολυβόλα, Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα.[/ref]. Η δική μας πρόθεση είναι να πάμε ένα βήμα παραπέρα από μια τέτοια “ιδεολογική” συζήτηση σε μια προσπάθεια να εντοπίσουμε τις πραγματικές τεχνολογικές αλλαγές στο πεδίο του πολέμου που έχουν συμβεί τα τελευταία χρόνια καθώς και τις εξίσου πραγματικές αλλαγές που αυτές συνεπιφέρουν στο κοινωνικό πεδίο.

xartis 1

Πράγματι, έχουν περάσει 70 χρόνια από την τελευταία φορά που οι μεγάλες δυνάμεις του πλανήτη αποφάσισαν να λύσουν τις διαφορές τους στρέφοντας ευθέως τα οπλικά τους συστήματα η μία εναντίον της άλλης. Για τα δεδομένα των ευρω-δυτικών δυνάμεων, μια τέτοια περίοδος ειρήνης μπορεί όντως να χαρακτηριστεί μακρόχρονη. Ωστόσο, δεν θα καινοτομούσαμε αν σημειώναμε ότι μια τέτοια εικόνα ειρήνης είναι εν μέρει ψευδαισθητική. Μια ματιά σε έναν χάρτη με τις εν εξελίξει συγκρούσεις μέσα στο 2015 αρκεί για να δείξει αυτό που (θα έπρεπε να) είναι προφανές. Αν εξαιρέσει κανείς τα κέντρα του καπιταλιστικού κόσμου (Βόρεια Αμερική, Ε.Ε., Αυστραλία, Ιαπωνία), όλος ο υπόλοιπος πλανήτης, πλην ελαχίστων περιπτώσεων, μπορεί να υπερηφανεύεται ότι δεν έχει λησμονήσει την τέχνη του πολέμου. Αρκετές από αυτές τις συγκρούσεις έχουν φυσικά τοπικό χαρακτήρα, όμως η εμπλοκή των δυτικών κρατών δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση εξαίρεση. Ειδικά για τις Η.Π.Α., κι ακόμα ειδικότερα από τα τέλη της δεκαετίας του 70 κι έπειτα, υπολογίζεται ότι ένας υπήκοός τους ζει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του με την χώρα του να βρίσκεται σε κάποιου είδους πόλεμο. Κι αυτό χωρίς καν να ληφθούν υπόψιν όλες οι συγκρούσεις, όπως π.χ. αυτή του Κοσόβου. Εν πάση περιπτώσει, δεν χρειάζεται να επιστρατεύσει κανείς σωρούς στατιστικών στοιχείων για να αντιληφθεί το “παράδοξο”. Μέσα σε αυτή την περίοδο των 70 χρόνων, τα δυτικά κράτη διεξάγουν συστηματικά και συνεχώς πολέμους, έστω “χαμηλής έντασης”, την ίδια στιγμή που οι υπήκοοί τους (πιστεύουν ότι) ζουν εν μακαρία ειρήνη.

 

xartis 2

 

 

Αναμφίβολα, οι προπαγανδιστικοί – ιδεολογικοί μηχανισμοί έχουν παίξει τον ρόλο τους στην κατασκευή μιας τέτοιας εικονικής ειρήνης. Ο πρώτος πόλεμος του Κόλπου, με τα “εντυπωσιακά” πλάνα νυκτός, παρέπεμπε ήδη σε κάτι σαν video game. Αλλά ήταν κατά τη διάρκεια του δεύτερου  πολέμου κατά του Ιράκ που η διαχείριση της πληροφορίας που έβγαινε προς τα έξω εντάχθηκε, σχεδόν σαν κανονικό τμήμα, στα επιχειρησιακά πλάνα του αμερικάνικου στρατού μέσω των λεγόμενων ενσωματωμένων δημοσιογράφων (embedded journalists). Όπως ακριβώς υπονοεί και το χαριτωμένο όνομά τους, πρόκειται για δημοσιογράφους που προσαρτώνται σε τμήματα του στρατού και κινούνται αυστηρά στους χώρους που τους υποδεικνύονται. Σε μερικές περιπτώσεις δε, περνάνε και από μία φάση εκπαίδευσης, μαζί με τους στρατιώτες, πριν καν αρχίσει ο πόλεμος. Τελευταίο κατόρθωμα του αμερικάνικου στρατού είναι αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ως ενσωματωμένη τέχνη, με ταινίες σαν το Argo και το Zero Dark Thirty να εγείρουν σοβαρές υποψίες για το βαθμό στον οποίο ο στρατός και οι μυστικές υπηρεσίες συμμετείχαν επί της ουσίας στη δημιουργία τους, διοχετεύοντας τις κατάλληλες πληροφορίες. Το ερώτημα όμως παραμένει. Όσο κι αν η προπαγάνδα έχει γιγαντωθεί κι εκλεπτυνθεί, αρκεί για να εξηγήσει το παράδοξο της “ειρήνης εν μέσω πολέμου”;

Μία πιο προσεκτική εξέταση δείχνει ότι η διαχείριση της πληροφορίας για τον πόλεμο και κατά τη διάρκεια αυτού αποτελεί μόνο ένα τμήμα μιας γενικότερης αναδιάρθρωσης του τρόπου διεξαγωγής πολέμων, που κινήθηκε σε πολλαπλά επίπεδα. Τόσο όσον αφορά στο τεχνολογικό και τακτικό επίπεδο, όσο και (και ίσως σημαντικότερο) στο κομμάτι της προετοιμασίας για πόλεμο. Χωρίς να μπορούμε να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες εδώ, αρκεί, για τους σκοπούς της εισήγησης, να επισημάνουμε το εξής σημαντικό. Από την εποχή της εγκαθίδρυσης των εθνών-κρατών μέχρι και τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο, η κατάσταση πολέμου προϋπέθετε μια συνολική επιστράτευση δυνάμεων, όχι μόνο αυστηρά στρατιωτικών, αλλά και εν γένει οικονομικο-κοινωνικών. Σημαντικά κομμάτια της κοινωνίας και της παραγωγής αναδιατάσσονταν ώστε να εξυπηρετήσουν όσο το δυνατόν αποτελεσματικότερα τις ανάγκες του στρατού, που πλέον, λόγω της μαζικότητας και της γραφειοκρατικής οργάνωσης του, μπορούσε να ονομάζεται και στρατιωτική μηχανή. Το αποτέλεσμα ήταν ότι η εμπόλεμη κατάσταση μπορούσε να διακριθεί σχετικά ευκρινώς από την ειρηνική – χωρίς αυτό να προϋποθέτει πάντως και την ύπαρξη στεγανών μεταξύ στρατιωτικής και πολιτικής οικονομίας. Από τότε κι έπειτα, αλλά κυρίως από τη δεκαετία του 70 και μετά, παρατηρείται η ιδιόμορφη εκείνη κατάσταση συνύπαρξης μιας “ειρηνικής” οικονομίας-κοινωνίας και μιας επί της ουσίας αδιάλειπτης πολεμικής δραστηριότητας.

Το γεγονός ότι οι συγκρούσεις στις οποίες εμπλέκονται οι δυτικές δυνάμεις περιλαμβάνουν αντιπάλους συντριπτικά υποδεέστερους θα μπορούσε να είναι ένας λόγος για τον οποίο δεν απαιτείται μια τέτοια συνολική και με την ευρεία έννοια επιστράτευση. Όμως εδώ σημαντικό είναι και το εξής. Εκτός από τον ίδιο τον πόλεμο, μπορούν να παρατηρηθούν και αλλαγές στον τρόπο προετοιμασίας για αυτόν. Κι υποθέτουμε ότι τα κράτη, όταν προετοιμάζονται για πόλεμο, μέσα στα πλάνα τους περιλαμβάνεται και το ενδεχόμενο σύγκρουσης με αντιπάλους παραπλήσιας δύναμης[ref]Ορισμένοι στρατιωτικοί αναλυτές (π.χ. Martin van Creveld, Through a glass, darkly. Some reflections on the future of war.) συνάγουν από αυτά τα δεδομένα μια γενική απροθυμία ή και αδυναμία των εθνών-κρατών για πολέμους μαζικής κλίμακας. Δεν είμαστε καθόλου σίγουροι για αυτό…[/ref]. Από την κατάργηση της υποχρεωτικής στρατιωτικής θητείας μαζί με την (επαν-)εισαγωγή μισθοφορικών – επαγγελματικών στρατών και τη διόγκωση του επιμελητειακού τομέα (για κάθε έναν μάχιμο στρατιώτη ο αμερικανικός στρατός διαθέτει δέκα άτομα ως υποστηρικτικό στρατό) μέχρι την παρατεταμένη διάρκεια σχεδιασμού και κατασκευής οπλικών συστημάτων που πλέον μπορεί να εκτείνεται σε βάθος δεκαετιών, φαίνεται πως πρόκειται για μια διαδικασία αναδιάρθρωσης που ίσως έχει βαθύτερες αιτίες αλλά και συνέπειες. Αν κανείς θα ήθελε να εντοπίσει χρονικά το σημείο καμπής σε αυτή την εξέλιξη, αυτό θα ήταν μάλλον η δεκαετία του 70 (και πάλι) και ο πόλεμος του Βιετνάμ[ref]Ορισμένοι τοποθετούν αυτό το σημείο πιο πίσω, στο τέλος του Β’ παγκοσμίου πολέμου, λόγω των πυρηνικών όπλων.[/ref]. Η τελευταία φορά που το αντιπολεμικό κίνημα έκανε αισθητή την παρουσία του και η πρώτη που χρησιμοποιήθηκαν κατευθυνόμενοι πύραυλοι. Παράλληλα με την τρίτη βιομηχανική επανάσταση της πληροφορικής και της αυτοματοποίησης (σύμπτωση ίσως όχι τυχαία), μια άλλη, λιγότερο γνωστή εκτός των κύκλων των στρατιωτικών αναλυτών, έκανε την εμφάνισή της. Η λεγόμενη “επανάσταση στις στρατιωτικές υποθέσεις” (revolution in military affairs).

 

Revolution in Military Affairs – Επανάσταση στα Ζητήματα του Πολέμου

Ο όρος “Revolution in Military Affairs – Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις” (για συντομία RMA – ΕΣΥ), μαζί με την αντίστοιχη θεωρία και ανάλυση, εμφανίζεται πρώτη φορά μέσα στα ’70s. Εντός αυτής της δεκαετίας και της επόμενης, Σοβιετικοί καραβανάδες, με πρωτεύοντα το στρατάρχη Νικολάι Ογκάρκοβ, αναγνωρίζουν και μελετούν τις ελλείψεις τους στα ζητήματα του στρατού, καθώς βλέπουν την τεράστια πλέον διαφορά με τις ΗΠΑ, που έχουν βελτιώσει τον εξοπλισμό αξιοποιώντας τις νέες τεχνολογίες. Οι Σοβιετικοί λένε ότι χρειάζονται μια Επανάσταση στα Ζητήματα του Πολέμου. Από τον όρο και τη θεωρία εμπνέεται ο Άντριου Μάρσαλ, επικεφαλής μέχρι και σήμερα κορυφαίων think tanks του αμερικανικου υπουργειου άμυνας, και τον εισάγει στη στρατιωτική θεωρία των ΗΠΑ.

Αν και ο όρος ΕΣΥ χρησιμοποιήθηκε για να περιγράψει τις πρόσφατες αλλαγές, από το ’70 και μετά, στα στρατιωτικά δόγματα των ΗΠΑ, αλλά και άλλων χωρών, οι επαναστάσεις στον τρόπο που πολεμούν οι στρατοί σηματοδοτούνται από τη μαζική αξιοποίηση και εφαρμογή στα πεδία των μαχών νέων τεχνολογιών. Τέτοια χρονικά σημεία είναι η ανακάλυψη της πυρίτιδας, της ατμομηχανής, του κινητήρα εσωτερικής καύσης, της ατομικής βόμβας κλπ. Ο Άντριου Μάρσαλ λέει:

“Μια επανάσταση στα ζητήματα του πολέμου είναι μια σημαντική αλλαγή στη φύση του πολέμου που έρχεται με την καινοτόμο εφαρμογή νέων τεχνολογιών που, σε συνδυασμό με δραματικές αλλαγές στα στρατιωτικά δόγματα και στις έννοιες των επιχειρήσεων και της οργάνωσης, μεταμορφώνει ριζικά τον χαρακτήρα και τη διεξαγωγή των στρατιωτικών επιχειρήσεων.”

Αν και οι ειδικοί επί των στρατιωτικών ζητημάτων διαφωνούν για το πόσες και πότε έχουν γίνει αυτές οι επαναστάσεις, ταυτίζονται στο ότι αυτές ορίζονται από τεχνολογικά επιτεύγματα.

Αν και είναι ενδιαφέρον να δούμε τις αλλαγές που έφεραν στον τρόπο που οι άνθρωποι επιδίδονται στη μαζική αλληλοσφαγή με διαφορετικά συμφέροντα διαφορετικών ελίτ κάθε φορά, θα επικεντρωθούμε στην τελευταία επανάσταση, αυτή που φέρει και τον όρο ως δικό της μοναδικό τίτλο, καθώς δεν έχει γίνει η επόμενη μεγαλύτερη από αυτή. Στην τελευταία επανάσταση στα ζητήματα του πολέμου, καθοριστικό ρόλο για την αλλαγή παραδείγματος παίζουν οι νέες τεχνολογίες της εποχής της πληροφορίας και η εφαρμογή τους. Οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές, που έχουν κάνει την εμφάνισή τους στους κόλπους του στρατού ήδη δύο δεκαετίες πριν, αρχίζουν και μπαίνουν σε μαζική εφαρμογή στο σχεδιασμό και στη λειτουργία των οπλικών συστημάτων, στην οργάνωση του στρατού, στην ανάλυση δεδομένων και στην κατασκοπεία.

Η πρώτη και σημαντική αλλαγή στα πεδία των μαχών έρχεται με τα οπλικά συστήματα ακριβείας. Η ακρίβεια είναι ανάλογη της τεχνολογίας που χρησιμοποιείται σε έναν πόλεμο, κάνοντας τα όπλα του πιο πρόσφατου πιο ακριβή από του προηγούμενου. Ήδη απ’ το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο υπήρχαν μέσα που μπορούσαν να επιτύχουν μεγάλη ακρίβεια στους βομβαρδισμούς από αέρος, όμως δεν είχαν τεθεί ποτέ σε μαζική εφαρμογή. Υποτίθεται ότι η αυγή της νέας εποχής στα όπλα μεγάλης ακρίβειας θεωρείται η καταστροφή από την αμερικανική αεροπορία της γέφυρας Thanway στο Βιετνάμ, το 1972. Μη μπορώντας να την καταστρέψει με επανδρωμένα βομβαρδιστικά, εφευρέθηκε ένας πύραυλος που μπορούσε να πυροδοτηθεί από αεροπλάνο και να οδηγηθεί στο στόχο του από έναν τεχνικό ο οποίος παρακολουθούσε την πορεία του πυραύλου μέσα από μια κάμερα που βρισκόταν στη μύτη του[ref]Περί Πολέμου, Λέσχη Κατασκόπων του 20ού πρώτου αιώνα[/ref].

Η τεχνολογία στόχευσης που χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον και έχει αναβαθμίσει τη χρήση των βομβών από αέρος είναι η καθοδήγηση με laser (laser guidance). Η βόμβα αυτή έχει στην κεφαλή της αισθητήρα που λαμβάνει οπτικό σήμα από laser και με βάση αυτό, ένας ηλεκτρονικός εγκέφαλος επεξεργάζεται τα δεδομένα και οδηγεί με ακρίβεια τη βόμβα στο στόχο της, αφού φύγει από το αεροσκάφος. Η καθοδήγηση γίνεται είτε από το έδαφος είτε από τον αέρα, απ’ το ίδιο ή άλλο αεροσκάφος. Η άλλη εκδοχή καθοδηγούμενων όπλων μεγάλης ακρίβειας, είναι οι πύραυλοι cruise, που χρησιμοποιούν πιο εξελιγμένα συστήματα.

Τα όπλα ακριβείας, έκαναν μεν την πρώτη τους εμφάνιση στο Βιετνάμ, είχαν όμως την τιμητική τους θέση στον πρώτο πόλεμο του Ιράκ. Στο πρώτο στάδιο της εισβολής, για να αποφευχθούν – υποτίθεται – απώλειες αμάχων κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, χρησιμοποιούνται καθοδηγούμενες βόμβες και πύραυλοι για να δώσουν το πρώτο χτύπημα στην αεράμυνα και τις κυβερνητικές υποδομές του Ιράκ. Τα νέα όπλα παρουσιάζονται στη πιο φαντασμαγορική εκδοχή πολέμου που έχει δει ο δυτικός κόσμος μέχρι στιγμής, σε απευθείας τηλεοπτική μετάδοση, και επιτυγχάνουν.

Οι ειδικοί των καραβανάδων λένε ότι, για να υπάρξει επανάσταση στα ζητήματα του πολέμου, θα πρέπει τα νέα μέσα να ανοίξουν νέα πεδία συγκρούσεων. Μέχρι στιγμής, τα πεδία αυτά θεωρούνταν πως είναι η γη, ο αέρας και η θάλασσα. Με την εξέλιξη των υπολογιστών και τη συμβολή τους στις επικοινωνίες, και την πρόσφατη κυριαρχία των ηλεκτρονικών μέσων σε αυτές, εμφανίζεται ένα νέο πεδίο μάχης, ο κυβερνοχώρος. Διάφοροι στρατοί, με πρώτον αυτόν των ΗΠΑ, ήδη από το 1980, έχουν εντάξει το νέο πεδίο στις επιχειρήσεις τους, αναπτύσσοντας μέσα και τεχνικές.

Οι επιθέσεις στον κυβερνοχώρο έχουν ως στόχο αφενός να προκαλέσουν ζημιά στον αντίπαλο, διακόπτοντας τα δίκτυα επικοινωνίας, με μπλοκάρισμα ή παρεμβολές στις τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές εκπομπές, αφετέρου επιχειρούν να δώσουν στον επιτιθέμενο υπεροχή στην κατοχή και χρήση πληροφοριών, πράγμα που επιτυγχάνεται με τη χρήση drone και άλλων αυτόματων ή μη συστημάτων κατασκοπείας και παρακολούθησης. Η υπεροχή στις πληροφορίες δίνει με τη σειρά της γνώση των θέσεων και των κινήσεων του αντιπάλου, άρα και δυνατότητα ακριβέστερου σχεδιασμού των επιχειρήσεων, τη δυνατότητα διάχυσης ή παρακράτησης πληροφοριών για στρατηγικούς σκοπούς, αφετέρου εμποδίζει τον αντίπαλο να έχει τις ίδιες δυνατότητες.

 

Συνέπειες της τεχνολογικής αναδιάρθρωσης του στρατού

Οι θύτες: ο στρατός στα μετόπισθεν και η κοινωνία στη μάχη

 _Η απομάκρυνση του στρατιώτη από το πεδίο της μάχης

Η στρατιωτική αναδιάρθρωση που έλαβε χώρα μετά τη δεκαετία του ’70, με όχημα τις νέες τεχνολογίες, όπως περιγράφηκε παραπάνω, άλλαζε σταδιακά τη διαδικασία του πολέμου. Η πιο σημαντική ίσως συνέπεια αφορούσε τον περιορισμό της φυσικής παρουσίας του στρατιώτη στο πεδίο της μάχης. Άλλωστε το να καταφέρει ο αμερικάνικος στρατός να περιορίσει τον αριθμό των φέρετρων με τα πτώματα των στρατιωτών που γύριζαν πίσω ήταν βασική επιδίωξη, ώστε να ξεπεραστεί η οποιαδήποτε άρνηση της κοινωνίας να εμπλέκεται σε πολέμους. Ο λόγος των «δικών μας» προς τους «δικούς τους» νεκρούς υπάρχει πάντα σαν παράγοντας σχεδιασμού στα στρατιωτικά επιτελεία και εξαρτάται αποκλειστικά από την πολιτική συγκυρία και τις ανοχές της κοινωνίας. Ποιος τρόπος θα μπορούσε να είναι καλύτερος για αυτόν τον σκοπό από την προστασία δια της απουσίας;

Όπως αναφέραμε και πριν, υποτίθεται ότι η αυγή της νέας εποχής στα όπλα μεγάλης ακρίβειας θεωρείται η καταστροφή από την αμερικανική αεροπορία της γέφυρας Thanway στο Βιετνάμ, το 1972. Φαίνεται δηλαδή, ότι εξαρχής, αναγνωρίζεται στις νέες τεχνολογίες, η δυνατότητα καταστροφής από απόσταση, χωρίς τη φυσική παρουσία. Οι νέες τεχνολογίες σε αυτό το ζήτημα έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Η δυνατότητα που γεννήθηκε απέναντι σε υποδεέστερους ως προς την τεχνολογία και τον στρατιωτικό εξοπλισμό αντιπάλων, να γίνεται η επίθεση από απόσταση, είτε με πυραύλους, είτε με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, οδήγησε σε μια πεποίθηση ότι μπορεί επιτέλους ο αμερικάνικος στρατός (αλλά και οι υπόλοιποι δυτικοί στρατοί που διέθεταν την τεχνολογία) να διεξάγει πολέμους, χωρίς αυτό να γίνεται αντιληπτό στο εσωτερικό. Από τη στιγμή που δεν αδειάζονται κατά εκατοντάδες μαύρες σακούλες με πτώματα στα ελικοδρόμια, η κοινωνία μπορεί να αντιλαμβάνεται τον πόλεμο περισσότερο σαν θέαμα και λιγότερο σαν μια αιματηρή διαδικασία με βαριές συνέπειες για τα μέλη της, ακόμα και αν αυτός ο κανόνας δεν ισχύει για την αντίπαλη μεριά.

Όπως αναφέρει o Ignatieff (καναδός πολιτικός και διανοούμενος)[ref]Ο.π.[/ref]:

«Η ακρίβεια από απόσταση αλλάζει τη φύση και το αντικείμενο των μαχών. Αντί να πλησιάζεις έναν αντίπαλο, το θέμα τώρα είναι να τον καταστρέφεις από μακριά, αποφεύγοντας τη μακρόχρονη παραμονή στο πεδίο της μάχης: το πεδίο της μάχης αδειάζει σταθερά, εδώ και αιώνες. Πράγματι, το να χτυπάς από απόσταση κάνει τη συνολική προστασία των δυνάμεών σου ένα σημαντικό, παραδόξως, στόχο του σύγχρονου πολέμου. Η απόσταση προσφέρει επίσης πολιτικά πλεονεκτήματα. Αν μπορείς να κάνεις ένα πόλεμο από τα ηπειρωτικά εδάφη των ΗΠΑ ή από υποβρύχια που πλέουν χιλιάδες μίλια μακριά από το στόχο, έχεις απελευθερωθεί από τον κόπο να σιγουρέψεις τη συγκατάθεση των συμμάχων σου για τη χρήση βάσεων στο έδαφός τους και έχεις απελευθερωθεί από τον κίνδυνο να εκθέτεις αμερικανικούς στόχους σε επίθεση των αντιπάλων σου.»

_Η διεύρυνση του στρατιώτη στο κοινωνικό πεδίο

Για να επιτευχθεί η απομάκρυνση του στρατιώτη από το πεδίο της μάχης, ο χρόνος του πολέμου αρχίζει σιγά-σιγά να μοιράζεται δυσανάλογα ανάμεσα στον χρόνο προετοιμασίας μιας μάχης και στον χρόνο της σύγκρουσης. Το να «καταστρέφεις από μακριά» δεν είναι μια απλή υπόθεση, παρόλες τις δυνατότητες που γεννήθηκαν μέσα από τις νέες τεχνολογίες. Χρειάζεται μεγάλος όγκος επιμελητειακής εργασίας, η οποία ξεκινάει πολύ νωρίτερα από τη στιγμή της σύγκρουσης και συνεχίζει κατά τη διάρκεια αλλά και μετά από αυτήν.

Έτσι λοιπόν, ενώ αν κοιτάξει κανείς την θεαματική όψη του πολέμου και εστιάσει στη στιγμή της σύγκρουσης, μπορεί να συμπεράνει ότι οι νέες τεχνολογίες αντικαθιστούν το έμψυχο υλικό του πολέμου, στην πραγματικότητα αυτό δεν συμβαίνει καθόλου. Η τεχνολογική αναδιάρθρωση του στρατού, αφορά κυρίως αλλαγές ως προς την τεχνική του σύνθεση: λιγότερους φαντάρους με όπλα στα χέρια, περισσότερους χειριστές μπροστά από μόνιτορ, λιγότερους οδηγούς τανκ, περισσότερους «οδηγούς» πυραύλων κ.ο.κ. Τελικά, όχι απλά δεν μειώνει το προσωπικό που εμπλέκεται στον πόλεμο, αλλά αντιθέτως, μπορεί να το αυξάνει και μάλιστα προς πολλές διαφορετικές ειδικότητες, οι οποίες μέχρι πρότινος μπορεί να θεωρούνταν αποκλειστικά «ειρηνικές».

Ο καταμερισμός της εργασίας και η διεύρυνση της επιμελητειακής δουλειάς δημιούργησε όχι έναν, αλλά πολλούς ομόκεντρους κύκλους γύρω από τον στρατιώτη (τον άμεσα εμπλεκόμενο στη μάχη), οι οποίοι κύκλοι με επίκεντρο το πεδίο της μάχης, εξαπλώνονται στο εσωτερικό της κοινωνίας. Μια πολύ μεγάλη γκάμα ειδικοτήτων από τεχνικούς και χειριστές, προγραμματιστές, ερευνητές, κοινωνιολόγους/ψυχολόγους/ανθρωπολόγους μέχρι και νομικούς καλείται να συνδράμει στα μετόπισθεν για την αποτελεσματική διεξαγωγή του πολέμου. Ειδικότητες, οι οποίες μέχρι πριν κάποιες δεκαετίες έμοιαζε δύσκολο να τις φανταστεί κανείς ως απαραίτητες για την διεξαγωγή μιας μάχης. Αν προσθέσει κανείς τους καραβανάδες που συνεχίζουν να δουλεύουν στα μετόπισθεν αλλά και όλη εκείνη την ανειδίκευτη εργασία που χρειάζεται στις στρατιωτικές αλλά και ημι-στρατιωτικές εγκαταστάσεις (αποθήκες, χώροι συντήρησης κ.α.) συν τις ήδη παλιές υποστηρικτικές ειδικότητες (μάγειρες, ιατρούς κ.α.) μπορεί ίσως να φανταστεί το εύρος των ανθρώπων που εμπλέκονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην προετοιμασία και την διεξαγωγή ενός πολέμου.

Παρότι λοιπόν οι δυτικές κοινωνίες φαίνεται να μην εμπλέκονται καθόλου στους πολέμους που γίνονται τις τελευταίες δεκαετίες, ή τουλάχιστον αυτή την εικόνα έχουν για τον εαυτόν τους, στην πραγματικότητα εμπλέκονται και μάλιστα με έναν πολύ διευρυμένο, αν και άτυπο τρόπο. Οι μαζικοί πόλεμοι του 20ού αιώνα επιστράτευαν ολόκληρη την οικονομία, αλλά και τους άμαχους πληθυσμούς οι οποίοι ζούσαν μέσα σε μια εμπόλεμη κατάσταση. Στους πολέμους που ακολούθησαν μετά το Βιετνάμ, η κοινωνία νόμιζε πως δεν συμμετείχε, όχι μόνο γιατί δεν έστελνε κληρωτούς, αλλά και γιατί η οικονομία της έμοιαζε να μην επηρεάζεται σε μεγάλη κλίμακα. Αυτό που συνέβη όμως ήταν ακριβώς το αντίθετο. Η στρατιωτικοποίηση έγινε πιο διάχυτη και τα όρια μεταξύ στρατιωτικής και ειρηνικής εργασίας θόλωσαν με τον ίδιο τρόπο που η στρατιωτική και η πολιτική τεχνολογία συνέκλινε. Για παράδειγμα μπορεί μια εταιρεία gaming να κατασκευάζει μεταξύ άλλων και προσομοιωτές εκπαίδευσης του στρατού ή μια εταιρεία πληροφορικής να αναλαμβάνει τα λογισμικά των στρατιωτικών drone, αλλά σε κάθε περίπτωση οι εργαζόμενοι της μιας ή της άλλης εταιρείας δεν αντιλαμβάνονται τις ζωές τους σε εμπόλεμη κατάσταση. Επιπλέον η κατάτμηση των στρατιωτικών προγραμμάτων σε πολύ μικρά κομμάτια, τα οποία ανατίθενται σε διαφορετικούς φορείς, υπό τη μορφή της εργολαβίας, οδήγησε σε μία κατάσταση όπου μπορεί να δουλεύεις για το στρατό και να μην το γνωρίζεις καν. Η περίπτωση της πανεπιστημιακής έρευνας για λογαριασμό του στρατού είναι ενδεικτική στο πώς μπορεί να αποκρύβεται δια της κατάτμησης της και να ανατίθεται σε πολλά διαφορετικά εργαστήρια πανεπιστημίων και ερευνητικών ινστιτούτων.

 

Τα θύματα: ο στρατός στο περιθώριο και η κοινωνία στο στόχαστρο

_Η απουσία διάκρισης μεταξύ αμάχων και μάχιμων

Λέγεται πως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν ο πρώτος πόλεμος στην ιστορία όπου ο αριθμός των άμαχων νεκρών ήταν μεγαλύτερος από των μάχιμων. Αν και αυτή η δυνατότητα, της επίθεσης πίσω από τις γραμμές των στρατιωτών, δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς τη συμβολή της τεχνολογίας, όπως για παράδειγμα η ανάπτυξη των βομβαρδιστικών αεροπλάνων[ref]Η περίπτωση της ρίψης της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι αποτελεί την πιο χαρακτηριστική περίπτωση η οποία συμπυκνώνει το ρόλο της επιστημονικοτεχνικής συμβολής στη μαζική θανάτωση αμάχων.[/ref], φαίνεται πως μετά τη λήξη του και κυρίως μετά τη δεκαετία του ’70 άρχισε να γίνεται εμφανής η απουσία διαχωριστικής γραμμής μεταξύ αμάχων και μάχιμων. Παραθέτοντας πάλι από τον Ignatieff[ref]Περί Πολέμου, Λέσχη Κατασκόπων του 21ου αιώνα[/ref]:

«Οι νέες τεχνολογίες αλλάζουν επίσης και τους αντικειμενικούς στόχους του πολέμου. Κατά τη διάρκεια της βιομηχανικής εποχής, οι αντίπαλοι εστίαζαν εναντίον των ανδρών και του εξοπλισμού των εχθρών, με σκοπό να μειωθεί η ικανότητά του να συνεχίσει να πολεμάει. Στη θέση της φθοράς, ο σκοπός του μεταμοντέρνου πολέμου είναι να χτυπηθεί το νευρικό σύστημα – σημεία ελέγχου, ηλεκτρονικά δίκτυα – που κατευθύνουν την πολεμική μηχανή. Ένας «τυφλός» εχθρός – χωρίς υπολογιστές, τηλέφωνα ή ρεύμα – μπορεί να διατηρεί τις υπόλοιπες δυνάμεις του αλλά δεν μπορεί πλέον να τις κατευθύνει στη μάχη. Η διοίκηση και ο έλεγχος του αντιπάλου μπορούν να πληγούν και με πυραυλικούς βομβαρδισμούς και με πληροφοριακό πόλεμο: ηλεκτρονικές παρενοχλήσεις, ιούς υπολογιστών, αποπληροφόρηση και προπαγάνδα.»

Και λίγο παρακάτω συνεχίζει:

«Ενώ τα όπλα με μεγάλη ακρίβεια στόχευσης υποτίθεται πως απαλλάσσουν την αναμέτρηση από μεγάλες απώλειες αμάχων, ένας πόλεμος που έχει σα στόχο το νευρικό σύστημα του αντιπάλου μάλλον, παρά τις ίδιες τις στρατιωτικές του μονάδες, μικραίνει την απόσταση ανάμεσα σε στρατιωτικούς και πολιτικούς στόχους. Τα πιο σημαντικά σημεία έχουν διπλή χρήση. Οι σταθμοί της τηλεόρασης εκπέμπουν στρατιωτικά σήματα αλλά επίσης πληροφορίες για τον κόσμο. Οι ηλεκτρονικοί σταθμοί τροφοδοτούν τους υπολογιστές αλλά και τις αντλίες νερού και τα νοσοκομεία.»

Τελικά, οι νέες τεχνολογίες θα λειτουργήσουν σαν το περιβάλλον μέσα από το οποίο, από τη μία ο στρατός θα διαχυθεί προς τα «πίσω» (εμπλέκοντας όλο και μεγαλύτερα κομμάτια της κοινωνίας στα μετόπισθεν) και από την άλλη θα διαχυθεί προς τα «εμπρός», στρέφοντας τη φονική του καταστροφικότητα κατευθείαν μέσα στην κοινωνία του εχθρού – στα αντίπαλα μετόπισθεν.

_Από τον στρατιώτη στον μπάτσο και πάλι πίσω

Οι άμαχοι όμως στους σύγχρονους πολέμους δεν βρίσκονται μόνο έμμεσα στο στόχαστρο των στρατών, μέσω της καταστροφής της πολιτικής υποδομής μιας χώρας, αλλά και άμεσα σαν εν δυνάμει μάχιμοι ή τουλάχιστον σαν εν δυνάμει εχθρικός πληθυσμός που χρήζει στρατιωτικής αστυνόμευσης. Μέσα στο περιβάλλον της αναδιάρθρωσης του αμερικάνικου στρατού, όπως το περιγράψαμε, θα δημιουργηθεί και μια στροφή του στρατιωτικού ενδιαφέροντος προς την μελέτη των πόλεων, σαν αποτέλεσμα της αναγνώρισης τους ως το βασικό πεδίο μαχών. Έτσι λοιπόν, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’70 άρχισε να διαμορφώνεται το δόγμα για «Στρατιωτικές Επιχειρήσεις σε Αστικοποιημένο Έδαφος» (M.O.U.T. – Military Operations on Urbanized Terrain).

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο θα εκδοθούν διάφορα εγχειρίδια για στρατιωτική χρήση τα οποία αναλύουν τη δομή των πόλεων και τους καταλληλότερους τρόπους με τους οποίους θα μπορεί να ελίσσεται ο στρατός. Η περίπτωση του ισραηλινού στρατού και των καινοτομιών που εισήγαγε  όσον αφορά τον πόλεμο σε αστικό περιβάλλον (και τις οποίες εφάρμοσε ενάντια στους ισραηλινούς) είναι χαρακτηριστικές. Επίσης τη δεκαετία του ’90 θα κατασκευαστούν «τεχνητές» πόλεις από εταιρείες πολέμου στις οποίες ο αμερικάνικος (και όχι μόνο) στρατός θα εκπαιδεύεται συστηματικά.

Όλο αυτό το know how του στρατού για επιχειρήσεις μέσα σε πόλεις σύντομα θα επιστρέψει πίσω στην χώρα μέσω της αστυνομίας και θα εφαρμοστεί αυτή την φορά στον πληθυσμό. Η πτώση των δίδυμων πύργων της Νέας Υόρκης το 2001, οι επιθέσεις στην Ευρώπη και η κήρυξη του «πολέμου κατά της τρομοκρατίας» θα αποτελέσουν ορόσημο για τη στρατιωτικοποίηση της δημόσιας τάξης στη δύση. Νέοι νόμοι θα διευρύνουν τις αρμοδιότητες της αστυνομίας και των ειδικών σωμάτων ασφαλείας, ο εξοπλισμός τους θα συγκλίνει με αυτόν του στρατού και η εκπαίδευσή τους σε ορισμένες περιπτώσεις θα γίνεται από εταιρείες πολέμου σαν την Blackwater. Ένας πρώην αστυνομικός από την Ουάσιγκτον είχε δηλώσει χαρακτηριστικά[ref]Ann Hagedorn, Οι Αόρατοι Στρατιώτες – Εργολαβίες Πολέμου στις ΗΠΑ, Libreria Barricada no.22[/ref]:

«Όταν οι αστυνομικοί ντύνονται, εξοπλίζονται και εκπαιδεύονται σαν στρατιώτες, δεν θα ‘ναι έκπληξη να αρχίσουν να δρουν σαν στρατιώτες.»

Οι εργολαβίες πολέμου μάλιστα θα αποτελέσουν καθοριστικό ρόλο μεταφοράς (και εφαρμογής) της στρατιωτικής λογικής στο εσωτερικό. Στην Αμερική το ίδιο το υπουργείο χρηματοδότησε τα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα και τα παρότρυνε να προσλάβουν την Blackwater. Επιπλέον, κάποιοι δήμοι εξέτασαν την εκδοχή να αναθέσουν σε ιδιωτικές εταιρείες καθήκοντα, όπως τις περιπολίες στις πιο επικίνδυνες περιοχές, με τη δικαιολογία ότι θα γλίτωναν χρήματα[ref]Ο.π.[/ref].

 

Επίλογος

    Η παρατεταμένη περίοδος ειρήνης για τις δυτικές κοινωνίες από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά δεν είναι καθόλου τέτοια. Παρότι οι δυτικές κοινωνίες δεν βιώνουν μια εμπόλεμη κατάσταση, στην πραγματικότητα είναι εμπόλεμες και μάλιστα με διπλό τρόπο. Από την μία εμπλέκονται σε αυτόν, όχι με τον ολοκληρωτικό τρόπο των μαζικών πολέμων του 20ού αιώνα, αλλά με έναν διαφορετικό, άτυπο και εξαιρετικά διάχυτο τρόπο, μέσω της διεύρυνσης της επιμελητειακής εργασίας στα μετόπισθεν. Από την άλλη υφίστανται τις συνέπειες του πολέμου μέσω της επιστροφής των τεχνικών αλλά και των ίδιων των όπλων ορισμένες φορές για χρήση στο εσωτερικό από τη δημόσια τάξη.

Η τεχνολογική αναδιάρθρωση του πολέμου που ξεκίνησε καθώς υποχωρούσαν τα αντιπολεμικά κινήματα (και σαν απάντηση στα ζητήματα που έθεταν αυτά), συνέβη παράλληλα και χάρη στη λεγόμενη «Τρίτη Βιομηχανική Επανάσταση», στα καινούργια μέσα που αναπτύχθηκαν και στις τεχνολογίες που εξελίχθηκαν. Η «Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις» αποτελεί μια οργανωμένη τέτοια προσπάθεια που φωτίζει τον τρόπο με τον οποίο το περιβάλλον των νέων τεχνολογιών, βοήθησε στο να ξεπεραστούν κοινωνικά οι αρνήσεις απέναντι στον πόλεμο και σε συνδυασμό με τους καινούργιους τρόπους διαχείρισης της πληροφορίας και προπαγάνδισης όπως φυσικά και με την ιδιωτικοποίηση του στρατού (είτε σαν μισθοφόρους του κράτους, είτε σαν εργολαβίες πολέμου), κατάφερε να καταστήσει τον πόλεμο αόρατο για τις κοινωνίες οι οποίες τον τροφοδοτούν.

Το νέο μοντέλο πολέμων χαμηλής έντασης και υψηλής διάχυσης δίνει σε κάποιους την “ελπίδα” ότι τουλάχιστον έχει περάσει η εποχή των μεγάλων πολέμων ανάμεσα σε ισχυρά κράτη. Οι τελευταίοι ενδοκαπιταλιστικοί ανταγωνισμοί, όπως αυτός ανάμεσα σε Η.Π.Α. και Κίνα,  δείχνουν ότι τέτοιες εκτιμήσεις ίσως να είναι και πρόωρες ή απλώς ευσεβείς πόθοι. Κι αν τελικά ξεσπάσει και πάλι ένας τέτοιος πόλεμος μαζικής κλίμακας και δεδομένης της εμπλοκής όλο και μεγαλύτερων κομματιών της κοινωνίας στην προετοιμασία για αυτόν, ίσως τελικά να αποδειχτεί ακόμα πιο άγριος από τους προηγούμενους. Ακόμα και χωρίς το φόβητρο και τη χρήση των πυρηνικών.

]]>
Το Ίντερνετ ως Νέα Περίφραξη https://gameover.zp/2015/06/02/%cf%84%ce%bf-%ce%af%ce%bd%cf%84%ce%b5%cf%81%ce%bd%ce%b5%cf%84-%cf%89%cf%82-%ce%bd%ce%ad%ce%b1-%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%af%cf%86%cf%81%ce%b1%ce%be%ce%b7/ Tue, 02 Jun 2015 15:40:36 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1437

Σημείωση των μεταφραστών:

Το παρακάτω κείμενο υπέπεσε στην αντίληψη μας πριν κάποιο καιρό. Πρόκειται για ένα άρθρο των CrimethInc. Όπως μας ενημερώνουν οι ίδιοι, αποτελούν μια “αποκεντρωμένη αναρχική συλλογικότητα” που συνίσταται σε πυρήνες ανεξάρτητους μεταξύ τους. Εμπνεύστηκαν το όνομά τους από το “έγκλημα σκέψης” στο μυθιστόρημα “1984” του Τζόρτζ Όργουελ.

Επιλέξαμε να μεταφράσουμε το συγκεκριμένο άρθρο, λόγω της κοντινής σ’ εμάς θεματολογίας του και του κριτικού τρόπου προσέγγισής του θέματος με το οποίο καταπιάνεται. Γιατί στα μέρη μας όσοι προσπαθούν να διαπράξουν το “έγκλημα της σκέψης”, δεν έχουν να αντιμετωπίσουν μόνο την “αστυνομία της σκέψης” των κυρίαρχων, αλλά και τους τόνους μπετόν των ακλόνητων βεβαιοτήτων των υπηκόων. Αυτών, που έχοντας πάρει διαζύγιο με την κριτική σκέψη, αναπαράγουν, άθελά τους, τα επιχειρήματα των κυρίαρχων. Ακόμα, ίσως κάποιες κοινωνίες να βρίσκονται πιο πολύ μέσα στο μεταίχμιο της τεχνολογικής αλλαγής παραδείγματος, συνεπώς να παρατηρούν πιο εύκολα τις αλλαγές ή τις τάσεις που συντελούνται εκεί, όπως για παράδειγμα είναι, η περίφραξη του ίντερνετ.

Ανάμεσα σε άλλα, ενδιαφέρουσα μας φαίνεται και η άποψη που εμφανίζεται στο άρθρο, ότι η συμμετοχικότητα και η αποκέντρωση για την οποία αγωνίστηκε η DIY αντικουλτούρα, αφομοιώθηκε μέσω των ψηφιακών μέσων ευρείας πρόσβασης, δημιουργώντας έτσι μεγάλες δυνατότητες κέρδους για τον καπιταλισμό, που ακόμα δεν έχει κεφαλαιοποιηθεί. Αυτή, μακριά από το να είναι μια τεχνοφοβική άποψη, όπως θα έσπευδαν να κατηγορήσουν αρκετοί στα μέρη μας, αποτελεί απλή διαπίστωση της διαλεκτικής του καπιταλισμού, που αλλάζει το πεδίο των κοινωνικών σχέσεων και συνεπώς και του ταξικού ανταγωνισμού.

Η πλαγιογραφή, στον τονισμό και τις παρενθέσεις, δική μας.

Το Ίντερνετ ως Νέα Περίφραξη

Ψηφιοποιημένος Καπιταλισμός, Οικονομία της Προσοχής και Κράτος Επιτήρησης

Τα media μετατρέπουν την εμπειρία, τη μνήμη και την επικοινωνία σε κάτι το συνθετικό και εξωτερικό. Στην καθοδηγούμενη από τα media κοινωνία, εξαρτόμαστε από την τεχνολογία για την πρόσβαση σε αυτές ακριβώς τις εξωτερικευμένες πτυχές του εαυτού μας. Βιβλία, ηχογραφήσεις, ταινίες, ραδιόφωνο, τηλεόραση, ίντερνετ, κινητά τηλέφωνα: κάθε μια από αυτές τις διαδοχικές καινοτομίες έχει διεισδύσει βαθύτερα στην καθημερινή ζωή, μεσολαβώντας μία ακόμη μεγαλύτερη μερίδα της εμπειρίας μας.

Μέχρι το τέλος του 20ου αιώνα, τα μαζικά μέσα ήταν ουσιαστικά μονοκατευθυντήρια, με την πληροφορία να ρέει με τον χ τρόπο και την προσοχή να ρέει με τον ψ. Η κριτική (βλ. Η Κοινωνία Του Θεάματος) γενικά επικεντρώθηκε σε αυτή την πτυχή της δομής τους, κατηγορώντας τα πως προσέφεραν σε μια μικρή ελίτ τεράστια επιρροή πάνω στην κοινωνία ενώ παράλληλα αδρανοποιούσαν όλους τους υπόλοιπους στο ρόλο του θεατή. Αντίθετα, τα underground media υπερασπίστηκαν περισσότερο συμμετοχικές και αποκεντρωτικές μορφές.

Η συμμετοχή και η αποκέντρωση γίνονται ξαφνικά mainstream με την άφιξη των ψηφιακών μέσων ευρείας πρόσβασης. Από πολλές απόψεις, το ίντερνετ προσέφερε απελευθερωτικό και δυναμικό έδαφος για νέους μεθόδους επικοινωνίας. Καθώς το βασικό μοντέλο αναπτύχθηκε από ερευνητές χρηματοδοτούμενους από το στρατιωτικό, παρά από τον ιδιωτικό, τομέα, σχεδιάστηκε περισσότερο για να είναι χρήσιμο παρά κερδοφόρο. Μέχρι σήμερα, ένα μεγάλο μέρος του διαδικτύου παραμένει ένα είδος Άγριας Δύσης, στο οποίο είναι δύσκολο να επιβληθούν παραδοσιακοί νόμοι ιδιοκτησίας. Η ικανότητα να διαμοιράζεται το περιεχόμενο ελεύθερα και άμεσα μεταξύ χρηστών έχει ήδη τρομερό αντίκτυπο σε αρκετές βιομηχανίες, ενώ συνεργατικές μορφές, όπως η Wikipedia και το ελεύθερο λογισμικό, δείχνουν πόσο εύκολα οι άνθρωποι μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες τους χωρίς ιδιωτική περιουσία. Οι εταιρείες εξακολουθούν να αγωνίζονται για να καταλάβουν πως να βγάλουν χρήματα στο ίντερνετ, πέρα από τα διαδικτυακά καταστήματα και τη διαφήμιση.

Ωστόσο, καθώς όλο και μεγαλύτερο κομμάτι των ζωών μας ψηφιοποιείται, είναι σημαντικό να μην παίρνουμε ως δεδομένο πως είναι πάντα για καλό. Ο καπιταλισμός ευδοκιμεί απορροφώντας πτυχές του κόσμου που κάποτε δεν είχαν αντίτιμο και στη συνέχεια προσφέροντας πρόσβαση σ’ αυτές με κάποια τιμή, χωρίς αυτή η τιμή να αποσπάται πάντα σε δολάρια.

Θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί με τους τρόπους που τα νέα media έχουν καταστεί βολικά: Η ευκολία θα μπορούσε να είναι ένα σημάδι ότι οι άπειρες δυνατότητες της ανθρώπινης ζωής περιορίζονται βίαια. Πράγματι, αυτές οι καινοτομίες είναι μόλις και μετά βίας ακόμα προαιρετικές: στις μέρες μας είναι δύσκολο να διατηρήσεις φιλίες ή να προσληφθείς αν δεν κατέχεις κινητό τηλέφωνο και διαδικτυακό προφίλ. Όλο και περισσότερο οι πνευματικές μας διεργασίες και η κοινωνική μας ζωή πρέπει να περνάνε μέσα από τη διαμεσολάβηση των τεχνολογιών που χαρτογραφούν τις δραστηριότητες και τις σχέσεις μας για χάρη των επιχειρήσεων και της τράπεζας πληροφοριών της κυβέρνησης (βλ και παρακάτω το πρόγραμμα ηλεκτρονικής επιτήρησης και ανίχνευσης πληροφοριών, Prism). Αυτές οι φόρμες, σχηματοποιούν επίσης το περιεχόμενο αυτών των δραστηριοτήτων και σχέσεων.

Τα δίκτυα που προσφέρονται από το Facebook δεν είναι καινούρια· αυτό που είναι καινούριο είναι ότι μοιάζουν να είναι έξω από μας. Πάντοτε είχαμε κοινωνικά δίκτυα, αλλά ποτέ κανένας δεν μπορούσε να τα χρησιμοποιήσει για να πουλάει διαφημίσεις – ούτε ήταν ποτέ τόσο εύκολο να χαρτογραφηθούν. Τώρα επανεμφανίζονται ως κάτι στο οποίο πρέπει οπωσδήποτε να ανατρέξουμε. Οι άνθρωποι αλληλογραφούσαν με παλιούς φίλους, αυτό-διδάσκονταν δεξιότητες και ενημερώνονταν για δημόσια γεγονότα πολύ πριν το email, το Google και το Twitter. Βεβαίως αυτές οι τεχνολογίες είναι εξαιρετικά βοηθητικές σε έναν κόσμο όπου λίγοι από εμάς είμαστε κοντά με τους γείτονές μας ή μένουμε παραπάνω από μερικά χρόνια σε οποιαδήποτε τοποθεσία. Οι μορφές που υιοθετούνται από την τεχνολογία και την καθημερινή ζωή επηρεάζουν η μια την άλλη, καθιστώντας όλο και πιο αδιανόητο το διαχωρισμό τους.

Καθώς η ανάγκη μας τόσο για την πληροφορία όσο και την πρόσβαση σ’ αυτήν ξεπερνά σε εύρος όσα θα ήταν ποτέ δυνατόν να εσωτερικεύσουμε, η πληροφορία μοιάζει να διαχωρίζεται από εμάς. Αυτό προσομοιάζει ύποπτα τον βίαιο διαχωρισμό των εργατών από τα προϊόντα της εργασίας τους, αυτό που τους μεταμόρφωσε, εν τέλει, σε καταναλωτές. Η πληροφορία στο ίντερνετ δεν είναι εντελώς δωρεάν – οι υπολογιστές και η διαδικτυακή πρόσβαση κοστίζουν σε χρήμα, χωρίς να αναφέρουμε το ηλεκτρικό και περιβαλλοντικό κόστος παραγωγής και τους σε διαρκή λειτουργία server παντού στον κόσμο. Τι θα γίνει άραγε αν οι επιχειρήσεις ανακαλύψουν πώς να μας χρεώνουν περισσότερο για την πρόσβαση σε όλες αυτές τις τεχνολογίες, μόλις φτάσουμε να είμαστε πλήρως εξαρτημένοι από αυτές; Αν το μπορέσουν, όχι μόνο η δύναμη και η γνώση, αλλά ακόμα και η ικανότητα διατήρησης κοινωνικών δεσμών θα είναι άμεσα εξαρτημένες από τον πλούτο.

Ωστόσο, μπορεί να μην πρέπει να συγκεντρώσουμε την προσοχή μας σε αυτήν την εκδοχή. Τα παλιά τζάκια του κεφαλαίου μπορεί τελικά να μην καταφέρουν να εδραιώσουν την εξουσία τους στο νέο αυτό έδαφος. Ο τρόπος που ο καπιταλισμός αποικίζει τις ζωές μας στο παράδειγμα των ψηφιακών τεχνολογιών, μπορεί να μη μοιάζει με τις παλιές μορφές αποικιοποίησης.

Όπως σε κάθε πυραμιδικό σχήμα, ο καπιταλισμός πρέπει να επεκτείνεται συνεχώς, απορροφώντας νέους πόρους και υποκείμενα. Ήδη εκτείνεται κατά μήκος ολόκληρου του πλανήτη· ο τελευταίος αποικιακός πόλεμος (βλ πόλεμος στο Αφγανιστάν) έγινε στους πρόποδες των Ιμαλάιων, στην άλλη άκρη του κόσμου. Στη θεωρία (ο καπιταλισμός) θα έπρεπε να είναι έτοιμος να καταρρεύσει, τώρα που ξέμεινε από ορίζοντες. Αλλά τι θα λέγατε αν συνέχιζε να επεκτείνεται μέσα μας και αν οι νέες τεχνολογίες είναι σαν την Νίνια, την Πίντα και τη Σάντα Μαρία[ref]Στμ: αλληγορία – παρομοίωση με τα πλοία του Κολόμβου προς το Νέο Κόσμο.[/ref] αποβιβασμένες στην ήπειρο των δικών μας πνευματικών διεργασιών και κοινωνικών δεσμών;

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, το ίντερνετ λειτουργεί σαν ένα ακόμα διαδοχικό στρώμα αποξένωσης που χτίζεται πάνω στην υλική οικονομία. Αν ένα μεγάλο μέρος απ’ ό, τι είναι διαθέσιμο στο ίντερνετ είναι χωρίς χρέωση, αυτό δε συμβαίνει μόνο επειδή η διαδικασία της αποικιοποίησης δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί, αλλά επίσης επειδή το καθοριστικό νόμισμα στα media δεν είναι το δολάριο αλλά η προσοχή. Η προσοχή λειτουργεί στην οικονομία της πληροφορίας με τον ίδιο τρόπο που ο έλεγχος των υλικών πόρων λειτουργεί στη βιομηχανική οικονομία. Ακόμα και αν η προσοχή δε μεταφράζεται διαδικτυακά άμεσα σε εισόδημα, βοηθά στην εκτός διαδικτύου διασφάλισή του. Σαν συναλλάγματα, η προσοχή και το κεφάλαιο συμπεριφέρονται διαφορετικά, αλλά και τα δύο εξυπηρετούν την δημιουργία ανισοτήτων εξουσίας.

Τί είναι το κεφάλαιο, αλήθεια; Μόλις αφαιρέσουμε τις προλήψεις που το κάνουν να φαίνεται σαν μια δύναμη της φύσης, είναι ουσιαστικά ένα κοινωνικό κατασκεύασμα που δίνει τη δυνατότητα σε κάποιους ανθρώπους να συγκεντρώνουν εξουσία πάνω σε άλλους. Χωρίς την σύλληψη της ιδιωτικής περιουσίας, που είναι “πραγματική” μόνο στο βαθμό που όλοι συμμορφώνονται σε αυτήν, οι υλικοί πόροι δε θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως κεφάλαιο. Από αυτή την άποψη, τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα υπηρετούν τον ίδιο σκοπό που εξυπηρετούσε το ελέω θεού δικαίωμα των βασιλιάδων: και οι δύο διαμορφώνουν το θεμέλιο συστημάτων εκχώρησης κυριαρχίας. Μερικοί άνθρωποι πιστεύουν παθιασμένα στα ιδιοκτησιακά δικαιώματα , ακόμα και αν αυτά τα δικαιώματα χρησιμοποιούνται για να τους στερούν κάθε επιρροή στην κοινωνία. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είναι μαγεμένοι από την ιδιοκτησία.

Κατά τον ίδιο τρόπο, όταν ένας διαφημιστικός αντιπρόσωπος επιχειρεί να κάνει ένα meme[ref]Στμ: Εκτός από τα meme που όλοι γνωρίζουμε /meme, στα ελληνικά μιμίδιο, ονομάζεται η θεμελιώδης μονάδα πολιτισμικής μεταβίβασης ή μίμησης που υποτίθεται ότι περνάει από το ένα άτομο στο άλλο κατ’ αναλογία προς το γονίδιο. Ο ορισμός αποδίδεται στο βιολόγο Richard Dawkins το 1976. Πέρα από τον παραπάνω βιολογικό ντετερμινισμό, έχει αναπτυχθεί ένας ολόκληρος σύγχρονος τομέας μάνατζμεντ που μελετά και πειραματίζεται με τη μαζική εξάπλωση από χρήστη σε χρήστη τομιδίων μέσω των χρηστών του ίντερνετ και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, με σκοπό τη χρησιμοποίησή τους για διαφημιστικούς σκοπούς, με ελάχιστο κόστος από την πλευρά των διαφημιστών. [/ref] viral[ref]Στμ: viral, οτιδήποτε κυκλοφορήσει μαζικά και σε πολύ μικρούς χρόνους στα κοινωνικά και οπτικοακουστικά δίκτυα. Πχ ένα αστείο video στο YouTube μπορεί να αναρτηθεί στο Facebook, twitter, κλπ, κάτι που το καθιστά viral. [/ref] στο ίντερνετ μπορούμε να πούμε ότι προσπαθεί να εκτελέσει ένα ξόρκι. Εάν η προσοχή είναι το νόμισμα των media, το να την κερδίσεις είναι ένας τρόπος να αναγκάσεις τους ανθρώπους να καταπιούν αμάσητη μια δομή εξουσίας, να επενδύσουν σε αυτήν. Ο καθοριστικός παράγοντας δεν είναι αν οι άνθρωποι συμφωνούν ή εγκρίνουν αυτό που βλέπουν, αλλά σε ποιό βαθμό διαμορφώνει τη συμπεριφορά τους.

Τα ψηφιακά μέσα μοιάζουν να έχουν αποκεντρώσει μεν την προσοχή, σταθεροποιώντας δε τις διόδους στις οποίες αυτή κυκλοφορεί. Ας προσέξουμε τους φορείς που συσσωρεύουν προσοχή, ακόμα και αν δεν τη μετατρέπουν ποτέ σε περιουσιακά στοιχεία. Η πραγματική δύναμη του Google και του Facebook δεν βρίσκεται στα οικονομικά – περιουσιακά στοιχεία που κατέχουν, αλλά στους τρόπους που δομούν τη ροή των πληροφοριών. Επιβάλλοντας μια ενιαία λογική επί της επικοινωνίας, των σχέσεων και της έρευνας, τοποθετούν εαυτούς στη θέση των μεσιτών εξουσίας της νέας εποχής.

Πίσω από αυτές τις εταιρίες βρίσκεται η NSA (βλ Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ) , η οποία τώρα αποκτά την πρωτοφανή ικανότητα να χαρτογραφεί σχέσεις και διαδικασίες σκέψης. Παρακολουθώντας τις αναζητήσεις στο Google, είναι δυνατό να ανιχνεύσει τους συνειρμούς των σκέψεων ενός χρήστη του ίντερνετ σε πραγματικό χρόνο. Η NSA έχει ακόμα μικρότερη την ανάγκη μετατροπής της χρήσης του ίντερνετ απευθείας σε οικονομικό κέρδος· το νόμισμα που επιζητά είναι η πληροφορία η ίδια, με την οποία κατευθύνει την ωμή βία της κυβέρνησης. Ο ρόλος του κράτους επιτήρησης είναι να συντηρεί τις συνθήκες ακριβώς για να φέρουν εις πέρας μπίζνες επιχειρήσεις όπως το Facebook· όσο περισσότερη εξουσία συσσωρεύουν αυτές οι εταιρίες, οικονομική ή άλλου είδους, τόσο περισσότερη εξουσία ρέει πίσω στα χέρια της κυβέρνησης.

Μέχρι το σκάνδαλο Prism (πρόγραμμα της NSA για την ηλεκτρονική παρακολούθηση και συγκέντρωση στοιχείων από τη Microsoft, την Google, το Facebook, την Apple, και άλλους μεγάλους ιντερνετικούς οργανισμούς), πολλοί άνθρωποι πίστευαν ότι η επιτήρηση και η λογοκρισία χρησιμοποιούνταν κυρίως σε μέρη όπως η Συρία και η Τυνησία. Στην πραγματικότητα, το μεγαλύτερο μέρος της τεχνολογίας λογοκρισίας, που χρησιμοποιούν αυτές οι κυβερνήσεις, προέρχονται από τη Silicon Valley – και πρωτοεφαρμόστηκαν εδώ στις ΗΠΑ. Δεδομένου ότι ακόμα και η πιο αδρή ιντερνετική λογοκρισία προϋποθέτει αποτελεσματική και εξαντλητική επιτήρηση, είναι μικρή η απόσταση από τη ρύθμιση στο κλείδωμα. Όσο περισσότερο εξαρτόμαστε από την ψηφιακή τεχνολογία, τόσο πιο ευάλωτοι είμαστε σε μαζικά ιδρύματα, εναντίον των οποίων έχουμε πολύ μικρό πλεονέκτημα.

Αυτή δεν είναι μια κριτική στην τεχνολογία καθαυτή. Το ζήτημα είναι πως αυτή δεν είναι ουδέτερη· η τεχνολογία διαμορφώνεται πάντα από τις δομές της κοινωνίας εκείνης, μέσα στην οποία αναπτύσσεται και εφαρμόζεται. Οι περισσότερες από τις τεχνολογίες, που μας είναι γνωστές, διαμορφώθηκαν από τις επιταγές του κέρδους και των προσταγών. Μια κοινωνία βασισμένη σε άλλες αξίες, θα παρήγαγε σίγουρα διαφορετικές τεχνολογίες. Καθώς η ψηφιακή τεχνολογία εμπλέκεται όλο και περισσότερο στον ιστό της κοινωνίας μας, το σημαντικό ερώτημα δεν είναι αν θα τη χρησιμοποιούμε ή όχι, αλλά πως θα υπονομεύσουμε τις δομές που την παράγουν.

Για να το θέσουμε διαφορετικά: οι υπερασπιστές της ιντερνετικής ελευθερίας θα έπρεπε να αναρωτηθούν κατά πόσον αυτή η ελευθερία είναι πραγματικά συμβατή με τον καπιταλισμό και το κράτος.

]]>
Translation Memory Automatic https://gameover.zp/2015/05/06/translation-memory-automatic/ Wed, 06 May 2015 11:02:40 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1459 Untitled-1

Η νύχτα είναι μία φράουλα.

Louis Penny

Πρόλογος

Σημείο 1ο

Τον Οκτώβρη του 2013, ως game over, είχαμε παρουσιάσει την εισήγηση για το ηλεκτρονικό προλεταριάτο. Πρόκειται, για όσους δεν είχαν την ευκαιρία να την παρακολουθήσουν, για την παρουσίαση μίας εργατικής έρευνας και των συμπερασμάτων της από εργατική σκοπιά, που διεξήχθη σε μορφή συνεντεύξεων σε εργατικές φιγούρες που κάνουν εκτενή και πολλές φορές μοναδική χρήση των νέων τεχνολογιών στις δουλειές τους. Δεν θέλουμε εδώ να την παρουσιάσουμε ξανά, μόνο να τονίσουμε πως το σημερινό θέμα, άπτεται αυτής ακριβώς της θεματολογίας, μέσω ενός πιο συγκεκριμένου παραδείγματος: τη δουλειά του μεταφραστή.

Ο μεταφραστής είναι ένα από τα επαγγέλματα που, όπως και ο αρχιτέκτονας, η γραμματέας, ο λογιστής, ακροβατεί ακόμα ανάμεσα στο παλιό και το νέο παράδειγμα. Αυτό σημαίνει πως ένα μεγάλο κομμάτι της δουλειάς του έχει μηχανοποιηθεί και ο ίδιος δουλεύει σχεδόν αποκλειστικά με τις νέες τεχνολογίες, hardware και software. Ωστόσο σε διάφορους τομείς είτε εξειδίκευσης, είτε της διαδικασίας της δουλειάς αυτής καθαυτής, συνεχίζει να μεταφράζει με τον «παλιό τρόπο».

Σημείο 2ο

Η παρούσα μικρή εκδήλωση θέλει να αποφύγει να σταθεί μόνο στο επάγγελμα του μεταφραστή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του στο σήμερα. Περισσότερο μάλλον θεωρούμε, πως το επίπεδο αυτοματοποίησης της μεταφραστικής εργασίας αλλά και πρακτικής, και η ιστορία του με όρους ιστορίας των τεχνολογιών, αποκαλύπτει για ακόμα μια φορά τις αλλαγές που έχει υποστεί η αντίληψη για ένα εύρος βιωματικών τομέων της γνώσης, παραδείγματος χάριν τη γλώσσα, τη μνήμη και τη σκέψη.

Πάλι θα ανατρέξουμε σε δύο εκδηλώσεις του game over, αυτήν περί ψηφιοποίησης της μνήμης και την εκδήλωση γλώσσα και νέες μηχανές. Όσον αφορά την σκέψη, προσεχώς στο επόμενο φεστιβάλ του game over.

***

Η βασική ιδέα παραμένει η εξής: Η ιστορία κάλυψης αναγκών με νέα τεχνολογικά μέσα ξεκινάει από τον στρατό και επεκτείνεται στη γραφειοκρατία, περνάει πάνω από την εργασία, μέχρι να φτάσει σήμερα να καλύπτει κάθε πτυχή της καθημερινότητας, αγγίζοντας μέχρι και τις επιθυμίες. Διαδικασίες ριζωμένες στη βιωμένη γνώση, που αποτελούσαν αναπόσπαστα κομμάτια η μία της άλλης, καθώς και αλληλοτροφοδοτούσαν η μία την άλλη, ξεχωρίζονται με διαδικασίες που θυμίζουν ανατομία και ορίζονται ξανά για να χωρέσουν στην μηχανή. Ο χρήστης αυτών των μηχανών, στην εργασία και στην καθημερινότητα του, αδρανοποιεί σιγά σιγά οτιδήποτε μπορεί να αναθέσει στη μηχανή.

Με τη σταδιακή καθολικοποίηση της χρήσης της μηχανής, ένα εύρος διαδικασιών αφήνεται πίσω, ή αφήνονται πίσω ολόκληρα κομμάτια του. Είναι αυτή η εγκατάλειψη, η λήθη, η σωματική αδράνεια, που το game over αναγνωρίζει και σαν ηθελημένη κλοπή από τα πάνω. Ή τουλάχιστον σαν πρωτόγνωρα χρήσιμη για τον καπιταλισμό. Στο παράδειγμα των μεταφραστικών μνημών η αντίληψη για την γλώσσα και η κλοπή της μνήμης μέσα από τις μηχανές, είναι τουλάχιστον πρωτοφανής.

 

Από τη ζήτηση στη παγκόσμια αγορά _στη διαμόρφωση του νέου τεχνολογικού περιβάλλοντος.

Localization

 

Ποιες μεταφραστικές εργασίες αφορούν οι νέες τεχνολογίες μετάφρασης;

«Μη μιλάτε νοηματική και αυνανίζεστε ταυτόχρονα.
Εκτός αν μεταφράζεται κάποιο προεδρικό διάταγμα.»

(Όπου θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τους τομείς μετάφρασης που έχουν αυτοματοποιηθεί σχεδόν πλήρως.)

Όπως αναφέραμε συνοπτικά παραπάνω, στην περίπτωση του παραδείγματος του μεταφραστή λογοτεχνίας, αυτός μεταφράζει ακόμα «με το χέρι». Χωρίς μουτζούρες βέβαια, μα ακόμα σβήνοντας και γράφοντας, ακολουθώντας τη σειρά και επιλέγοντας τις αποδόσεις/ λέξεις που είτε του αρέσουν είτε θεωρεί πως είναι οι κατάλληλες, χρησιμοποιεί το PC και το word, διαδικτυακά και ηλεκτρονικά λεξικά και forum, τεχνικές ηλεκτρονικής αποθήκευσης και αρχειοθέτησης, και τέλος πάντων ένα εύρος μηχανοποιημένων διαδικασιών.

Οι νέες τεχνολογίες ακόμα υπολείπονται στο να πετύχουν αυτόματες μεταφράσεις κάποιας ποιότητας στον τομέα της δοκιμιογραφίας, της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας κλπ. Ωστόσο, όπως και στο παρελθόν, ένα μεγάλο κομμάτι των μεταφραστών απασχολούνται σε εξειδικευμένους τομείς μετάφρασης (επιστημονικές, νομικές, τεχνογνωσίας, και ένα μεγάλο κομμάτι που αφορά τις νέες τεχνολογίες), όπου η χρήση μηχανών αυτόματης μετάφρασης είναι ο κανόνας. Για μία πιο γενική εικόνα, μεταφραστές έχουν δουλέψει πάνω:

  • Στη μετάφραση των εγχειριδίων (manual) για όλες τις γνωστές και άγνωστές μας συσκευές
  • Στη μετάφραση κειμένων που αφορούν περισσότερο ή λιγότερο τις ανά τον κόσμο και ανά τομέα γραφειοκρατείες
  • Στην μετάφραση ιατρικών κειμένων, εγχειριδίων, διαγνώσεων
  • Στη μετάφραση λιστών επιστημονικής ορολογίας κάθε είδους
  • Και τέλος, σε αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε ενδοδιαδικτυακές και προγραμματιστικές μεταφράσεις, δηλαδή μεταφράσεις ιστοσελίδων, προγραμμάτων, βάσεων δεδομένων,
  • Και σε πολλούς άλλους τομείς που μπορούμε να φανταστούμε όταν ένα τυπωμένο ή διαδικτυακό κείμενο φτάνει στα χέρια μας ή στο PC μας.

Τα κοινά αυτών των μεταφράσεων είναι πολλά και αφορούν τόσο την αντίληψη για την μετάφραση όσο και την διαδικασία παραγωγής της: Πρόκειται για κείμενα στεγνά, με ορισμένη σύνταξη (που μπορεί ενδεχομένως να διαφέρει από αντικείμενο σε αντικείμενο), τυποποιημένα σχεδόν πλήρως σε συγκεκριμένα format, όπου η βάση τους και ο πυρήνας ενδιαφέροντος, είναι η ίδια η ορολογία.

Παράδειγμα:

Η μετάφραση μίας ιστοσελίδας δεν έχει παρά ελάχιστα συμφραζόμενα, όπου τουλάχιστον δεν είναι δομημένη σε σώμα κειμένου. Μπορεί να αφορά τις εντολές, τα κουτάκια, το about και το help. Το format της είναι ορισμένο, και μέσα σε αυτά τα όρια πρέπει να παρέμβει ο μεταφραστής, χωρίς καθόλου να μπορεί να το αλλάξει. Η ορολογία της είναι κοφτή και σύντομη (βλ πχ ελληνικό msn).

Τα κοινά αυτών των μεταφράσεων έχουν τον δικό τους τομέα εξειδίκευσης, τον πιο σύγχρονο και ευρύ τομέα απασχόλησης στη μετάφραση: Το Localization

Τι είναι το Localization;

Δεν θα μπορούσε να της ταιριάζει παρά μια άτσαλη είτε περιφραστική μετάφραση. Το Localization στα ελληνικά μεταφράζεται ως τοπικοποίηση, ή αλλιώς τοπική προσαρμογή. Στην πραγματικότητα ο όρος αναφέρεται σε ένα εύρος πραγμάτων, από τον «εντοπισμό» στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, μέχρι και τα μαθηματικά ή την οικονομία. Κανείς δεν θα μπορούσε μάλλον να φανταστεί πριν την επιστημονική ανάλυση της γλώσσας, ότι θα αφορά μια μέρα και τον γραπτό λόγο.

Παραθέτουμε επακριβώς τον πιο λιτό και περιεκτικό, κατά τη γνώμη μας, ορισμό του Language Localization:

«Τοπικοποίηση της γλώσσας ονομάζεται η διαδικασία προσαρμογής ενός προϊόντος, που έχει ήδη προηγουμένως μεταφραστεί σε διαφορετικές γλώσσες, σε μία συγκεκριμένη χώρα ή περιοχή. Αποτελεί τη δεύτερη φάση μίας ευρύτερης διαδικασίας της μετάφρασης προϊόντων και της πολιτισμικής απόδοσης (για συγκεκριμένες χώρες, περιοχές και ομάδες) και αφορά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που εμφανίζουν διαφορετικές αγορές, μία διαδικασία που ονομάζεται διεθνοποίηση και τοπικοποίηση.

Η τοπικοποίηση της γλώσσας διαφέρει από την μεταφραστική διαδικασία καθώς περιλαμβάνει μελέτη κατανόησης του πολιτισμού-στόχου έτσι ώστε να προσαρμόσει το προϊόν στις τοπικές ανάγκες.»

Wikipedia

Θα αφήσουμε τον ορισμό σε αυτό το σημείο, καθώς μάλλον εγείρει ήδη αρκετά το ενδιαφέρον και θα συνεχίσουμε με την επεξήγηση του.

Η τοπικοποίηση (της γλώσσας του προϊόντος), όπως αναφέρεται, αφορά τη δεύτερη φάση μίας ευρύτερης διαδικασίας, που όσο περίεργο και αν φαίνεται δεν είναι άλλη από αυτήν της παγκοσμιοποίησης (της γλώσσας του προϊόντος). Η διαδικασία είναι ανάποδη απ’ ότι θα μάντευε κανείς. Πρώτα σχεδιάζεται το προϊόν σε παγκόσμιο επίπεδο και μετά μεταφέρεται στο τοπικό. Αυτό σημαίνει πως για τη διάχυση των προϊόντων σε παγκόσμια κλίμακα, τα ίδια τα προϊόντα πρέπει να σχεδιάζονται με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο έχοντας υπόψιν τους αυτή την κλίμακα. Ο σκοπός είναι να μειωθεί το κόστος και να εξασφαλιστεί η ίδια ποιότητα σε κάθε περιοχή. Όπως λένε οι ειδικοί  «οργανώνεται για την στήριξη των διεθνών αγορών». Σε αυτήν την φάση, όλα όσα θα ακολουθήσουν, στην τοπικοποίηση δηλαδή, πρέπει να έχουν ήδη προβλεφθεί και υπολογιστεί, έτσι ώστε να μην παρουσιαστεί κανένα κόλλημα, όταν πχ το προϊόν έρθει στα χέρια του έλληνα καταναλωτή. Πρόκειται για μία κυκλική διαδικασία. Αυτή η διαδικασία και σχεδίαση περιλαμβάνει λοιπόν και την σχεδίαση του έλλογου, ας πούμε κομματιού του προϊόντος. Και καλεί ένα πολυπληθές εργατικό δυναμικό να δουλέψει στην επιμέρους αυτή φάση, ως μεταφραστές.

«… Τα τελευταία 15 χρόνια ο κλάδος των γλωσσικών υπηρεσιών έχει μεταμορφωθεί. Και από μια εμβρυϊκή μορφή, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, έχει μετεξελιχθεί σ’ έναν κλάδο που προσφέρει εξειδικευμένες υπηρεσίες, οι οποίες είναι προσαρμοσμένες στις προδιαγραφές του κάθε πελάτη, δηλαδή, στην περίπτωσή μας, βιομηχανίες ή εταιρείες από κάθε κλάδο της αγοράς.

Η τεχνολογία άλλαξε, οι όγκοι άλλαξαν, απαιτείται εξειδίκευση, ταχύτητα για την κυκλοφορία προϊόντων στην αγορά, μεγαλύτερο value for money. Η γλώσσα και το περιεχόμενο (αγγλικά: content) ανοίγουν νέες αγορές, δημιουργούν ευκαιρίες για πώληση, και παρέχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα».[1]

Όπως και στους περισσότερους τομείς εργασίας στις νέες τεχνολογίες, αυτό το εργατικό δυναμικό δεν είναι ενιαίο και ομοιογενές. Δεν έχει ούτε την ίδια γνώση της εργασίας που καλείται να φέρει εις πέρας, ούτε πληρώνεται το ίδιο κάθε φορά. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι πως πρόκειται για μια δουλειά που γίνεται κατά κανόνα με το κομμάτι, με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση, ανάλογα την εταιρία που οργανώνει την ζήτηση. Μπορεί δηλαδή να αφορά την Mercedes ή την Microsoft, μπορεί όμως και να αφορά και μία ινδική εταιρία που πληρώνει 0,02 cent την λέξη.

Ο μεταφραστής στο localization μπορεί να δουλεύει σε γραφείο ή και στο σπίτι. Συνήθως όμως είναι διαρκώς online από το smartphone και το PC. Είναι σε διαρκή διαδικασία αναμονής, καθώς καλείται να ανταποκριθεί στην ζήτηση της εργασίας του μέσω mail σε χρονικά διαστήματα που η αποδοχή ή η απόρριψη της δουλειάς μπορεί να αφορά από δεκαπέντε λεπτά (και να πάρει άλλος την δουλειά) μέχρι μια μέρα. Δεν βλέπει σχεδόν ποτέ το μεγάλο ή το μικρότερο αφεντικό στο πρόσωπο. Μπορεί να είναι εντελώς ανειδίκευτος ή εξαντλητικά εξειδικευμένος. Και το σημαντικότερο. Η εργασία του καθορίζεται και διεκπεραιώνεται από την αρχή (το mail του) μέχρι το τέλος της, στον υπολογιστή, με τη χρήση προγραμμάτων αυτόματης μετάφρασης, που οργανώνουν από την ίδια τη διαδικασία της δουλειάς τους μέχρι και την κοστολόγησή της.

Μηχανές Αυτόματης Μετάφρασης και Μεταφραστικές μνήμες

Σύντομη Ιστορία

Οι προσπάθειες να φτιαχτεί μία μηχανή μετάφρασης χρονολογούνται από τα μέσα του 1930. Η πρώτη προσπάθεια που μοιάζει να ευοδώνεται ανήκει στην IBM και το πολυσυζητημένο (στους μεταφραστικούς κύκλους) πείραμα της Georgetown το 1954. Το μηχάνημα που παρουσιάζεται προκαλεί δημόσιο θόρυβο, και αργεί πολύ να αποδειχθεί ότι δεν λειτουργεί παρά στο ελάχιστο των προσδοκιών. Όπως λέγανε «μοιάζει περισσότερο με παιχνίδι», έτσι δεν έμοιαζαν στην αρχή οι περισσότερες μηχανές άλλωστε; Στρέφει ωστόσο το ενδιαφέρον προς την αυτόματη μετάφραση και συγκεκριμενοποιεί περαιτέρω τους στόχους της. Οι προσπάθειες να φτιαχτεί μία τέτοια μηχανή παίρνουν φωτιά το 1960 με τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην Αμερική και τη Σοβιετική Ένωση. Χρειάζονται, τότε, μία μηχανή που για το γλωσσικό ζεύγος αγγλικής-ρωσικής, και να μπορεί να αποδίδει αδρά νοήματα, επιστημονικών περιοδικών και τεχνικών εγγράφων, στην πάλη να ξεπεράσει ο ένας τον άλλον στην επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη. Τα πειράματα συνεχίζουν ωστόσο να αποτυγχάνουν σε σχέση με τους στόχους που τίθενται. Έτσι και με μεγαλύτερη ψυχραιμία, το 1966, η ALPAC (Automatic Language Processing Advisory Committee) εκδίδει μία έκθεση που αναλογίζεται πως η ικανότητα της μηχανής να μεταφράζει θα αργήσει πολύ να φτάσει την ανθρώπινη. Πρέπει οι προσπάθειες να απομακρυνθούν για λίγο από το συνολικό σκοπό και να επιστήσουν την προσοχή τους στην δημιουργία εργαλείων, που θα βοηθήσουν τους μεταφραστές, όπως πχ αυτόματα λεξικά, τις σημερινές μεταφραστικές μνήμες. Σε αυτό το σημείο η Αμερική εγκαταλείπει τις προσπάθειες και τα πειράματα για περίπου μια δεκαετία. Ξανά, ο πρώτος τομέας που θα χρησιμοποιήσει κάτι σαν προγόνους των μηχανών και συστημάτων αυτόματης μετάφρασης, θα είναι ο στρατός και συγκεκριμένα η αμερικανική αεροπορία, και αργότερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινοτήτων. Και ο Καναδάς στα μετεωρολογικά δελτία. Στρατός και Γραφειοκρατία δηλαδή. Και ο Καναδάς.

Οι μηχανές αυτόματης μετάφρασης στο σήμερα

Η μηχανή που τελικά θα επιτύχει την αυτόματη μετάφραση, δεν είναι άλλη από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Σε αυτόν εγκαθίστανται σήμερα, τα προγράμματα αυτόματης μετάφρασης, με βασιλιά το Trados, που χρησιμοποιούνται ευρέως και οργανώνουν την εργασία του μεταφραστή.

Πρόκειται για προγράμματα ελεγχόμενου περιβάλλοντος -αν μπορείτε να φανταστείτε ένα Photoshop για μεταφραστές. Σε αυτό ο μεταφραστής δημιουργεί ένα project, ένα πακέτο μεταφράσεων (ένα ολόκληρο ας πούμε εγχειρίδιο) είτε μία μεμονωμένη μετάφραση. Στο Trados, το πιο εύκολο παράδειγμα πάει κάπως έτσι:

(VISUAL AID)

  1. Ο μεταφραστής φορτώνει το κείμενο-πηγή.
  2. Το κείμενο αυτόματα κατατέμνεται πρώτον με όρους format, δηλαδή επικεφαλίδες, bullets, κουτάκια
  3. και τους υπέρ-συνδέσμους στην περίπτωση των ιστοσελίδων και
  4. δεύτερον με όρους σύνταξης δημοτικού. Αριθμημένες προτάσεις, μικρές παράγραφοι, ουσιαστικά και ρήματα που στέκονται μόνα τους.

 Παραδείγματα

Έντυπο με το Πρόγραμμα ενός Συλλόγου για ένα Συνέδριο

1 Σύλλογος για το Συνέδριο Οδικής Ασφάλειας

2 Εκπαίδευση στην Οδική Ασφάλεια στα Εθνικά μας Ιδρύματα

3 Park Hotel, Δουβλίνο 6, Ιρλανδία, 23 Μαρτίου 2013

4 Ο Σύλλογος για το Συνέδριο Οδικής Ασφάλειας καλεί όλους τους…

5 Για περισσότερες πληροφορίες

6 Ατζέντα

7 12:00

8 14:00

17 Χρονολόγιο

23 Πρόγραμμα

Εντολές σε λογισμικό κινητού τηλεφώνου

 13 Αντιγραφή στο τηλέφωνο

14 Αντιγραφή στην SIM

15 Μετακινήθηκε, Αλλαγή Ονόματος

16 Μετακινήθηκε, Αλλαγή Ονόματος

17 Αριθμός πολύ μεγάλος

18 Όνομα πολύ μεγάλο

19 Αντικατάσταση υπάρχοντος

20 Αντικατάσταση;

 Αυτές οι αριθμημένες κατατετμημένες προτάσεις, που ονομάζονται segments, δηλαδή τμήματα, δε μεταφράζονται πάντα και ολόκληρες από τον μεταφραστή. Τις περισσότερες φορές αντικαθίστανται αυτόματα με τις μεταφρασμένες τους αντίστοιχες, λέξη προς λέξη. Τις λέξεις αυτές, του τις έχουν ήδη παρέχει οι εταιρείες σε μία Μεταφραστική Μνήμη.

Μεταφραστικές Μνήμες

Ας πάρουμε το παράδειγμα της Nokia: η Nokia, στο πλαίσιο που αναφέραμε, αυτό της παγκοσμιοποίησης στη σχεδίαση του προϊόντος, έχει, ήδη από πριν, προσλάβει έναν μεταφραστή για να μεταφράσει τις λέξεις που θα χρησιμοποιηθούν στο λογισμικό της συσκευής, από τα αγγλικά στα ελληνικά. Κάποιον που θα φτιάξει μία μεγάλη Μεταφραστική Μνήμη με τίτλο ας πούμε «Nokia Lumia 520» (τη μάρκα του κινητού). Έχει δηλαδή, προσλάβει ήδη έναν μεταφραστή για να φτιάξει το λεξικό της στα ελληνικά. Ο επόμενος μεταφραστής, θα πάρει έτοιμο το λεξικό του προηγούμενου, τη Μεταφραστική Μνήμη της Nokia. Αυτό που θα κάνει, είναι να φορτώσει την Μνήμη στο πρόγραμμα, το οποίο αυτόματα θα αντικαταστήσει όλες τις λέξεις με τις αντίστοιχες ελληνικές. Από την αγγλική στην ελληνική ορολογία. Ο μεταφραστής στο τέλος, θα κληθεί να κάνει απλά μια δουλειά τελικής επιμέλειας. Να ισιώσει λίγο από δω, να φτιάξει κανένα εκφραστικό, πάλι στα πολύ περιορισμένα πλαίσια του έτοιμου format και της γλώσσας της μηχανής. Δεν μπορεί δηλαδή να μεταφράσει το: Copy to SIM->Μήπως θα θέλατε να αντιγράψετε το όνομα της επαφής σας στην κάρτα SIM.

(Έτσι έχουν γεννηθεί άλλωστε και τα καλύτερα διαμάντια της αυτόματης μετάφρασης στα Windows, που με όρους απόδοσης της γλώσσας, είναι πραγματικά σαχλά.)

Συζητώντας με έναν μηχανολόγο, είναι για αυτόν ξεκάθαρο, ότι ποτέ καμιά μηχανή, όσο αυτοματοποιημένη και αν είναι η διαδικασία παραγωγής της, δεν φεύγει από το εργοστάσιο, αν δεν την τσεκάρει ανθρώπινο χέρι. Τα προγράμματα αυτόματης μετάφρασης αντικαθιστούν, με μία παρόμοια αντιστοιχία, τον μεταφραστή (είτε μεταφραστή λεξικού λέξη προς λέξη, είτε) με έναν επιμελητή τελικής φάσης, απόλυτα ελεγχόμενο από το περιβάλλον μέσα στο οποίο δουλεύει. Ο έλεγχος αυτός είναι διπλός. Από τη μία αφορά την προσαρμογή του στο πρόγραμμα, από την άλλη, όλη η εργασία του ελέγχεται από τα αφεντικά του από την αρχή μέχρι το τέλος της. Στο δεύτερο κομμάτι, η συζήτηση για το πώς αυτό έχει υποτιμήσει την εργασία του, τον έχει καταστήσει επί της ουσίας ανειδίκευτο μπροστά στο χειρισμό της μηχανής, και πως αυτός διαρκώς υπάγεται σε επιτήρηση και μέτρημα, δεν είναι επί της παρούσης. Οι μηχανές αυτόματης μετάφρασης και οι μεταφραστικές μνήμες δεν αλλάζουν και επανακαθορίζουν μόνο την γνώση του μεταφραστή-μάστορα (αν δεν ήταν χοντροκομμένο να το πούμε έτσι), αλλά δείχνουν κατευθύνσεις για τους αυτοματισμούς στην γλώσσα, τις αποθήκες μνήμης, και την κατάτμηση της σκέψης στη μετάφραση, μέχρι αυτή να φτάσει να είναι μία απόλυτα αυτόματη διαδικασία.

 

Γλώσσα και μνήμη: Η καθολική γλώσσα της μηχανής και η κλεμμένη μνήμη

Για άλλη μια φορά, το όραμα για μια καθολική γλώσσα προηγείται

Όσοι θεωρητικοί και ειδικοί επί των τεχνολογιών αυτόματης μετάφρασης παρουσιάζουν τα νέα αυτά ευρήματα, τείνουν πάνω στον ενθουσιασμό τους, όπως πολλοί επιστήμονες πάνω από την καινούρια εφεύρεση, να καταφεύγουν σε θέσεις – οράματα πανανθρωπισμού.

Η μεταφραστική εργασία ήταν ένα πολύ εύκολο πεδίο για να εξυμνηθεί αυτός ο παναθρωπισμός, με δεδομένο πως ο στόχος ήταν πάντα η διάχυση των γλωσσών και του λόγου. Τα think tank-εταιρίες (όχι πια με αμιγώς στρατιωτικούς ή κρατικούς σκοπούς, όπως είχαν ας πούμε αυτοί που εξέδωσαν την έκθεση ALPAC, αλλά περισσότερο προσανατολισμένοι στην αγορά), δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Πρόκειται για αυτούς που διαχειρίζονται τα μεγαθήρια των διαδικτυακών μεταφραστικών μνημών-βάσεων δεδομένων, τα προγράμματα, και τη διακίνηση της φαινομενικά free lance εργασίας των μεταφραστών.

Για τον μεταφραστή χρησιμοποιείται πολύ συχνά η εξής μεταφορά: Μία φιγούρα που στέκεται απέναντι από τον πύργο της Βαβέλ και προσπαθεί να βγάλει άκρη. Αυτή η μεταφορά αποκάλυπτε σε όσους έχουν δουλέψει ως μεταφραστές, τον πλούτο και τη μαγεία που έκαναν ενδιαφέρουσα τη δουλειά ακόμα και στις πιο τεχνοκρατικές εκδοχές της. Όντως, πολλές φορές η κατάλληλη λέξη έκρυβε μέσα της την ιστορία των πολιτισμών και την καλύτερη κατανόησή τους. Τα think tank που αναφέραμε παραπάνω, κατάφεραν να προβληματοποιήσουν αυτήν τη μεταφορά με όρους αποτελεσματικότητας της εργασίας. Οι μεταφράσεις που πρέπει να παράγουμε πρέπει να έχουν ένα κοινό υπόβαθρο, που να διασφαλίζει, πρώτον την αποτελεσματικότητά τους, και δύο, την ποιότητα τους. Πρέπει επίσης να χρησιμοποιούμε «κοινές αποθήκες λέξεων», αν μπορούσαν να τις πούνε έτσι, στις οποίες θα ανατρέχουμε κάθε φορά. Αυτή η κοινή πλατφόρμα θα μπορούσε, λέγανε ρομαντικά, να είναι μία κοινή πανανθρώπινη γλώσσα με αξιώσεις κιόλας ειρηνευτικής δύναμης ανάμεσα στους λαούς. Κάτι σαν τα αποτυχημένα Esperanto. Αυτές οι κοινές αποθήκες λέξεων, θα μπορούσαν να είναι ένα σύστημα οργανωμένο πάνω σε αυτήν την κοινή πλατφόρμα, κάτι σαν μία μεγάλη παγκόσμια βιβλιοθήκη για μεταφραστές.

Αυτή η κοινή πλατφόρμα εν τέλει υλοποιήθηκε στη γλώσσα της μηχανής. Δεν αφορούσε την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα γενικά και αόριστα, αλλά προσπαθούσε να τα διασφαλίσει σε μια παγκόσμια αγορά που ζητούσε πλέον και την οργάνωση των μεταφράσεων. Η θεωρία του localization ήταν που επέτρεψε να βρεθεί τελικά, ένας τρόπος να σχεδιάζεται το προϊόν ενιαία και να συμπεριλάβει και την γλώσσα. Οι λέξεις σε αυτήν τη γλώσσα, τη γλώσσα του παγκόσμιου εμπορεύματος, δεν είναι παρά σύμβολα προς τοποθέτηση σε προδιαγεγραμμένες διαδικασίες. Η ενιαία σχεδίαση του προϊόντος ήταν η κοινή παγκόσμια σύνταξη, όπου τα συμφραζόμενα παραμένουν καθαρά και συγκεκριμένα για κάθε καταναλωτή, εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, και οι λέξεις μονοσήμαντες περισσότερο από ποτέ.

Γλωσσικά Συστήματα και Πληροφορία

Δουλειά του μεταφραστή είναι να αποδεσμεύσει στη δική του γλώσσα την καθαρή εκείνη γλώσσα που βρίσκεται στη μαγική εξουσία μίας άλλης, να απελευθερώσει τη γλώσσα που είναι φυλακισμένη σε ένα έργο αναδημιουργώντας το.

Για να γίνουν όλα αυτά, έπρεπε να προηγηθεί, εκτός από τα πειράματα για τις μηχανές μετάφρασης ή την παγκόσμια θεώρηση της γλώσσας του εμπορεύματος, μια γενικότερη θεωρία τόσο για τις μηχανές, όσο και για τη γλώσσα, που χρονολογείται πολύ πιο πίσω ή και παράλληλα.

Η ανάγκη να εννοηθούν οι γλώσσες ως συστήματα ήταν σε πρώτο βαθμό μια ανάγκη για να διευκολυνθεί η μελέτη τους. Έχουμε, στην εκδήλωση γλώσσα και νέες μηχανές, εξιστορήσει πώς η βάση που τέθηκε από διανοούμενους και επιστήμονες της εποχής του Levi Strauss και του Chomsky, αξιοποιήθηκε από τους ειδικούς των νέων τεχνολογιών στη μηχανοποίηση της γλώσσας. Πρόκειται για μία βάση θεωρητική που φαντάστηκε το πέρασμα της θέασης της γλώσσας από θεωρία σε σύστημα, σε μαθηματικά και τέλος σε μηχανή.

Όσο έτρεχαν αυτές οι διαδικασίες που θα θεμελίωναν μία νέα αντίληψη για τη γλώσσα, παράλληλα κινούνταν και οι πειραματισμοί για τους πρώτους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οι θεωρητικοί από αυτήν την μεριά, είχαν ήδη κατασκευάσει την ιδέα της πληροφορίας. Πρόκειται για την ελάχιστη νοηματική μονάδα, αυτό που άλλοτε το σχολείο μας μάθαινε σαν λέξη. Έτσι, τα κείμενα που φιλοξενούνται στο διαδίκτυο, αλλά και σχετίζονται με την κυκλοφορία του εμπορεύματος, αντιμετωπίζονταν επί της ουσίας σαν σύνολα πληροφορίας σε κειμενική μορφή.

Αυτή η γλώσσα που περιγράψαμε λοιπόν παραπάνω, αυτή που ο μεταφραστής στις αυτόματες μηχανές μετάφρασης δομεί σε λεξικά ή επιμελείται, είναι η γλώσσα του εμπορεύματος, της γραφειοκρατίας, της επικοινωνίας μέσα από τις νέες μηχανές. Είναι μία γλώσσα πρώτα παγκόσμια, και δομημένη σε σύνολα πληροφορίας. Είναι μια γλώσσα εύληπτη και μονοσήμαντη. Είναι μία γλώσσα που λειτουργεί ως κομμάτι του παγκόσμιου κεφαλαίου, χρηστική, παραγωγική και αποτελεσματική. Η κακή της μετάφραση θα ήταν μπλοκάρισμα στη γραμμή παραγωγής, θα μπορούσε να είναι μορφή σύγχρονου σαμποτάζ.

Μεταφραστική μνήμη / Μνήμη του Μεταφραστή

Οι Μεταφραστικές Μνήμες, είναι οι αποθήκες αυτών των ελάχιστων νοηματικών μονάδων, της πληροφορίας των λέξεων. Είναι τα συστήματα ταξινόμησης και αρχειοθέτησής τους. Είναι τα λεξικά του σήμερα, όπου δεν χρειάζεται επεξήγηση, παρά αντιστοιχίες νοημάτων. Οι μεταφραστικές μνήμες είναι αυτές ακριβώς οι αποθήκες μνήμης που περιγράφαμε στην εκδήλωση για την ψηφιοποίηση της μνήμης. Επίσης δεν είναι μνήμες του μεταφραστή, έστω του μεταφραστικού προγράμματος, είναι μεταφραστικές μνήμες, μνήμες που μεταφράζουν, καθώς αντικαθιστούν από μόνες τους τις λέξεις.

Πρόκειται περί άλματος σε σχέση με την αντίληψη της κεντρικότητας της μνήμης στη μετάφραση. Ο μεταφραστής του παρελθόντος αντιλαμβανόταν τη μνήμη του σαν το πιο πολύτιμο εργαλείο του, ποτέ δεν θεωρούσε όμως πως ήταν το μόνο που χρειαζόταν. Και σίγουρα δε θεωρούσε πως το λεξικό ήταν ο τόπος και ο χρόνος της. Αντίθετα, αντιλαμβανόταν τη μνήμη σαν μνήμη βιωματική, μνήμη της γλώσσας, κριτική σκέψη και υποκειμενικότητα μαζί. Ήταν αυτή του η δυνατότητα να αντιλαμβάνεται την γλώσσα και τη μνήμη μαζί, τον ιστορικό χρόνο ανάποδα και ταυτόχρονα, που τον έκανε καλό ή κακό στη δουλειά του και του τραβούσε εξαρχής το ενδιαφέρον. Επίσης, κάτοχος της μνήμης του δεν ήταν ούτε το λεξικό, ούτε και το αφεντικό του. Όλες οι διεργασίες της μετάφρασης, ήταν καλά κρυμμένες στο κεφάλι του ή τα γραπτά του, διέφεραν από μεταφραστή σε μεταφραστή, και ήταν αυτοί οι υποκειμενισμοί που δημιουργούσαν ολόκληρες σχολές μετάφρασης, κριτικές, και πηγαίνανε μπροστά τη γλώσσα, ειδικά στο κομμάτι της λογοτεχνίας.

Η μνήμη του μεταφραστή τείνει να αντικατασταθεί από τη μνήμη της μηχανής που χειρίζεται και την μνήμη του διαδικτύου, όταν τη διοχετεύει διαρκώς σε αυτό μέσω forum – εθελοντικής εργασίας «για το καλό του μοιράσματος μέσα στην κοινότητα». Η μνήμη αυτή δεν ανήκει σε αυτόν, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, αφού συνήθως παραδίδεται αυτούσια στο αφεντικό το οποίο τη χρησιμοποιεί και συνεχίζει να βγάζει αξία από αυτήν. Η γλώσσα του είναι ένα μάτσο λέξεις, και η κονσέρβα που τις συγκεντρώνει είναι ακόμη φτωχότερη από το λεξικό. Είναι ένα λεξικό συνωνύμων ορολογίας. Και η εργασία του είναι μία διαρκής αναμονή, μία επαναληψιμότητα κινήσεων -η ίδια επαναληψιμότητα που διακήρυσσαν ότι θα σταματήσουν οι αυτόματες τεχνολογίες μετάφρασης.

 

[1]     Εισήγηση με τίτλο προκλήσεις του σήμερα για τους μεταφραστές, στη “2η συνάντηση για τη μετάφραση”, 31 Μάη 2013, Αθήνα. Αναδημοσίευση αποσπάσματος από το περιοδικό Sarajevo, τεύχος 78

 

]]>
Κυβερνοφεμινισμός https://gameover.zp/2015/04/02/%ce%ba%cf%85%ce%b2%ce%b5%cf%81%ce%bd%ce%bf%cf%86%ce%b5%ce%bc%ce%b9%ce%bd%ce%b9%cf%83%ce%bc%cf%8c%cf%82/ Thu, 02 Apr 2015 16:21:53 +0000 http://gameoversite.gr/?p=478

kybernofeminismos afisa

Ιστορικά

Γιατί να μιλήσουμε για τον κυβερνοφεμινισμό σήμερα, έχοντας πίσω μας πάνω από 20 χρόνια από την εμφάνισή του στις όχθες του φεμινισμού; Κατ’ αρχάς γιατί στον ελληνικό χώρο λίγοι έχουν ασχοληθεί με το ζήτημα από κινηματική σκοπιά και κατά δεύτερον, γιατί φαίνεται ότι η τάση του κυβερνοφεμινισμού μπορεί να ιδωθεί σαν η συνέχεια που έβαλε τις βάσεις για μια νέα πολιτική θέση πάνω στο θέμα του φύλου, μετά τα 70’s. Μια θέση που, ενώ μετά από τόσα χρόνια παραμένει κομμάτι ενός θολού τοπίου επιδιώξεων, συμμάχων και εχθρών, παράλληλα συμπορεύεται -και ίσως συστρατεύεται κατά τόπους- με τις αλλαγές παραδείγματος μέσα στο καπιταλιστικό, πατριαρχικά δομημένο μοντέλο του δυτικού κόσμου και φαίνεται ότι δεν έχει «ξεπεραστεί» στα βασικά της σημεία από κάτι νέο.

Το προηγούμενο «κύμα» του φεμινιστικού κινήματος, αυτό που άνθισε στα 60’s και 70’s, ήταν πολύμορφο και πλούσιο σε πολεμικές πάνω στα ζητήματα των γυναικών και του φύλου γενικότερα. Από την αυτόνομη οπτική της γυναικείας εργασίας στο κοινωνικό εργοστάσιο, από την οπτική της Davis μέσα στο κίνημα των μαύρων πανθήρων για την αλληλοεπικάλυψη του φύλου, της τάξης και της φυλής, μέχρι τις ριζοσπαστικές φεμινίστριες, που θεωρούσαν πρωταρχική την καταπίεση των γυναικών λόγω του βιολογικού τους φύλου, μέσα στην πατριαρχική κοινωνία. Στο μεγάλο αυτό φάσμα αρνήσεων της εποχής χωρούσαν και συχνά συγκρούονταν όλες αυτές οι διαφορετικές προσεγγίσεις που έψαχναν να βρουν ένα κέντρο από το οποίο να μιλήσουν για το έμφυλο ζήτημα, πρακτικά και θεωρητικά.

Σαν απόρροια αυτών των αρνήσεων και των μαχητικών διεκδικήσεων που έφεραν μέσα τους, συνέβησαν σταδιακά κάποιες σημαντικές αλλαγές. Πρώτα και κύρια, πολλά από τα αιτήματα των φεμινιστριών έγιναν αποδεκτά σε επίπεδο θεσμών, αφομοιώθηκαν. Η νομική κατοχύρωση και επέκταση των δικαιωμάτων των γυναικών, η νομιμοποίηση των αμβλώσεων και η διάδοση των πρακτικών αντισύλληψης και τα σχετικά ιατρικά επιτεύγματα όπως το αντισυλληπτικό χάπι, η προστασία των εργαζόμενων μανάδων, η αυστηρότερη νομοθεσία σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία και το βιασμό, οι γενικότερες αλλαγές στο οικογενειακό δίκαιο, ο εμπλουτισμός της επίσημης παιδείας με μαθήματα σχετικά με το φύλο, είναι μερικά από αυτά. Αυτό συνέβη και με ένα μεγάλο μέρος των αγωνιζόμενων υποκειμένων. Μέσα στα πανεπιστήμια σε μεγάλο βαθμό, αλλά και στον εργασιακό τομέα και την πολιτική, οι γυναίκες βγήκαν από το σπίτι, κατέκτησαν χώρο και φωνή.

Παράλληλα, ο πλουραλισμός των 70’s άρχισε να μετατρέπεται σε περιχαράκωση των ομάδων με αντικρουόμενες θέσεις, αντί να οδηγήσει σε δημιουργικότερες συνθέσεις και επαναπροσδιορισμούς. Σαν να λέμε η διαδικασία εξέλιξής τους άρχισε να παγώνει πίσω από τις επιλεγμένες ταυτότητες. Το λεγόμενο «κίνημα των ταυτοτήτων» (Identity Politics) κράτησε περίπου μια δεκαετία, χοντρικά αυτή του ‘80 και χαρακτηρίστηκε από μια εξιδανίκευση της μειοψηφίας και από την πίστη ότι αυτή μπορεί να αλλάξει την πλειοψηφία. Τοποθέτησε τη συλλογική ταυτότητα σε μικρότερη κλίμακα, πιο κοντά στο άτομο, όπως ήταν αναμενόμενο όντας σε μία περίοδο γενικότερης αφομοίωσης των κινημάτων, μέσα από την κατανάλωση και το lifestyle. Αυτό που ονομάστηκε lgbt και φεμινιστικό κίνημα, το αντιπολεμικό, το αντιπυρηνικό, το οικολογικό, το κίνημα για την απελευθέρωση των ζώων, ακόμα θα λέγαμε και το punk και το diy, ξεκίνησαν με τη συγκρουσιακή ορμή της προηγούμενης περιόδου, έχοντας όμως τις κατάλληλες συστάσεις για αυτό που συνέβη σταδιακά. Τη μετατροπή τους σε καταναλωτικές ταυτότητες, μέσα στη θεαματική κοινωνία. Δεν μπορούμε εδώ να επεκταθούμε στο συγκεκριμένο θέμα αλλά σίγουρα είναι μια μεγάλη συζήτηση το ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά που μπορεί να άφησαν ρωγμές και να έβαλαν τις βάσεις για την εν λόγω αφομοίωση.

Αυτό που είναι ενδιαφέρον, είναι το πώς, μετά την ήττα των ταξικών αγώνων και μέσα στο μεταμοντέρνο κλίμα της εποχής, επιβιώνουν και εξελίσσονται κάποιες από τις τάσεις της προηγούμενης περιόδου, κυρίως αυτές που αρνούνται το παρελθόν και κοιτάνε μπροστά, θέλοντας να απεμπλακούν εντελώς από τις «παλιές» προβληματικές, όπως πχ. αυτές που έβαζαν οι μαρξιστικές/κομμουνιστικές/σοσιαλιστικές θεωρήσεις. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το φύλο βρίσκεται σταδιακά στο επίκεντρο της συζήτησης μεγεθυμένο και ορισμένο με περισσότερο «τεχνικούς όρους». Το γυναικείο -βιολογικό- φύλο και οι φυσικές λειτουργίες με τις οποίες αυτό συνδέεται αποκτούν αιτιακή σχέση με την προέλευση και διαιώνιση της πατριαρχίας. Η γυναίκα, όντας υποχείριο της φύσης της επιθυμεί να απαλλαγεί από αυτά τα χαρακτηριστικά, με κεντρικό το ζήτημα της αναπαραγωγής, για να μπορέσει να απαλλαγεί από τις διακρίσεις και την υποτίμηση[ref]

Χαρακτηριστική είναι η ρητορική της Shulamith Firestone, μιας από τις κεντρικές φιγούρες του πρώιμου ριζοσπαστικού φεμινισμού, στο βιβλίο της, «The Dialectic of Sex: The Case for Feminist Revolution», 1970, σύμφωνα με την οποία: «…ακριβώς όπως ο τελικός στόχος μιας σοσιαλιστικής επανάστασης ήταν όχι μόνο η εξάλειψη της οικονομικά προνομιούχας τάξης αλλά της ίδιας της ταξικής διάκρισης, έτσι, ο τελικός στόχος της φεμινιστικής επανάστασης πρέπει να είναι, σε αντίθεση με το πρώτο φεμινιστικό κίνημα, όχι απλά η εξάλειψη του αντρικού προνομίου αλλά της ίδιας της έμφυλης διάκρισης: Έτσι, οι γεννητικές διαφορές ανάμεσα στους ανθρώπους δε θα είχαν πια πολιτιστική σημασία.(…) Η αναπαραγωγή του είδους από το ένα φύλο προς όφελος των δύο θα μπορούσε να αντικατασταθεί από την τεχνητή αναπαραγωγή (ή τουλάχιστον την επιλογή της): τα παιδιά θα γεννιούνταν έτσι από τα δύο φύλα εξίσου ή ανεξάρτητα από αυτά, από όποια οπτική διαλέξει ο καθένας να το δει. Η εξάρτηση του παιδιού από τη μητέρα (και ανάποδα) θα έδινε τη θέση της σε μια σημαντικά μικρότερη εξάρτηση σε ένα σύνολο από «άλλους», και οποιαδήποτε υπολειπόμενη αίσθηση κατωτερότητας απέναντι στη φυσική δύναμη των ενηλίκων θα ισοσταθμιζόταν πολιτιστικά. Ο καταμερισμός της εργασίας θα τελείωνε λόγω της εξάλειψης ολόκληρου του τομέα της εργασίας (μέσα από την κυβερνητική). Η τυραννία της βιολογικής οικογένειας θα έσπαγε.»

[/ref]. Και ποιος είναι ο πλέον κατάλληλος τομέας γι’ αυτή τη δουλειά; Η επιστήμη.

Αποκομμένη από τις ενοχές της θρησκείας και με τον αέρα της προόδου και της εξέλιξης, με τα γνωστά αξιώματα περί αντικειμενικότητας σαν λάβαρο, η επιστήμη, μέσα από τα τεχνολογικά επιτεύγματα και το φαντασιακό που αυτά διεγείρουν, θα έρθει να απαντήσει σε αυτήν την άρνηση του σώματος. Η τεχνολογία είναι αυτή που θα δώσει το σπόρο της νέας αφήγησης για ένα κόσμο μετά-το-φύλο, ένα κόσμο που η γυναίκα όχι απλά θα είναι απαλλαγμένη από το βάρος της διαιώνισης του είδους, αλλά από ένα σημείο και μετά θα πάψει να υπάρχει σαν φύλο -είτε βιολογικό είτε κοινωνικά κατασκευασμένο.

Μέσα σε αυτή τη συνθήκη, το 1983, η αμερικανίδα καθηγήτρια Donna Haraway, γράφει το «Μανιφέστο των Cyborg», ένα φιλοσοφικο-λογοτεχνικό δοκίμιο το οποίο θεωρείται η μήτρα του μετέπειτα κυβερνοφεμινισμού. Το μανιφέστο αυτό είναι η αποκρυστάλλωση των εξελίξεων της προηγούμενης περιόδου και ενώ μιλάει για πολιτικές θέσεις και στρατηγικές, χαρακτηρίζεται από την έντονη άρνηση των θεωριών του παρελθόντος (έχοντας υπάρξει η ίδια η συγγραφέας μαρξίστρια), αποφεύγει τους ορισμούς και τις σαφείς οργανωτικές δομές, θεωρώντας ότι οι ταυτότητες αποτελούν μέσα αποκλεισμού, εξυμνεί τις διασυνδέσεις και τα δίκτυα και προσδίδει στις νέες μηχανές μια μυθική, θα λέγαμε, διάσταση. Ένα από τα κεντρικά αξιώματά είναι το ότι μέσα από την τεχνολογική αλλαγή, μέσα από τη σύμπτυξη ανθρώπου και μηχανής, θα πάψει να υπάρχει το δίπολο του φύλου όπως το ξέρουμε, άρα θα σταματήσει να υπάρχει το έμφυλο ζήτημα, και οι ανισότητες που αυτό έχει παράξει. Για να καταλάβετε το ύφος, ορίστε ένα πολύ μικρό απόσπασμα:

«Καθαρά κι ελαφριά που είναι τα νέα μηχανήματα! Οι μηχανικοί τους είναι οι μύστες του ηλίου που μεσολαβούν για μια νέα επιστημονική επανάσταση συνδεδεμένη με το νυχτερινό όνειρο της μεταβιομηχανικής κοινωνίας.(…) Το cyborg είναι πλάσμα σε έναν μετά-το-φύλο κόσμο· δεν έχει δοσοληψίες με την αμφιφυλία, την προοιδιπόδεια συμβιωτική σχέση, τη μη αλλοτριωμένη εργασία ή κάποιο άλλο δέλεαρ οργανικής ολότητας.»[ref]

Δε θα επεκταθούμε σε μια ανάλυση και κριτική των θέσεων της Harraway, δεν είναι το θέμα μας και το έχουν κάνει άλλοι καλύτερα από εμάς. Παρ’ όλ’ αυτά δεν μπορούμε να μην αναφέρουμε ότι ο όρος cyborg -κι αυτό είναι κάτι που η Harraway λέει ότι αγνοούσε όταν έγραφε το μανιφέστο- γεννήθηκε το ’60, από έναν ψυχίατρο και έναν μηχανικό, τους Nathan S. Kline και Manfred Clynes, οι οποίοι δούλευαν για λογαριασμό της αμερικανικής κυβέρνησης, πάνω στην κατασκευή ενός ενισχυμένου ανθρώπου για διαστημικές εξερευνήσεις. Ένα τέκνο του ψυχρού πολέμου στην υπηρεσία του φεμινισμού;

[/ref]

Μερικά χρόνια αργότερα, και αφού έχει προηγηθεί η θεμελίωση του διεθνούς διαδικτύου, το 1992, γεννιέται αυτό που ονομάστηκε κυβερνοφεμινισμός, σε τρία σημεία του κόσμου, τον Καναδά, την Αυστραλία και τη Βρετανία, από καλλιτέχνες και ακαδημαϊκούς γονείς. Ακόμα ένα μανιφέστο, το «Μανιφέστο του Κυβερνοφεμινισμού για τον 21ο αιώνα», της αυστραλιανής καλλιτεχνικής ομάδας VNS Matrix[ref]

Η VNS Matrix (διαβάζεται Venus Matrix), φτιάχτηκε από τέσσερις Αυστραλές καλλιτέχνιδες, τις Josephine Starrs, Francesca da Rimini, Julianne Pierce και Virginia Barratt. Ήταν ενεργή σαν ομάδα από το 1991 έως το 1997, διάστημα μέσα στο οποίο συμμετείχε κυρίως σε καλλιτεχνικά events, δουλεύοντας με τα νέα μέσα, στήνοντας εγκαταστάσεις και δημοσιεύοντας κείμενα, τα οποία διακινούσαν «πειρατικά» μέσω του ίντερνετ ή βάζοντάς τα σε περιοδικά και εφημερίδες.

[/ref], κυκλοφορεί αυτή τη φορά στο ίντερνετ, δηλώνοντας σαφώς τις επιρροές τους. Μαζί με τα γραπτά της Βρετανίδας καθηγήτριας Sadie Plant, εγκαινιάζεται μια νέα φεμινιστική τάση, μέσα στην οποία οι γυναίκες βλέπουν το διαδίκτυο, την ανωνυμία και την ελευθερία έκφρασης που αυτό προσφέρει, όντας ακόμα στα πρώτα του βήματα, σαν έναν ντε φάκτο απελευθερωτικό χώρο. Αυτό που προσπαθούν να ανακαλύψουν παράλληλα, είναι οι αφηγήσεις του ελέγχου και της κυριαρχίας που ντύνουν τη high-tech κουλτούρα αλλά και την κατασκευή του νέου ψηφιακού δημόσιου χώρου, των ταυτοτήτων και της σεξουαλικότητας μέσα σ’ αυτόν. Στόχος τους είναι να τον καταλάβουν απ’ άκρη σ’ άκρη και να δημιουργήσουν φρέσκιες, δυναμικές κοινότητες μέσα στις οποίες θα καταργούνται οι έμφυλες διακρίσεις αλλά και οι οποιουδήποτε είδους διαχωριστικές ταυτότητες. Μέσα και πριν από αυτές τις δηλωμένες προθέσεις, έχει γίνει μια βασική παραδοχή σχετικά με τη συγκεκριμένη τάση: Στον όρο cyber feminism με μια πρώτη ματιά φαίνεται ότι το cyber καθορίζει τον τόπο και το μέσο δράσης, δηλαδή το διαδίκτυο και τις νέες τεχνολογίες και το feminism καθορίζει το σώμα, δηλαδή τη γυναίκα και την κοινωνική της θέση. Στην πραγματικότητα, δηλωμένο ήδη από την εποχή της Haraway, συμβαίνει το αντίθετο. Το cyber είναι το σώμα, το μετά-το-φύλο, η σύζευξη ανθρώπου και μηχανής και το feminism είναι η θέση από την οποία γίνεται αντιληπτό αυτό το σώμα.

Την ίδια περίπου εποχή γεννιέται και ο λεγόμενος «τεχνοφεμινισμός», με κύρια εκφραστή του τη Judy Wajcman. Ο τεχνοφεμινισμός διαφέρει σε ένα βασικό σημείο. Αναγνωρίζει ότι το ίντερνετ και τα τεχνολογικά επιτεύγματα εν γένει, είναι προϊόντα μιας πατριαρχικής κατανομής της εργασίας και υποστηρίζει ότι οι γυναίκες πρέπει να συμμετάσχουν πιο ενεργά στην παραγωγή της τεχνολογίας, μέσα από τον προγραμματισμό αλλά και την ενεργή χρήση της, για να μπορέσουν αυτά τα προϊόντα να απαλλαγούν από τα πατριαρχικά χαρακτηριστικά τους. Αν αυτό συμβεί σταδιακά, τότε οι γυναίκες σε όλες τις βαθμίδες της εργασίας του τεχνολογικού παραδείγματος, αλλά και της κατανάλωσης των προϊόντων αυτής, θα αντιμετωπίζονται με πολύ πιο ισάξιους όρους στην εργασιακή και κοινωνική πραγματικότητά τους.

Και οι δύο τάσεις βλέπουν τα νέα μέσα σαν μια πύλη για το ξεπέρασμα των προβληματικών κοινωνικών σχέσεων που αναπαράγουν τις άδικες διακρίσεις εις βάρος των διαφορετικών. Μιας διαφορετικότητας που δε μοιάζει τόσο με το διαχωρισμό του παρελθόντος ανάμεσα στις ταυτότητες αλλά περισσότερο με τη διασπαστική πολυμορφία που μπορεί να τους χωράει όλους/ες σαν άτομα, δηλαδή με έναν τρόπο να μη χωράει κανέναν και καμία έξω από τον εαυτό του. Φαίνεται ότι καθώς η συζήτηση ανάγεται σταδιακά στο πεδίο της τέχνης και της ακαδημαϊκής αναζήτησης, είναι όλο και λιγότερο αναγκαία η υλική και ιδεολογική περιφρούρηση των ομαδοποιήσεων που έχουν προκύψει από τα κοινά βιώματα της καθημερινής υποτίμησης. Στη νέα ρευστή πραγματικότητα των δικτύων και των χαλαρών συνδέσεων, όλα είναι κυβερνοφεμινισμός και τίποτα δεν είναι κυβερνοφεμινισμός. Αυτή η άρνηση της απόδοσης μιας συγκεκριμένης ταυτότητας, με στόχο να αποφευχθούν οι αποκλεισμοί, είναι αυτή που δεν επιτρέπει ίσως να γίνει ορατός ο απέναντι πόλος, οι πραγματικές σχέσεις δηλαδή, οι οποίες αναπτύσσονται, έξω από το διαδίκτυο, στην ώριμη φάση της αφομοίωσης σε όλους τους τομείς, στην εργασία, στην οικογένεια, στο δημόσιο χώρο και τη διασκέδαση.

Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο που δημοσιεύεται το 1997 στη Γερμανία, από το 1ο διεθνές συνέδριο κυβερνοφεμινισμού, στο οποίο αντί για έναν ορισμό του γενικού σκεπτικού, συντάσσονται οι 100 αντι-θέσεις, δηλαδή οι θέσεις για το τι δεν είναι ο κυβερνοφεμινισμός. Μεταξύ άλλων διαβάζουμε: «Ο κυβερνοφεμινισμός δεν είναι τέχνη/δεν είναι ζήλια/δεν είναι ιδεολογία/ δεν είναι μία μπανάνα». Οι συμμετέχοντες δεν θέλουν με κανέναν τρόπο να ορίσουν τι είναι τελικά αυτή η τάση, ποιες είναι οι ιστορικές της καταβολές και πάνω σε ποιες πολιτικές και κοινωνικές κατακτήσεις του προγενέστερου κινήματος αυτή πατάει. Μια άρνηση που ντύνεται με μια αναντίστοιχη μάλλον επιθετικότητα και σιγουριά για τη θέση και την εξέλιξη του απαλλαγμένου από βάρη και λάθη νέου παραδείγματος. Αυτή η σιγουριά για την αυτόματη ευεργετική λειτουργία της τεχνολογίας στο κοινωνικό σώμα θα μπορούσε να πει κανείς ότι κρύβει μέσα της μια σύγχρονη -για τότε- ανάγνωση του παλαιότερου μότο «τα θέλουμε όλα τώρα» μέσα στην ακμή της κατανάλωσης. Θέλουμε αποτελέσματα και θα τα έχουμε τώρα. Το παρελθόν είναι νεκρό, ζήτω το καινούργιο, ζήτω το αέναο παρόν.

Στο καθόλου μακρινό μέλλον, η τάση αυτή δέχθηκε κριτική για τις προσμονές της. Αυτό ήταν κάτι που προέκυψε σχεδόν αναγκαστικά, αφού πολύ σύντομα διαμορφώθηκε μια «ψηφιακή πραγματικότητα» εντελώς διαφορετική από αυτή που κυριαρχούσε στις τεχνοφετιχιστικές
αφηγήσεις των 90’s. Τα φιλικά χαρακτηριστικά μεταλλάχθηκαν σε τεράστια προβλήματα, όταν το ίντερνετ εξαπλώθηκε τόσο ώστε να χωρέσει όσους ήταν έξω από τους χώρους της τέχνης και της εκπαίδευσης. Οι καθημερινές σχέσεις εισέβαλλαν σε αυτόν τον ηλεκτρονικό “φωτεινό” χώρο και ξεφόρτωσαν μέσα του όλα τα τέρατα της πατριαρχικής βίας που συνέχιζαν να αλωνίζουν στις απανταχού επικράτειες. Τα δεδομένα και αυτονόητα, οι νίκες και τα δικαιώματα των γυναικών, των οποίων η υπεράσπιση είχε αφεθεί στους θεσμούς, φάνηκαν διάτρητα και αποδυναμωμένα μπροστά στο συντηρητισμό που είχε ανασυνταχθεί σε νέα στιβαρά πόδια. Δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε κατά πόσο έπαιξε ρόλο σε αυτήν την ανασύνταξη, η επιμονή της νέας τάσης του φεμινισμού να αρνείται την ιστορία του αλλά και ο περιορισμός του μέσα στα ακαδημαϊκά και καλλιτεχνικά τείχη. Από τη μία πλευρά, η εκούσια αυτή περιχαράκωση θεωρήθηκε απαραίτητη, παρέχοντας έναν ασφαλή χώρο έκφρασης στα μέλη του. Από την άλλη, τη στιγμή που τα τείχη έγιναν διάτρητα, ανάμεσα στο έξω και το μέσα είχαν δημιουργηθεί ήδη μεγάλες, σχεδόν αγεφύρωτες διαφορές.

Όταν λοιπόν το 2011-2012, η καναδή κριτικός, φεμινίστρια, και μπλόγκερ Annita Sarkeesian, ξεκίνησε μια καμπάνια για τη θέση των γυναικών στον κόσμο των βιντεοπαιχνιδιών, σίγουρα δεν περίμενε αυτό που θα ακολουθούσε. Μετά τη δημοσίευση μιας σειράς βίντεο σχετικών με το θέμα, με τον τίτλο “Tropes vs women” (Αλληγορίες εναντίων Γυναικών) αλλά και ενός βιντεοπαιχνιδιού με τίτλο “Depression Quest”, από την game developer Zoe Quinn, το ζήτημα πήρε τρομακτικές διαστάσεις. Παίκτες και μπλόγκερς από όλον τον κόσμο, και κυρίως την αμερική, άρχισαν να παρενοχλούν όποιες γυναίκες αναμειγνύονταν με την υπόθεση, ή εξέφραζαν άποψη για τον σεξισμό που εμπεριέχεται στην κοινότητα των gamers και στις αναπαραστάσεις της γυναικείας φιγούρας μέσα στα ίδια τα παιχνίδια. Οι γυναίκες αυτές, με επίκεντρο όσες πρωτοστάτησαν, δέχθηκαν οργανωμένες επιθέσεις μέσα από δίκτυα και φόρουμ, ενάντια της πραγματικής και ψηφιακής τους κοινωνικότητας. Τα στοιχεία τους (διευθύνσεις και τηλέφωνα) διαδόθηκαν στο ίντερνετ, ακολούθησαν δημοσιεύεις προσωπικών βίντεο και φωτογραφιών από τα χακαρισμένα τους προφίλ, απειλές σωματικής βίας, βιασμού και απειλές κατά της ζωής τους. Το σκάνδαλο που δημιουργήθηκε, έγινε γνωστό σαν Gamergate (κατά το αντίστοιχο πολιτικό σκάνδαλο Watergate, στην Αμερική) και επικύρωσε με τον πιο ωμό και ξεκάθαρο τρόπο την ήττα των τεχνολατρικών φαντασιώσεων που συνόδευε το διαδίκτυο. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Όσο ο πραγματικός κόσμος παρέμενε σεξιστικός, το ίδιο θα συνέβαινε και με τον ψηφιακό.

Ο κυβερνοφεμινισμός σήμερα έχει πάψει να βρίσκεται στο προσκήνιο, δεν υπάρχει όμως κάποια νέα τάση που να φαίνεται πως ξεπερνάει τις διακηρύξεις του. Όσοι έδρασαν κάτω από την ιδεολογική και καλλιτεχνική του ομπρέλα, κι ας λένε ότι δεν υπήρξε ούτε τέχνη, ούτε ιδεολογία (ούτε «μια μπανάνα»), βρίσκονται διασκορπισμένοι ανάμεσα σε γκαλερί, μπλογκ, ψηφιακά περιοδικά και ακτιβισμούς όπως αυτοί των Femen ή των Pussy Riot. Και οι κριτικοί που αναρωτιούνται που πήγε όλο αυτό το ανοιχτό και πολύμορφο σύνολο από δράσεις και υποκείμενα, εύχονται κατά καιρούς μια νέα εμφάνιση των κυβερνοφεμινιστριών με το αυθάδες, ζωντανό και επιθετικό τους ύφος και την παιχνιδιάρικη, ανάλαφρη διάθεση απέναντι στον νέο κόσμο που αναδύεται.

Από τη δική μας πλευρά, επειδή δεν πιστεύουμε πολύ στις αναστάσεις, και μέχρι την εμφάνιση του καινούργιου, θα θέλαμε να επισημάνουμε μερικά σημεία για σκέψη, σχετικά με την οπτική του τελευταίου αυτού κύματος φεμινισμού αλλά και σχετικά με την επαφή του με την κινηματική μνήμη, που θεωρούμε σημαντικά.

Το σώμα στο στόχαστρο

Τα κινήματα των 60’s και των 70’s, ανάμεσά τους και αυτά που όριζαν τη θέση τους από μια σαφή ταξική σκοπιά, άφησαν παρακαταθήκη ζητήματα όπως η σεξουαλική απελευθέρωση, ξαναόρισαν το γυναικείο και το έμφυλο ζήτημα, επαναδιαπραγματεύθηκαν πχ. μέσω της η αντιψυχιατρικής το τι είναι πρόβλημα, το πώς και αν αυτό χρειάζεται λύση από ειδικούς. Οι επόμενες δεκαετίες όμως όφειλαν όπως είπαμε να τα αφομοιώσουν. Με την ήττα αυτών των κινημάτων, και κυρίως τη δεκαετία του ‘90 ξεκινά μια νέα επίθεση των από τα πάνω και ένας από τους στόχους τους, όπως πάντα είναι το σώμα. Έτσι, στα πλαίσια της αντιεξέγερσης, η προβληματοποίηση του σώματος ήρθε εκ νέου να πάρει τη δικιά της, κυρίαρχη θέση. Εκστρατείες όπως αυτή ενάντια στο AIDS, η οποία ενσωματώθηκε πολύ εύκολα στην ομοφοβική ατζέντα αλλά και στη μετέπειτα υγιεινιστική, η αυξημένη εμφάνιση θεμάτων όπως η υπερκινητικότητα και οι μαθησιακές δυσκολίες στην εκπαίδευση, η προβληματοποίηση της εγκυμοσύνης, και της γονιμότητας στον τομέα της ιατρικής, είναι μόνο μερικά από τα παραδείγματα που έσπευσαν -και σπεύδουν μέχρι σήμερα- να δείξουν το ατελές του ανθρώπινου σώματος, να ορίσουν το κανονικό, την κοινωνικότητα, τις σχέσεις και την εργασία και να εδραιώσουν τον ρόλο του προβληματικού σώματος στην ανάπτυξη των «παρεκκλίσεων».

Η σάρκα, οι ζωντανές λειτουργίες και τα πάθη της, ενοχοποιημένα για αιώνες από τη θρησκεία, απέναντι στο καθαρό και άγιο πνεύμα, υποτιμήθηκαν ακόμα περισσότερο από το διαχωρισμό της χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, με την άνοδο της μηχανής στην παραγωγή και συνεχίζουν να υποτιμώνται, ακόμα και σήμερα, στον ανεστραμμένο κόσμο που υποτίθεται ότι εξυμνεί την ατομική -σωματική και όχι μόνο- επιθυμία σαν το υπέρτατο αγαθό. Εδώ, η υποτίμηση έρχεται να εκφραστεί με τη μορφή μιας διαρκούς ανεπάρκειας απέναντι στο ιδανικό, στο πρότυπο. Η εντατικοποίηση του φυσικού σώματος σε όλους τους τομείς πηγάζει πλέον από την άλλοτε ενοχοποιημένη επιθυμία, η οποία, στον κόσμο της κατανάλωσης και της διαρκούς κατασκευής νέων αναγκών, έχει γιγαντωθεί και απαιτεί συνεχή ικανοποίηση. Σαν να λέμε ότι το ασώματο παράδειγμα της καλόγριας έχει δώσει τη θέση του στο «υπερσωματικό» παράδειγμα του αγέραστου μανεκέν (ή του υπεραθλητή), ασκώντας βία στο σώμα και ορίζοντας το κανονικό με τελείως διαφορετικό τρόπο. Παρέκκλιση είναι το να μην μπορείς να ανταποκριθείς στις διάχυτες κατασκευασμένες επιθυμίες, να αρνείσαι να παραχωρήσεις το σώμα σου σαν πεδίο μοδιστρικής για βιολόγους, γιατρούς, πλαστικούς χειρούργους, ψυχιάτρους, δασκάλους και κοινωνιολόγους. Να μη θέλεις να βελτιώνεσαι συνεχώς με τεχνικούς όρους.

Η πεποίθηση αυτή, συνδεδεμένη με το ότι η απαλλαγή από τη φύση συνεπάγεται την απελευθέρωση των ανθρώπινων σχέσεων, είναι μια πολύ παλιά ιστορία και η γενεαλογία της δε θα μπορούσε να αναλυθεί εδώ. Μπορούμε να σκεφτούμε όμως μερικά ερωτήματα. Γιατί τα σωματικά/ φυσικά/ βιολογικά χαρακτηριστικά να γίνονται αντιληπτά σαν αδυναμίες και βάρη και όχι σαν πεδία υπεράσπισης; Πώς θα βλέπαμε μια αντίστοιχη θέση για το φυλετικό ζήτημα που θα έλεγε ότι για να ξεπεραστεί ο ρατσισμός θα πρέπει να μην υπάρχουν διαφορετικές φυλές; Και πόση εσωτερικευμένη βία μπορεί να περιέχει η συστηματική και εκούσια άρνηση της υλικής ιδιαιτερότητας των σωμάτων μας και η αναζήτηση των λύσεων σε από τα πάνω -και από τα έξω- δοσμένα πρότυπα;

Μέσα, σχέσεις και φετιχισμός

Στη συνέχεια της συλλογιστικής σχετικά με την απελευθέρωση από τις έμφυλες διακρίσεις μέσω της κατάργησης των φύλων, έρχεται να μπει δυναμικά η επιστήμη και η τεχνολογία, πολύ πριν μάλιστα εξαπλωθεί το σημερινό ψηφιακό παράδειγμα. Σημαντικό κομμάτι των φεμινιστριών του ’60, όπως η τάση της Shulamith Firestone που αναφέραμε παραπάνω, υποστηρίζουν τις θέσεις που λένε ότι η φύση της γυναίκας ως τέτοια, δηλαδή η αναπαραγωγική της ικανότητα, η περίοδος κλπ. είναι τα στοιχεία τα οποία υφίστανται την εκμετάλλευση από τους άνδρες και την πατριαρχία σ’ όλο το ιστορικό φάσμα και όχι μόνο στην καπιταλιστική εποχή. Οι γυναίκες αντιμετωπίζονται ως υποδεέστερες αναπαραγωγικές μηχανές, ως το αδύναμο φύλο. Υποστηρίζουν πως αυτή η αντιμετώπιση, η υποτίμηση των γυναικών δε θα πάψει να υπάρχει αν δεν πάψει να υπάρχει και το βιολογικό φύλο ως τέτοιο, αν δεν εκλείψουν δηλαδή αυτές οι ατέλειες. Και η τεχνολογία, με όχημα τα επιτεύγματά της, όπως οι χημικοί μέθοδοι αλλαγής/εξάλειψης της περιόδου, οι εξωσωματικές κυήσεις και οι σύγχρονες έρευνες για τις τεχνητές μήτρες, είναι επιτεύγματα που μπορούν να αξιοποιηθούν από τις φεμινίστριες – γυναίκες και να χαρίσουν αυτή την απελευθέρωση από την τυραννία της φύσης.

Τέτοιες θέσεις μπορεί να φαίνονταν προβοκατόρικες τότε, δεν είναι δυνατόν όμως να διαβάζονται έτσι και στο σήμερα, όταν η επίθεση της επιστήμης μέσω πολλαπλών εφαρμοσμένων πεδίων έχει δείξει ξεκάθαρα μέχρι πού μπορεί να εξαπλωθεί η προβληματοποίηση που αναφέραμε αλλά και η βία ενάντια στο σώμα, πόσο μάλλον το γυναικείο, μέσα στο καπιταλιστικό μοντέλο. Από τις νοικιασμένες μήτρες των φτωχότερων γυναικών (ως παρένθετες μητέρες) και την εντατικοποίηση της σεξουαλικής «εργασίας», (αντιλαμβανόμενοι μεγάλο κομμάτι αυτής της εργασίας σήμερα, με τους όρους έντασης και εξάπλωσης π.χ. της απλήρωτης, καταναγκαστικής εργασίας των αιχμάλωτων εργατών μεταναστών στην ελληνική επαρχία), μέχρι τους υποχρεωτικούς εμβολιασμούς των ανήλικων κοριτσιών για αφροδίσια νοσήματα και τις προληπτικές αφαιρέσεις των αναπαραγωγικών οργάνων από χολυγουντιανές σταρ, το σώμα είναι μια επικράτεια που υφίσταται βίαιη και σφοδρή αποικιοποίηση από την επιστήμη, για θεαματικούς και εμπορευματικούς σκοπούς.

Σε τέτοιου είδους βάσεις πατάει και ο κυβερνοφεμινισμός. Μέσα στα ακαδημαϊκά πλαίσια της ανάπτυξης και εξάπλωσης των νέων τεχνολογιών και των προσωπικών συσκευών (π.χ. κινητά, pc), οι κυβερνοφεμινίστριες στηρίζουν ότι στο ψηφιακό περιβάλλον υπάρχουν χαρακτηριστικά τα οποία είναι εγγενώς φεμινιστικά και ότι μέσα σε αυτόν τον νέο ηλεκτρονικό χώρο οι φυσικές ατέλειες του σώματος παύουν να είναι ορατές, άρα και να έχουν βάρος, επιρροή στην καθημερινότητα και σημασία. Έτσι, σε βάθος χρόνου, το γυναικείο ζήτημα και οι έμφυλοι διαχωρισμοί δεν είναι πια θέματα για τα οποία οφείλουμε να έχουμε τα μάτια μας ανοιχτά βάζοντας νέες αιχμές και θέσεις μάχης, αφού από μόνα τους τα ίδια τα μέσα θα τα αποδομήσουν και θα τα εξαφανίσουν.

Η ιστορία, όπως είπαμε, έδειξε πως τα πράγματα δεν πήγαν καθόλου έτσι και ο σεξισμός είναι ακόμα εδώ, λίγο πιο αόρατος και πολύ πιο διάχυτος. Και δε θα μπορούσε να είναι αλλιώς. Για εμάς, οι σχέσεις που δημιουργούνται και τα μέσα που χρησιμοποιούνται, αποτελούν στοιχεία μιας αμφίδρομης διαδικασίας, στην οποία οι σχέσεις διαμορφώνουν τα μέσα και διαμορφώνονται ταυτόχρονα από αυτά. Κανείς και καμία δεν μπορεί ισχυριστεί ότι το κινητό τηλέφωνο δεν άλλαξε τις ανθρώπινες επικοινωνιακές συνήθειες αλλά κανείς και καμία δεν μπορεί να ισχυριστεί επίσης ότι το πλυντήριο πιάτων δεν έδωσε στις γυναίκες παραπάνω χρόνο για να μεγαλώνουν τα παιδιά, να συντηρούν το σπίτι και να δουλεύουν, ακριβώς όπως πάντα ήθελαν οι άντρες και τα αφεντικά τους.

Ο τεχνοφετιχισμός δεν είναι άγνωστο φρούτο στις μέρες μας. Αντιθέτως. Περπατάει χέρι-χέρι με την τεχνοφοβία· και τα δύο παιδιά ενός τεχνολογικού ντετερμινισμού που δίνει στην επιστήμη και τις εφαρμογές της θρησκευτικές διαστάσεις και διαμορφώνει μια αντίληψη για τον άνθρωπο που τον τοποθετεί έρμαιο των ίδιων του των εργαλείων, των ίδιων του των κατασκευασμάτων. Κατά τη γνώμη μας, αυτή είναι μια θέση εξαιρετικά αποπροσανατολιστική που δεν αφήνει περιθώρια κριτικής αντιμετώπισης των μέσων που κατασκευάζονται και προωθούνται κατά κύριο λόγο από τα πάνω. Και επιπλέον έχουμε στο νου μας ότι κανένας καταπιεστής δεν έχει νικηθεί, ή έστω πολεμηθεί αποτελεσματικά, χωρίς τη δημιουργία επικίνδυνων σχέσεων, σε πραγματικό χρόνο.

Διάλογος με το παρελθόν

Το τρίτο και τελευταίο σημείο που μας απασχόλησε, έχει να κάνει με την ιστορική συνέχεια και την κινηματική μνήμη. Σε ένα άλλο σημείο του μανιφέστο των cyborg η Harraway αναφέρει:

«Το φύλο, η φυλή και η τάξη, με την επίπονα κερδισμένη αναγνώριση της κοινωνικής και της ιστορικής συγκρότησής τους, δεν μπορούν πια να αποτελούν βάση για την πίστη στην “ουσιώδη” ενότητα. Στο θηλυκό δεν υπάρχει τίποτε που να συνδέει από τη φύση του τις γυναίκες μεταξύ τους. Δεν υπάρχει καν η κατάσταση να είσαι “θηλυκό”, κάτι που είναι και το ίδιο πολυσύνθετη κατηγορία κατασκευασμένη σε διαμφισβητούμενους έμφυλους επιστημονικούς λόγους και σε άλλες κοινωνικές πρακτικές. Η έμφυλη, η φυλετική ή η ταξική συνείδηση συνιστούν επιτεύγματα που μας έχουν επιβληθεί από τη φριχτή ιστορική εμπειρία των αντιφατικών κοινωνικών πραγματικοτήτων που συνιστούν η πατριαρχία, η αποικιοκρατία και ο καπιταλισμός.»

Η διάθεσή της να απαρνηθεί το παρελθόν και να στραφεί στο τώρα αποδομώντας την ιστορία με τους όρους της κυριαρχίας (θρησκεία, οικογενειακή καταπίεση, πατριαρχία), την οδηγεί στο σημείο του να απαρνείται την ίδια την κινηματική μνήμη, τη γυναικεία ιδιότητα και ό,τι αυτή συνεπάγεται καθώς και την ζωτικής σημασίας θέση της στον καπιταλισμό. Αυτή είναι σίγουρα η τάση της εποχής στον post modern καπιταλιστικό κόσμο, ένα είδος μυωπικής διαχείρισης της μνήμης. Σε αυτό το μοτίβο, “το σήμερα που είναι διαφορετικό απ’ το χθες”, αλλά και το αντιδιαμετρικό του “το σήμερα που είναι ίδιο με το χθες” -δηλαδή αυτό των επιφανειακών παρομοιώσεων και αναγωγών στο παρελθόν με όρους καθρέφτη- αυτές οι πεποιθήσεις, με τις πρακτικές που τις ακολουθούν, γίνονται εργαλεία αποπροσανατολισμού και μαζικής παραγωγής της λήθης. Και κρύβουν πίσω από έναν -σίγουρο για την εγκυρότητά του- ιστορικισμό, τις πιο βαθιές ιστορικές αιτίες και συνέχειες. Αυτή δεν ήταν μια προσωπική ή μειοψηφική άποψη στις αρχές του ‘90. Το επιθετικά φιλελεύθερο κλίμα της εποχής διαβάζεται σε πολλά κείμενα και θεωρίες επιστημόνων και πανεπιστημιακών εν γένει όπως πχ. η πολυσυζητημένη άποψη του Φράνσις Φουκουγιάμα για το τέλος της ιστορίας (1992, «Το τέλος της ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπός), το τέλος δηλαδή κάθε ιδεολογικής εξέλιξης της ανθρωπότητας και ταξικής ανάλυσης του προλεταριάτου.

Θα έλεγε κανείς ότι η άρνηση των σχέσεων και της ιστορίας που διαμορφώνουν οι κυρίαρχοι, είναι απαραίτητο κομμάτι οποιασδήποτε επαναστατικής διαδικασίας και προϋπόθεση για τη δημιουργική σύνθεση του καινούριου. Εδώ όμως έχουμε να κάνουμε με την άρνηση της ιστορίας του ίδιου του κινήματος που δημιούργησε το χώρο για να εκφραστούν όλα αυτά τα διαφορετικά υποκείμενα. Οι θέσεις τις οποίες κατέλαβαν γυναίκες με αριστερό -και όχι μόνο- παρελθόν μέσα στα πανεπιστήμια, την πολιτική και την εργασία, γεννήθηκαν μέσα από τη μαχητική διεκδίκηση των 70’s, με όλες τις αντιφάσεις και τα ατυχή σημεία της. Το να απορρίπτει κανείς όλο αυτό το πλούσιο παρελθόν, όντας μέσα στην πανεπιστημιακή πρωτοκοσμική γυάλα, μας φαίνεται ότι εξυπηρετεί περισσότερο έναν βολονταρισμό της δύναμης παρά μια ανάγκη για απελευθερωτικές διεκδικήσεις. Αυτή η νέα αφήγηση για τον κόσμο, αυτό το εκτυφλωτικό μέλλον που οραματίζονται εις βάρος της κριτικής ματιάς του παρελθόντος, δε φαίνεται και τόσο ειδυλλιακό για όσους ξέρουν ότι δεν έχουν και δε θα έχουν πρόσβαση σε αυτά τα τεχνολογικά υπερ-αγαθά, παρά μόνο σαν εργάτες στη διαδικασία παραγωγής ή σαν μικροαστοί καταναλωτές του φαντασιακού που τα συνοδεύει.

Κάπου στις αρχές του 80, ο ρενάτο κούρτσιο έγραφε στο βιβλίο του «Σταγόνες ήλιου στη στοιχειωμένη πόλη»:

«Εδώ γίνεται κάτι παραπάνω, κάτι χειρότερο από την χοντροκομμένη καταστροφή των αγωνιστικών κειμένων ή ένα black out, κάτι πιο περίπλοκο από την ”παλιά ρίψη στην πυρά”. Πράγματι, καταρχήν πρόκειται για μία εργασία, πρόκειται για την παραχάραξη της ιστορικής εμπειρίας, την παραγωγή υποκατάστατων αναμνήσεων, την δόλια κωδικοποίηση.(…)
Αξίζει να αναρωτηθούμε: πως είναι ποτέ δυνατό να δημιουργήσουμε καλή σχέση με το μέλλον, όταν απορρίπτουμε την αυθεντική μνήμη του παρελθόντος;
Μια τάξη που δεν μπορεί να παράγει συνειδητά την δική της αυτόνομη μνήμη, είναι καταδικασμένη να μείνει φυλακισμένη στα αστικά δεσμά. Αντίθετα, παραγωγή ταξικής μνήμης σημαίνει εξέγερση, ιδεολογική πάλη, ρήξη.»

Πού θέλουμε να καταλήξουμε; Πού αλλού πέρα από τη σημασία της διαλεκτικής αντιμετώπισης της ιστορίας; Και συγκεκριμένα της ιστορίας των κινημάτων. Σε μια αντιμετώπιση που δεν έχει ανάγκη από κανέναν/καμία προφήτη για να του αποκαλύψει τι αλλάζει ή τι μένει σταθερό στον καπιταλιστικό κόσμο. Μπορεί οι/τα cyborg να έχουν erase και rewind αλλά η μνήμη της τάξης μας δεν μετριέται σε ψηφία. Αντίθετα, ιδωμένη κριτικά και σε βάθος, είναι γεμάτη όπλα, χρήσιμα ακόμα και στις σημερινές μάχες, με τα σημερινά μέσα. Χρειάζεται φαντασία, διερευνητική αντίληψη και σίγουρα η βιωματική γνώση ότι τίποτα δεν μας έχει χαριστεί.

]]>
Εισήγηση: Αλγόριθμος _η μηχανοποίηση της σκέψης https://gameover.zp/2014/10/25/%ce%b1%ce%bb%ce%b3%cf%8c%cf%81%ce%b9%ce%b8%ce%bc%ce%bf%cf%82-_%ce%b7-%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%b7%cf%82-%cf%83%ce%ba%ce%ad%cf%88%ce%b7%cf%82/ Sat, 25 Oct 2014 14:53:31 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1314

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Τι είναι ένας αλγόριθμος; Αυτό που γνωρίζουμε, ακόμα κι αν δεν έχουμε σχέση με σπουδές μαθηματικών ή την επιστήμη των υπολογιστών, είναι ότι μοιάζει με μια συνταγή. Έτσι μας λένε δηλαδή. Μια συνταγή με συγκεκριμένα βήματα τα οποία αν ακολουθήσουμε, θα έχουμε ένα συγκεκριμένο, προκαθορισμένο αποτέλεσμα. Οι αλγόριθμοι ως βάση των ηλεκτρονικών υπολογιστών έχουν επεκταθεί σε πάρα πολλούς τομείς της καθημερινότητάς μας. Από τη δουλειά μέχρι τις πολύ προσωπικές, καθημερινές μας επαφές. Μάλιστα, οι επιστήμονες λένε ότι τα πάντα μπορούν να αλγοριθμοποιηθούν και να μηχανοποιηθούν. Άσχετα με το αν το καταφέρνουν, με ποιο τρόπο και με ποιες απώλειες, το σημαντικό είναι ότι αυτή η πεποίθηση υπάρχει στα μυαλά και στις σκέψεις όλο και περισσότερων ανθρώπων. Χωρίς μάλιστα να γίνεται κατανοητό ή χωρίς να ενοχλεί, το τι τεμαχίζεται, τι πετιέται και τι αποκόπτεται από την πραγματικότητα στη διαδικασία αλγοριθμοποίησης της.

O επίσημος ορισμός του αλγορίθμου σύμφωνα με τα σχολικά βιβλία είναι αυτός:

Ως αλγόριθμος ορίζεται μια πεπερασμένη σειρά ενεργειών, αυστηρά καθορισμένων και εκτελέσιμων σε πεπερασμένο χρόνο, που στοχεύουν στην επίλυση ενός προβλήματος. Πιο απλά, αλγόριθμο ονομάζουμε μία σειρά από εντολές που έχουν αρχή και τέλος, είναι σαφείς και εκτελέσιμες και σκοπό έχουν την επίλυση κάποιου προβλήματος.

Όπως είπαμε, οι αλγόριθμοι αποτελούν, σε μεγάλο βαθμό, τη βάση για τον προγραμματισμό και την λειτουργία των υπολογιστών. Ο υπολογιστής όμως, όπως τον ξέρουμε σήμερα, είναι αποτέλεσμα διαφορετικών μεταξύ τους διεργασιών που ξεκινάνε από αρκετά παλιά και δεν προκύπτουν μόνο από την επιθυμία των ανθρώπων να φτιάξουν μηχανές που να τους εξυπηρετούν.

Η ανάγκη που είχαν τα κράτη του 18ου αιώνα για μηχανοργάνωση των υπηρεσιών τους καθώς και η ανάγκη για οργάνωση των δουλειών γραφείου προς τα τέλη του 19ου αιώνα, έβαλαν στο κέντρο έννοιες που δεν ήταν τόσο κεντρικές πριν. Έννοιες όπως η αρχειοθέτηση και η αποθήκευση εγγράφων καθώς και οι πολύ σημαντικές και χρονοβόρες πράξεις από ανθρώπους-υπολογιστές για τα στατιστικά, την εφορία και τις απογραφές.

Κι από την άλλη, σαν ένας κόσμος παράλληλος κι όχι απαραίτητα ξεκομμένος, υπήρχαν οι διάφοροι επιστήμονες οι οποίοι, στην προσπάθεια τους να εξελίξουν ορισμένους κλάδους των μαθηματικών, έκαναν διάφορες ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις που εν τέλει κάποια στιγμή βρήκαν τον δρόμο τους κι ενσωματώθηκαν στις μηχανές που σήμερα έχουμε μπροστά μας όταν πχ. πληκτρολογούμε ένα κείμενο. Στο τέλος αυτού του ιστορικού νήματος σκέψης εμφανίζονται οι αλγόριθμοι σαν εργαλείο-λύση σε κάποια από τα τότε βασικά μαθηματικά προβλήματα της εποχής.

Χωρίς να θέλουμε να κάνουμε εδώ ένα πλήρες ιστορικό για την έννοια του αλγορίθμου, για το πώς εξελίχθηκε μέσα στους κύκλους των επιστημόνων ή για το πώς γεννήθηκαν οι υπολογιστές και για το τι ακριβώς συνέβη πριν δημιουργηθούν, θα παραθέσουμε κάποια σημεία που μας φαίνονται σημαντικά.

Όταν ο Babbage συνάντησε τον αργαλειό του Jacquard

Στις αρχές του 19ου αιώνα οι πρώτες «μηχανές» επεξεργασίας πληροφοριών σε μαζική κλίμακα αποτελούνταν από ανθρώπους-υπολογιστές και σκόπευαν στην παραγωγή μαθηματικών πινάκων. Είναι ενδεικτικό ότι τότε ο όρος «computer» παρέπεμπε σε επάγγελμα. Το κοινό τους στοιχείο ήταν ο τρόπος οργάνωσης της παραγωγής αυτών των πινάκων, ο οποίος γινόταν στη βάση των τότε εργοστασιακών προτύπων. Για παράδειγμα, στη Γαλλία τέτοιοι πίνακες αφορούσαν στην αναμόρφωση του κρατικού συστήματος για την εγκαθίδρυση ενός πιο αποδοτικού φορολογικού συστήματος ενώ στην Αγγλία στην παραγωγή Πινάκων Ναυσιπλοΐας (το λεγόμενο Nautical Almanac). Η οργάνωση αυτών των πινάκων είχε απλοποιηθεί και στηθεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε η πλειοψηφία των ανθρώπινων computer που εκτελούσαν τους υπολογισμούς να μη χρειάζονται τελικά παρά μόνο τις πράξεις της πρόσθεσης και της αφαίρεσης.

Ο Charles Babbage, καταξιωμένος Βρετανός μαθηματικός, γνώριζε ήδη από τα τέλη του 18ου αιώνα για το γαλλικό πρόγραμμα κατασκευής πινάκων και αποφάσισε να το μιμηθεί. Με μία σημαντική διαφορά. Ενώ θα κρατούσε τις ίδιες αρχές καταμερισμού εργασίας, θα αντικαθιστούσε τους ανθρώπους-υπολογιστές με μηχανικά μέρη. Έχοντας δει τον αργαλειό του Jacquard[ref]

Η μηχανή αυτή πρωτοπαρουσιάστηκε το 1801 από τον έμπορο και υφαντή, Joseph Marie Jacquard. Ήταν ένας μεγάλος αργαλειός ο οποίος με τη χρήση ποικίλων διάτρητων καρτών μπορούσε κάθε φορά να φτιάξει ένα διαφορετικό σχέδιο ύφανσης, βασισμένο σε συγκεκριμένο μοτίβο.

[/ref], δανείστηκε από εκεί την ιδέα του προγραμματισμού της μηχανής μέσω διάτρητων καρτών. Η πρώτη τέτοια μηχανή που σχεδίασε — και σχεδόν κατάφερε να κατασκευάσει – ήταν η λεγόμενη Διαφορική Μηχανή (Difference Engine). Το «πρόβλημα» με τη Διαφορική Μηχανή ήταν ότι είχε ανάγκη ανθρώπινης παρέμβασης για να παράγει μια συνεχή ροή αποτελεσμάτων. Για να απαλείψει τελείως αυτή την ανάγκη, σχεδίασε στη συνέχεια την Αναλυτική Μηχανή (Analytical Engine) που θα μπορούσε να χρησιμοποιεί τα ίδια της τα αποτελέσματα σε νέους υπολογισμούς και θα είχε την ικανότητα να εκτελεί οποιονδήποτε υπολογισμό. Διαχώρισε το τμήμα που ήταν υπεύθυνο για την αποθήκευση των αριθμών (το ονόμασε «store», δηλαδή αποθήκη) από εκείνο που εκτελούσε τις πράξεις (mill: μύλος), με ορολογία δανεισμένη από την κλωστοϋφαντουργία. Η Αναλυτική Μηχανή δεν κατασκευάστηκε ποτέ λόγω έλλειψης εξαρτημάτων ακριβείας και κόστους — παρέμενε φτηνότερο για την κυβέρνηση της Αγγλίας να αναθέτει την εργασία σε ανθρώπινους υπολογιστές.

Τέλη 19ου αιώνα – 2ος παγκόσμιος

Κατά τα τέλη του 19ου αιώνα οι κύριες λειτουργίες του τότε γραφείου οδήγησαν και στην εμφάνιση των αντίστοιχων μηχανών. Τέτοιες ήταν οι γραφομηχανές για επεξεργασία κειμένων, τα διάφορα συστήματα αρχειοθέτησης της εταιρείας Rand με δείκτες και κάρτες για αποθήκευση και αρχειοθέτηση πληροφοριών, αριθμομηχανές για την ανάλυση οικονομικών δεδομένων και οι ταμειακές μηχανές.

Την ίδια εποχή, ο Hollerith (ιδρυτής της εταιρείας – προπομπού της μετέπειτα γνωστής IBM) ανέλαβε για λογαριασμό της κυβέρνησης των Η.Π.Α. τη στατιστική επεξεργασία των δεδομένων που θα προκύπταν από την απογραφή του 1890. Για τον σκοπό αυτό, κατασκεύασε ογκώδεις ηλεκτρομηχανικές συσκευές με την ικανότητα να διαβάζουν τα αποτελέσματα της απογραφής σε διάτρητες κάρτες και να εκτελούν αυτόματα την καταμέτρηση και την κατηγοριοποίηση. Μετά την απογραφή, προσάρμοσε τις μηχανές του ώστε να είναι προσιτές σε επιχειρήσεις και εισήγαγε την τεχνολογία διάτρητων καρτών στα μηχανήματα γραφείου. Κάποιες από τις κύριες χρήσεις αυτών των μηχανών αναφέρονται παρακάτω και δεν μας φαίνονται καθόλου διαφορετικές από τις σημερινές χρήσεις των αντίστοιχων ηλεκτρονικών μηχανών: καταχώρηση στοιχείων αποδοτικότητας, υπολογισμός εργατικού κόστους, πωλήσεων, απαιτήσεων σε προμήθειες και πρώτες ύλες και στατιστικών στοιχείων παραγωγικότητας, ανάλυση ρίσκου για λογαριασμό ασφαλιστικών εταιρειών, διαχείριση πωλήσεων και κόστους ανά πωλητή, τμήμα της εταιρείας, πελάτη, γεωγραφική τοποθεσία κ.τ.λ.

Λίγο αργότερα και από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού αυτή τη φορά (Αγγλία), ο Comrie αναδιοργάνωσε στα 1920 τη Μετεωρολογική Υπηρεσία. Για τους υπολογισμούς της υπηρεσίας, αντικατέστησε τους πιο «εξειδικευμένους» computer με νεαρές, ανύπαντρες γυναίκες, εξοπλισμένες με συσκευές γραφείου καθώς και με συσκευές διάτρητων καρτών της IBM. Κατάφερε έτσι να μειώσει δραματικά το κόστος παραγωγής πινάκων και ίδρυσε την πρώτη ιδιωτική επιχείρηση παροχής υπολογιστικών υπηρεσιών.

Μία κάπως διαφορετική κατηγορία υπολογιστικών συσκευών, που άρχισαν να εμφανίζονται πιο συστηματικά κατά την διάρκεια του μεσοπολέμου, ήταν οι αναλογικές συσκευές μοντελοποίησης (π.χ. η μοντελοποίηση του συστήματος διανομής ηλεκτρικής ενέργειας διαμέσου μικρότερων ηλεκτρικών κυκλωμάτων).  Οι συσκευές αυτές ήταν κατάλληλες κυρίως για την επίλυση εκείνων των διαφορικών εξισώσεων που διέπουν τα φυσικά φαινόμενα που μελετούσαν. Με άλλα λόγια, ήταν αρκετά εξειδικευμένες στο εκάστοτε πρόβλημα. Τότε βλέπουμε την εμφάνιση μηχανών που μπορούσαν να χειρίζονται απευθείας αριθμούς, κάτι που τους έδινε τη δυνατότητα να εφαρμόζονται σε ένα ευρύτερο πλήθος μαθηματικών προβλημάτων. Αυτή τη φορά δεν ήταν μόνο για την κατασκευή πινάκων, όπως παλαιότερα, άλλα και για στρατιωτικούς λόγους, όπως ο υπολογισμός των τροχιών βλημάτων και το σπάσιμο κωδικών για αποκρυπτογράφηση απόρρητων μηνυμάτων. Αυτή η ανάγκη για όλο και περισσότερους στρατιωτικούς υπολογισμούς κορυφώνεται κατά την διάρκεια του Β παγκοσμίου πολέμου. Μπορούμε να κρατήσουμε εδώ το όνομα του Άγγλου μαθηματικού Alan Turing, ο οποίος είχε καταλυτικό ρόλο στην πραγματοποίηση των απαραίτητων υπολογισμών που χρειάζονταν για το σπάσιμο στρατιωτικών κωδικών. Θα μιλήσουμε όμως αναλυτικά γι’ αυτόν, πιο κάτω.

Σημαντικά σημεία που μπορούμε να κρατήσουμε μέχρι εδώ.

Η μηχανοποίηση της σκέψης εντασσόταν σε ένα ευρύτερο μηχανοκρατικό φαντασιακό, που είχε να κάνει καθαρά με την «πεζή» καθημερινότητα και τις ανάγκες της εποχής. Η τεχνική οργάνωση του υπολογιστή πριν εφαρμοστεί (με την βοήθεια των αλγόριθμων, όπως θα δούμε στην συνέχεια) στη συσκευή την ίδια που ξέρουμε σήμερα, εφαρμοζόταν ήδη ως κοινωνική οργάνωση ορισμένων τύπων εργασίας. Τα «γρανάζια» ήταν άνθρωποι-υπολογιστές, «περιορισμένων» δεξιοτήτων. Και οι βασικές ανάγκες που κάλυπταν ήταν αυτές της γραφειοκρατικής οργάνωσης του κράτους και της μηχανοργάνωσης των δουλειών του γραφείου.

Ωστόσο υπάρχουν και  οι επιστήμονες.

Οι επιστήμονες αυτοί είχαν σκέψεις και όνειρα (με εισαγωγικά ή χωρίς) που παρότι δεν είχαν να κάνουν με τον υπολογιστή όπως τον ξέρουμε σήμερα, έστρωσαν σε μεγάλο βαθμό το δρόμο για την δημιουργία του και πιο συγκεκριμένα, για την χρησιμοποίηση των αλγόριθμων σαν βασικό εργαλείο.

Κατά τα τέλη του 17ου αιώνα, ο Gottfried Wilhelm Leibniz, μαθηματικός και φιλόσοφος της εποχής είχε μια σκέψη που ήταν καινοφανής για την εποχή.

«Ονειρευόταν μια εγκυκλοπαιδική συλλογή και μια παγκόσμια τεχνητή μαθηματική γλώσσα με την οποία θα μπορούσε να εκφραστεί κάθε είδους γνώση, καθώς και υπολογιστικούς κανόνες που θα μπορούσαν να αποκαλύψουν κάθε λογική αλληλεξάρτηση ανάμεσα σ’ αυτές τις μαθηματικές προτάσεις. Τέλος, ονειρεύτηκε μηχανές που θα μπορούν να πραγματοποιούν υπολογισμούς αφήνοντας ελεύθερο το μυαλό για δημιουργική σκέψη.» (Martin Davis, «Οι μηχανές της λογικής». Εκδόσεις Εκκρεμές)

Ο Leibniz συνέλαβε αυτό που θα ονόμαζε «υπέροχη ιδέα» του: θα έψαχνε να βρει ένα ειδικό αλφάβητο του οποίου τα σύμβολα δε θα αναπαριστούσαν ήχους αλλά έννοιες. Πίστευε πως μια γλώσσα βασισμένη σ’ ένα τέτοιο αλφάβητο θα καθιστούσε δυνατό το να αποφασίσει κανείς, με καθαρούς υπολογισμούς, ποιες προτάσεις, γραμμένες σ’ αυτή τη γλώσσα, είναι αληθείς, καθώς και ποιοι λογικοί συσχετισμοί υπάρχουν ανάμεσά τους. Το 1675, σ’ ένα γραπτό του, συνέκρινε την λογική σκέψη με μηχανισμό.  Ήθελε να αναγάγει τη λογική σε κάποιο είδος υπολογισμών και τελικά να κατασκευάσει μια μηχανή που να πραγματοποιεί τέτοιους υπολογισμούς.

Αυτό που χρειαζόταν ήταν μια καθολική χαρακτηριστική, ένα σύστημα συμβόλων που δεν θα ήταν μόνο πραγματικό, αλλά και που θα κάλυπτε και όλη την εμβέλεια της ανθρώπινης σκέψης. Αυτή η φροντίδα για την σωστή χρήση των συμβόλων έμελλε να γίνει ο «μίτος της Αριάδνης» που θα τον οδηγούσε στη δημιουργία της δικής του χαρακτηριστικής. (Martin Davis, «Οι μηχανές της λογικής». Εκδόσεις Εκκρεμές)

Οι σκέψεις αυτές του Leibniz επηρέασαν τις επόμενες γενιές των μαθηματικών και των φιλοσόφων. Μπορούμε να πούμε ότι λειτούργησαν σαν άξονες, πάνω στους οποίους κινήθηκαν αρκετοί από τους μεταγενέστερούς του. Ένας από αυτούς, ο Gottlob Frege, προς τα τέλη του 19ου αιώνα, επεδίωξε να κατασκευάσει ένα λογικό σύστημα που θα περιείχε όλη τη συμπερασματική επιχειρηματολογία που χρησιμοποιείται στα πλαίσια της μαθηματικής πρακτικής. Σκοπός του ήταν να θεμελιώσει τα μαθηματικά (ξεκινώντας με την αριθμητική) με αυστηρό τρόπο, κωδικοποιώντας τους κανόνες της λογικής μέσω ενός φορμαλισμού, έτσι ώστε ο οποιοσδήποτε συλλογισμός να μπορεί να υπαχθεί σε αυτόν τον φορμαλισμό και να ελέγχεται ως προς την ορθότητά του. Το σύστημα αυτό το ονόμασε Begriffsschrift (εννοιολογική γραφή). Στην εννοιολογική γραφή, ο Frege δεν ανέπτυσσε απλώς μια μαθηματική αντιμετώπιση της λογικής, αλλά συγχρόνως δημιουργούσε μια καινούργια γλώσσα. Σ’ αυτό είχε σαν οδηγό την ιδέα του Leibniz για μια παγκόσμια γλώσσα που θα αντλούσε την ισχύ της από μια καλοζυγισμένη επιλογή συμβόλων και ανέπτυξε την Begriffsschrift ως μια τεχνητή γλώσσα με απόλυτα συγκεκριμένους κανόνες γραμματικής και συντακτικού. Η εννοιολογική γραφή ήταν το πρώτο παράδειγμα τυπικής γλώσσας κατασκευασμένης βάσει αυστηρού συντακτικού. Από αυτή την άποψη η Begriffsschrift ήταν ο πρόγονος όλων των γλωσσών προγραμματισμού που χρησιμοποιούνται ευρέως σήμερα.

Άλυτα μαθηματικά προβλήματα

Αρκετοί από τους μαθηματικούς εκείνης της εποχής (τέλη 19ου – αρχές 20ου αιώνα), βασανίζονταν με διάφορα άλυτα προβλήματα και προβληματίζονταν πάνω στις αρχές των μαθηματικών. Σε ένα από αυτά ο David Hilbert, διακεκριμένος μαθηματικός της εποχής, αναζητούσε έναν αλγόριθμο με πρωτοφανή εμβέλεια. Αναζητούσε έναν αλγόριθμο που θα μπορούσε να ανάγει όλους τους παραγωγικούς ανθρώπινους συλλογισμούς σε σκέτους υπολογισμούς και θα μπορούσε να απαντήσει καταφατικά ή αρνητικά σε οποιοδήποτε ερώτημα διατυπωμένο με βάση μια φορμαλιστική γλώσσα της λογικής (πράγμα που σε σημαντικό βαθμό, θα ήταν η εκπλήρωση του οράματος του Leibniz). Ο Alan Turing, που αναφέραμε προηγουμένως, μαθαίνοντας για το πρόβλημα αυτό του Hilbert (το λεγόμενο Entscheidungsproblem ή «πρόβλημα απόφασης»), άρχισε να σκέφτεται για τον τρόπο με τον οποίο θα ήταν δυνατό να αποδείξει ότι δεν υπάρχει τέτοιος αλγόριθμος.

Αυτό που έκανε ο Turing, ήταν ότι μετακίνησε το βάρος της προσοχής του από τους κανόνες ενός αλγόριθμου, σε αυτό που στην πραγματικότητα κάνει το άτομο που τους εκτελεί. Κατάφερε να δείξει ότι ένα τέτοιο άτομο θα μπορούσε να περιοριστεί σε μερικές υπερβολικά απλές βασικές ενέργειες, χωρίς αυτό να αλλάζει το τελικό αποτέλεσμα του υπολογισμού. Το επόμενο ήταν να δει ότι το άτομο θα μπορούσε να αντικατασταθεί από μια μηχανή ικανή να εκτελέσει τις ίδιες απλές βασικές ενέργειες. Τελικά κατάφερε να αποδείξει ότι δεν υπάρχει ο αλγόριθμος που αναζητούσε ο Hilbert. Έδειξε πως δεν υπάρχει αλγόριθμος που να μπορεί να επιλύει όλο το εύρος των προβλημάτων των μαθηματικών. Κάποια από αυτά όμως ήταν δυνατό να λυθούν και μάλιστα ήταν αρκετά. Το σημαντικό λοιπόν, της έρευνας του Turing, ήταν ότι ως παράπλευρο αποτέλεσμα βρήκε ένα μαθηματικό μοντέλο για μια υπολογιστική μηχανή ευρείας χρήσης.

Οι πρώτοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές

(γιατί εκτός από τα γραφεία και τα εργοστάσια, υπάρχουν και τα πεδία μάχης).

Κατά τη διάρκεια του Β παγκοσμίου πολέμου, απόπειρες κατασκευής ηλεκτρονικών υπολογιστών έγιναν σχεδόν ταυτόχρονα από διαφορετικά στρατόπεδα, αλλά με παρεμφερείς ανάγκες. Στη Γερμανία ο Konrad Zuse κατασκεύασε τον πρώτο ηλεκτρονικό υπολογιστή αριθμολογαριαστή (τον Ζ3) το 1941 και τον Ζ4 το 1944. Στην Αγγλία, στο Bletchley Park, στην προσπάθεια να σπάσουν τους Γερμανικούς κωδικούς, χρειάζονταν μεγάλη υπολογιστική δύναμη, την οποία βρήκαν στον «Κολοσσό», μια υπολογιστική μηχανή με 1500 λυχνίες κενού που κατασκευάστηκε με βάση τις αρχές του Turing.

Στην Αμερική, τα προβλήματα που οδήγησαν στην ανάπτυξη του ηλεκτρονικού υπολογιστή ήταν δύο: Ο υπολογισμός τροχιών για βλήματα και η επίλυση των εξισώσεων που διέπουν μια πυρηνική έκρηξη. Ο υπολογισμός των τροχιών για ένα όπλο απαιτούσε εργασία μηνών από εκατοντάδες ανθρώπινους υπολογιστές, ακόμα και με χρήση των νέων συσκευών. Οι Eckert/Mauchly αρχικά αντικατέστησαν μερικά από τα μηχανικά μέρη των προηγούμενων συσκευών με ηλεκτρονικά, επιτυγχάνοντας πολλαπλασιασμό της ταχύτητας και της ακρίβειάς τους. Τελικά υπέβαλαν πρόταση για έναν εξ ολοκλήρου ηλεκτρονικό υπολογιστή, τον ENIAC (1943), ο οποίος τίθεται τελικά σε λειτουργία το 1945.

Από αυτό το σημείο κι έπειτα  εμπλέκεται και ο Von Neumann, ο οποίος δούλευε ήδη πάνω στο πρόγραμμα της ατομικής βόμβας. Έχοντας αντιληφθεί τα μειονεκτήματα του ENIAC όσον αφορά στην εσωτερική του οργάνωση και όντας επηρεασμένος από την προηγούμενη εμπλοκή του με τα μαθηματικά της λογικής, πρότεινε έναν πιο αποτελεσματικό τρόπο οργάνωσης των εσωτερικών τμημάτων ενός υπολογιστή που στην ουσία ήταν παρόμοιος με αυτόν που είχε προτείνει ο Babbage σχεδόν 150 χρόνια νωρίτερα. Αυτή η αρχιτεκτονική πήρε το όνομά του και αποτελεί πλέον τη βάση ακόμα και των σύγχρονων υπολογιστών. Πρότεινε τον χωρισμό του υπολογιστή σε μία μονάδα ελέγχου που θα διαβάζει εντολές, μια αριθμητική μονάδα που θα εκτελεί μαθηματικές πράξεις και μια μονάδα μνήμης που θα αποθηκεύει τόσο εντολές όσο και δεδομένα (stored-program computer) σε δυαδική μορφή. Από εδώ ξεκινάει η χρήση της λέξης μνήμη (memory) αντί για αποθήκευση (storage), και η μετέπειτα αντιστοιχία της στον τρόπο λειτουργίας του ανθρώπινου εγκεφάλου. Πάνω σε αυτή την αρχιτεκτονική βασίστηκαν ο EDVAC (ΗΠΑ) και ο EDSAC (Βρετανία), οι πρώτοι σύγχρονοι ηλεκτρονικοί υπολογιστές.

Αυτές οι μεταπολεμικές μηχανές σχεδιάστηκαν έτσι ώστε να είναι γενικής χρήσης καθολικές συσκευές, ικανές να εκτελούν κάθε συμβολική διεργασία, με την προϋπόθεση ότι το κάθε βήμα θα είναι επακριβώς προδιαγεγραμμένο. Αυτή η ρευστή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο τι συνιστούσε εντολή και τι δεδομένο σήμαινε ότι η δυνατότητα διάκρισης σε μηχανή, πρόγραμμα και δεδομένα, είναι μια ψευδαίσθηση. Χαρακτηριστικό που βλέπουμε μέχρι σήμερα στους υπολογιστές είναι το ότι έχει κανείς τη δυνατότητα ν’ αποθηκεύσει ένα πρόγραμμα στη μνήμη και να το μεταχειριστεί σαν δεδομένα.

Τα τριάντα χρόνια που ακολούθησαν, οι δυνάμεις πίσω από την εξέλιξη του υπολογιστή δεν ήταν και τόσο διαφορετικές από αυτές που οδήγησαν αρχικά στη γέννησή του. Από τους διακρατικούς και στρατιωτικούς ανταγωνισμούς, μέχρι το κομμάτι που αφορούσε εμπορικούς και επιχειρηματικούς σκοπούς, καθώς και τις πανεπιστημιακές του χρήσεις, έφτασε μέχρι το σημείο να είναι ένα προσωπικό «αντικείμενο», ένας υπολογιστής προσωπικής χρήσης. Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, χωρίς να έχει πολλές διαφορές σαν λογική, αρχιτεκτονική και λειτουργία με αυτό που έκαναν οι πρώτοι υπολογιστές, εξελίσσεται με ραγδαίους ρυθμούς και καθορίζει όλο και περισσότερο το κοινωνικό κομμάτι των ανθρωπίνων σχέσεων.

Το περιοδικό Times έγραφε το 1999 για τον Alan Turing.

«Τόσες ιδέες και τόσα τεχνολογικά επιτεύγματα συνέκλιναν ώστε να δημιουργηθεί ο σύγχρονος υπολογιστής, που θα ήταν παράλογο να αποδώσει κανείς τα εύσημα για την εφεύρεσή του σε ένα μόνο πρόσωπο. Ωστόσο, είναι γεγονός πως όταν κάποιος γράφει σε πληκτρολόγιο ή χρησιμοποιεί ένα ηλεκτρονικό λογιστικό πρόγραμμα ή ένα πρόγραμμα επεξεργασίας κειμένου, στην ουσία χρησιμοποιεί μια υλοποίηση της μηχανής του Turing.»

Για τον von Neumann.

«Ουσιαστικά όλοι οι σύγχρονοι υπολογιστές, από τους υπερυπολογιστές των δέκα εκατομμυρίων δολαρίων ως τα μικροσκοπικά τσιπ που παρέχουν την ενέργεια για την λειτουργία των κινητών τηλεφώνων και των παιχνιδιών, έχουν κάτι κοινό. Όλα τους είναι “μηχανές von Neumann”, παραλλαγές της βασικής αρχιτεκτονικής του υπολογιστή, που ο John von Neumann συνέταξε στη δεκαετία του 1940, χτίζοντας πάνω στα θεμέλια του έργου του Alan Turing.»
(Martin Davis, «Οι μηχανές της λογικής». Εκδόσεις Εκκρεμές)

ΔΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ

Σε αυτό το σημείο της εκδήλωσης, αφού είχαμε θέσει τις βάσεις για το πώς προέκυψαν η έννοια και οι εφαρμογές του αλγόριθμου, προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε τη δομή του αλγόριθμου με παραδείγματα. Για να γίνει αυτό, δοκιμάσαμε να αναπαραστήσουμε με ανθρώπους τη διαδικασία με την οποία πραγματοποιεί ο αλγόριθμος μια σειρά από πράξεις για να φτάσει στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Σαν τέτοιο ορίσαμε την ταξινόμηση μιας σειράς τραπουλόχαρτων. Ένα μέλος της ομάδας έκανε τον εντολέα και ένας άλλος τον εκτελεστή των εντολών. Ο τρόπος ταξινόμησης που παρουσιάστηκε είχε τις ακόλουθες εντολές.

_πήγαινε στην πρώτη θέση

_πάρε το πρώτο χαρτί (είναι το 6)

_σύγκρινέ το με την επόμενη θέση

_είναι μικρότερο το 6 από το 10;

_είναι

_πήγαινε στην επόμενη θέση

_είναι το 6 μικρότερο από το 9;

_είναι

_πήγαινε στην επόμενη θέση

_είναι το 6 μικρότερο από το 2;

_δεν είναι

_άλλαξε τα χαρτιά μεταξύ τους

_πήγαινε στην επόμενη θέση

_είναι το 2 μικρότερο από το J;

_είναι

_πήγαινε στην επόμενη θέση.

Συνεχίζοντας αυτή τη διαδικασία βρίσκουμε ποιο είναι το μικρότερο χαρτί (στη συγκεκριμένη περίπτωση ο άσσος) και το βάζουμε στην πρώτη θέση. Ξεκινάμε την ίδια διαδικασία από τη δεύτερη θέση, τα περνάμε όλα, βρίσκουμε το αμέσως μικρότερο (το 2) και το βάζουμε στη δεύτερη θέση. Μετά συνεχίζουμε από την τρίτη θέση κ.ο.κ. μέχρι να ταξινομηθούν όλα τα χαρτιά από τον άσσο μέχρι τον ρήγα. Βλέπουμε με αυτόν τον τρόπο πώς γίνεται αλγοριθμικά μια τέτοια διαδικασία ταξινόμησης, χρησιμοποιώντας συγκεκριμένες επαναλαμβανόμενες εντολές, όπως η σύγκριση μεταξύ δύο για το μικρότερο/μεγαλύτερο.

Αφού παρουσιάστηκε ακόμα ένας τρόπος αλγοριθμικής ταξινόμησης, σηκώσαμε κάποιον να ταξινομήσει τα χαρτιά χωρίς μια συγκεκριμένη ακολουθία σκέψης, απλά με τον τρόπο του. Λίγο πριν το τέλος, έκανε κάτι πολύ “ανθρώπινο”.

Έκανε λάθος.

Με αφορμή τους τρόπους ταξινόμησης στην περίπτωση του αλγόριθμου και στην περίπτωση του ανθρώπου, αλλά και με αφορμή το λάθος, μπορούμε να κάνουμε μερικές πρώτες παρατηρήσεις. Όπως είδαμε, ο αλγόριθμος-υπολογιστής δεν μπορεί να δει την γενική εικόνα, αλλά αυτό που κάνει είναι σύγκριση, μία κάθε φορά, μεταξύ δύο πραγμάτων. Σε αντίθεση με αυτό, ο άνθρωπος δε σκέφτεται με διαδοχικά βήματα. Μπορεί να έχει μια γενική επισκόπηση, μπορεί να κάνει λάθος και μπορεί να είναι και αβέβαιος. Ο τρόπος του δεν τυποποιείται εύκολα και συνήθως δεν μπορεί να επαναληφθεί επ’ ακριβώς. Φυσικά, η αποτελεσματικότητα του αλγόριθμου σε σχέση με τον άνθρωπο φαίνεται στις περιπτώσεις που χρειάζεται μεγάλη ποσότητα, ταχύτητα και πολυπλοκότητα πράξεων. Αυτό συμβαίνει κυρίως στα προβλήματα που μπορούν να «αλγοριθμοποιηθούν» εύκολα, που μπορούν να «μεταφραστούν» και να ταιριάξουν στους κανόνες της μηχανής. Η αναγνώριση ενός προσώπου, για παράδειγμα, δεν μπορεί να αλγοριθμοποιηθεί με ευκολία. Αυτό έχει σαν συνέπεια (τουλάχιστον προς το παρόν) η αναγνώριση από έναν άνθρωπο να είναι πιο γρήγορη από αυτή μέσω του αλγόριθμου.

Η βιβλιοθήκη σαν παράδειγμα ταξινόμησης.

Ας δούμε τώρα την περίπτωση που, αντί για αριθμούς, έχουμε να ταξινομήσουμε αντικείμενα, για παράδειγμα βιβλία. Μία μεγάλη βιβλιοθήκη οργανωμένη με αλγόριθμο έχει κάποια πολύ συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που όπως αναφέραμε στο πρώτο μέρος, ήδη υπήρχαν στις δημόσιες βιβλιοθήκες, όπως και στην μηχανοργάνωση των δουλειών γραφείου πολύ πριν τους πρώτους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Στη βιβλιοθήκη λοιπόν, που είναι ταξινομημένη με αλγοριθμικό τρόπο, υπάρχει μια συγκεκριμένη ανάγκη για οργάνωση, που μπορεί να ρυθμίζεται ανάλογα με τις θεματικές ή αλφαβητικά ή με διάφορα άλλα προκαθορισμένα κριτήρια. Με αυτό τον τρόπο επιτυγχάνεται η αποτελεσματικότητα που χρειάζεται, ειδικά όταν έχουμε να κάνουμε με τόσο μεγάλα μεγέθη στα οποία οποιοσδήποτε πρέπει να βρει αυτό που ψάχνει χρησιμοποιώντας ένα κοινό για όλους σύστημα ταξινόμησης. Αυτό λοιπόν το σύστημα πρέπει να είναι τυποποιημένο με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορεί να είναι διαχειρίσιμο και προσβάσιμο απ’ όλους και με ευκολία. Σκοπός είναι να μπορεί κανείς να βρει σε πολύ μικρό χρόνο το βιβλίο που αναζητά, πιθανόν κι άλλα που έχουν κοντινό ή ίδιο περιεχόμενο. Βέβαια αυτός ο τύπος μαζικής οργάνωσης παρουσιάζει το εξής πρόβλημα: το λάθος κοστίζει ακριβά. Εάν δηλαδή ένα βιβλίο μπει κάπου αλλού, πέρα από τη θέση του, πιθανότατα θα χαθεί για πάντα.

Αυτά δεν ισχύουν στην περίπτωση της προσωπικής βιβλιοθήκης, αφού η οργάνωσή της είναι ένα καθαρά προσωπικό ζήτημα. Τα βιβλία μπορεί να οργανώνονται ανά χρώμα, μέγεθος, εποχή που διαβάστηκαν, σε δώρα, σε λογοτεχνικά είδη, ακόμα και σε αγορασμένα ή δανεικά που πρέπει να επιστραφούν (ή και σε δανεικά κι αγύριστα). Μπορεί να είναι σε ράφια, μπορεί και σε στοίβες. Το βασικό με αυτού του είδους την οργάνωση είναι ότι συνήθως έχει προκύψει με συμπτωματικό, σε γενικές γραμμές, τρόπο και όχι βάσει κάποιου αυστηρού σχεδίου. Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει σωστή και λάθος διάταξη και σίγουρα κάτι δεν μπορεί να χαθεί με τον τρόπο που αναφέραμε στην αλγοριθμοποιημένη βιβλιοθήκη. Το ψάξιμο στην προσωπική βιβλιοθήκη έχει συχνά μέσα του το τυχαίο. Μπορεί να ψάχνουμε να βρούμε κάτι και να πέσει το μάτι μας πάνω σε κάτι άλλο που μας τραβάει την προσοχή και τελικά στρεφόμαστε σ’ αυτό. Δημιουργείται έτσι μια διαφορετική έννοια της αποτελεσματικότητας, πιο ελαστική, που πηγάζει από το τυχαίο και δημιουργεί δυνατότητες εκμετάλλευσής του. Το λάθος, δεν είναι πια λάθος, αλλά μια ευκαιρία για παράπλευρη μάθηση, μια ευκαιρία να θυμηθώ κάτι που μπορεί να μου φανεί χρήσιμο αλλά δεν το είχα σχεδιάσει, μια ευκαιρία να διαβάσω κάτι, άσχετο με αυτό που έψαχνα, ακόμα και να σκεφτώ τον τάδε φίλο που πρέπει να του επιστρέψω ένα βιβλίο.

GPS: Από το «γνωρίζω να κινούμαι» στο «κινούμαι χωρίς να γνωρίζω»

Με παρόμοιο τρόπο που βρίσκουμε ένα προσωπικό βιβλίο, ας θεωρήσουμε τώρα ότι μπορούμε να βρούμε το σπίτι ενός φίλου. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να το γνωρίζουμε αρκετά καλά για να κινηθούμε χωρίς οδηγίες, όπως ακριβώς στην προσωπική μας βιβλιοθήκη.

Δεν είναι απαραίτητο να θυμόμαστε το νούμερο του σπιτιού, πολλές φορές ούτε καν το όνομα του δρόμου. Μπορεί να βάζουμε τα δικά μας σημάδια στη διαδρομή, σημάδια εντελώς διαφορετικά από εκείνα που θα βάλει κάποιος άλλος. Μπορεί μάλιστα να μη θυμόμαστε καν το κουδούνι, αλλά το πώς είναι η εξώπορτα ή το χρώμα του κτιρίου. Αυτό που θυμόμαστε τις περισσότερες φορές είναι μια ακολουθία κινήσεων καθαρά προσωπική και μάλιστα όχι πάντα την ίδια. Μπορεί συχνά να αλλάζουμε ακολουθία επειδή υπάρχει μια πιο ωραία διαδρομή, όχι απαραίτητα και η πιο σύντομη. Μπορεί να καθυστερήσουμε, ανάλογα με το από πού περάσαμε, τι παρατηρήσαμε στον δρόμο, ανάλογα με τις στάσεις που κάναμε ή που λοξοδρομήσαμε.

Όλα αυτά σημαίνουν επίσης ότι, κατά την περιήγησή μας, μπορεί να συμβεί κάτι απρόοπτο, μπορεί να χαθούμε ή να ανακαλύψουμε κάτι καινούργιο. Η διαδικασία του «κάνω-κύκλους-χάνομαι- ξαναβρίσκω το δρόμο μου» συνιστά μια εμπειρία βιωματική και προσωπική, η οποία, όπως είδαμε και στην περίπτωση της προσωπικής βιβλιοθήκης, καθιστά το ίδιο το λάθος ως κάτι αξιοποιήσιμο, ως μια παρεμφερή γνώση, αφού μπορούμε να αναπτύξουμε την ικανότητα να αντιμετωπίζουμε τα λάθη, να μαθαίνουμε από αυτά και τελικά να τα φοβόμαστε πολύ λιγότερο. Επίσης, δημιουργεί μια αίσθηση οικειότητας με το περιβάλλον, ένα είδος προσωπικής εδαφοκυριαρχίας και βοηθάει στο να μπορεί κανείς να βάζει τις δικές του προτεραιότητες στο πώς κινείται αλλά και να εστιάζει όσο μπορεί στον προσωπικό του χρόνο και ρυθμό.

Αυτά δεν συμβαίνουν όταν επιλέξουμε να μετακινηθούμε μέσω του GPS. Η μηχανή μάς λέει: «Βγείτε από το κτίριο. Προχωρήστε 300 μέτρα δεξιά. Κατεβείτε τις σκάλες για τα επόμενα δέκα μέτρα. Στρίψτε αριστερά. Προχωρήστε 50 μέτρα. Φτάσατε στον προορισμό σας». Κάτι τέτοιο είναι μακριά από τη «μετακίνηση», με το περιεχόμενο που της δώσαμε πριν. Είναι μια εντελώς διαφορετική διαδικασία. Μπορεί κανείς να θεωρεί πως με το GPS μετακινείται όπως ακριβώς και χωρίς αυτό ή και ευκολότερα. Αν δεχτούμε έστω το δεύτερο μισό αυτής της πεποίθησης, πρέπει να σημειώσουμε ότι η ευκολία αυτή έχει και μία άλλη όψη. Ας φανταστούμε μια σχεδόν καθολική εφαρμογή αυτού του μοντέλου μετακίνησης. Είναι κοινή εμπειρία το γεγονός ότι στις περιπτώσεις που κάποιος μάς δείχνει το δρόμο για κάπου, δυσκολευόμαστε να τον ξαναβρούμε μόνοι μας. Έχουμε παραλείψει να βάλουμε σημάδια, να υπολογίσουμε χοντρικά τις αποστάσεις, να προσέξουμε τον προσανατολισμό, έχουμε αρκεστεί στις εντολές αυτού που ξέρει, κι έτσι δεν έχουμε μάθει τον τρόπο να το κάνουμε μόνοι μας. Με την εκτεταμένη χρήση μηχανών, όπως το GPS, ίσως και την ίδια την οργάνωση των πόλεων με τους αντίστοιχα συμβατούς τρόπους, στο μέλλον, μπορεί κανείς να καταλάβει ότι το να βρει το μέρος που ψάχνει μπορεί να είναι μια εντελώς διαφορετική διαδικασία. Μια διαδικασία εξαιρετικά δύσκολή να ακολουθηθεί χωρίς τη μεσολάβηση της μηχανής. Κι αυτό γιατί όχι μόνο αδρανοποιείται το βλέμμα αλλά τυποποιείται παράλληλα και το περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σταδιακή μετάλλαξη του «μετακινούμενου» σε ένα απλό ανειδίκευτο χρήστη του GPS.

Αλγοριθμοποιώντας τις κοινωνικές σχέσεις

Το GPS μπορεί να έχει κι άλλες προεκτάσεις, ιδιαίτερα όταν συνδυαστεί με εφαρμογές κινητών τηλεφώνων που αφορούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα είναι το Nearby Friends, μια εφαρμογή που μπορεί να εντοπίζει ποιοι από τους «φίλους» που έχει κανείς στο facebook, βρίσκονται σε κοντινή απόσταση, ούτως ώστε να μπορεί να έχει ο χρήστης την επιλογή «πήγαινέ με στον Γιάννη» ή «απόφυγε συνάντηση με τον Γιάννη».

Το facebook, όπως γνωρίζουμε, είναι ένα μέσο κοινωνικής δικτύωσης που έχει ιδιαίτερη επιτυχία, όσον αφορά στη μεσολάβηση των κοινωνικών σχέσεων. Μπορούμε να κάνουμε «φίλους» πολύ εύκολα και να κοινωνικοποιούμαστε με βάση κοινά ενδιαφέροντα που εντοπίζονται στα προφίλ που φτιάχνουμε, με λογική παρόμοια με αυτή του marketing εταιρίας.

Η καταγραφή και οργάνωση των προσωπικών δεδομένων βρίσκεται στη βάση αυτής της διαδικασίας, καθώς επιτρέπει τις αναγκαίες συγκρίσεις και τους συσχετισμούς μεταξύ των χρηστών. Η ταξινόμηση σε κατηγορίες και οι διαφόρων ειδών πολύπλοκες ή απλούστερες ομαδοποιήσεις δομούν τον ψηφιακό χώρο και χρόνο έτσι ώστε να πραγματοποιούνται και οι επιθυμητές ψηφιακές συναντήσεις. Ο ψηφιακός αυτός χρόνος, μέσα στον οποία γίνεται επεξεργασία τεράστιου όγκου δεδομένων, έχει σαν βασικό χαρακτηριστικό τη σχέση ταχύτητας/ αποτελεσματικότητας. Μία σχέση που, εκτός από τον ψηφιακό, καθορίζει εν τέλει και τον πραγματικό-καθημερινό χρόνο.

Υπάρχουν κι άλλα ενδιαφέροντα σημεία, για το πώς διαμορφώνουν οι αλγόριθμοι τους νέους τρόπους του σχετίζεσθαι. Ένα από αυτά είναι η έλλειψη της αβεβαιότητας. Η έλλειψη της δυνατότητας για ενδιάμεσες ζώνες, για διαδικασίες που ωριμάζουν στο χρόνο. Ή είσαι «φίλος» ή δεν είσαι. Ή κάνεις like ή δεν κάνεις. Εγκρίνεις ή απορρίπτεις και μάλιστα στιγμιαία. Αυτή η απαίτηση για παρόντα χρόνο, για άμεσες, καθαρές απαντήσεις και διαρκή τροφοδότηση δημιουργεί ακόμα μία νέα συνθήκη. Την απουσία της δυνατότητας απουσίας.  Το να μη συμμετέχεις σε αυτήν τη διαδικασία, να μην είσαι δηλαδή παραγωγικός στο περιβάλλον των κοινωνικών δικτύων, ισούται με σιωπή, με απουσία, ακόμα και με ανυπαρξία. Τέλος, για την εθελοντική επιτήρηση και παραχώρηση προς καταγραφή των προσωπικών δεδομένων, έχει γίνει ευρύτερα πολύς λόγος και συνεχίζει να γίνεται, οπότε ας μην επεκταθούμε εδώ.

Εάν ήθελε κανείς να κάνει μια στοιχειώδη σύγκριση ανάμεσα στα παραπάνω και στο πώς γίνονταν οι φιλίες και γενικότερα οι κοινωνικές σχέσεις στο προηγούμενο παράδειγμα, θα έπρεπε να γράψει πολλές σελίδες. Επειδή δεν είναι επί του παρόντος, θα αναφέρουμε μόνο ότι, η διαφωνία, ο τσακωμός, η σιωπή, η απώλεια και το κόστος αυτής, οι συναισθηματικές αποχρώσεις, η σημασία του χρόνου στην εξέλιξη μιας σχέσης, είναι έννοιες που μένουν έξω από τη μηχανή και δίνουν τροφή για σκέψη προς αυτήν την κατεύθυνση.

Επίλογος

Μπορούμε να δούμε κάποιο κοινό μεταξύ του GPS, του facebook και της οργάνωσης μιας βιβλιοθήκης; Υποστηρίζουμε πως το κοινό τους είναι ότι ο αλγόριθμος αντιμετωπίζει και τα τρία αυτά παραδείγματα, όπως ακριβώς και τα τραπουλόχαρτα που είδαμε στην αρχή, δηλαδή συγκρίνοντας μεταξύ δύο και ταξινομώντας. Όταν λοιπόν αυτή η διαδικασία του αλγόριθμου, δεν εξαντλείται σε τεχνικά ή επιστημονικά ζητήματα κι ενδιαφέροντα, αλλά επεκτείνεται σε ευρύτερες κοινωνικές διεργασίες και διαδικασίες, υπάρχουν αρκετά που μπορούν να μπουν προς συζήτηση.

Θεωρούμε ότι το δόγμα που υποστηρίζει πως «σκεφτόμαστε όπως οι αλγόριθμοι και οι υπολογιστές» είναι αγνή ιδεολογία κι ότι ένα από τα βασικά κριτήρια στο οποίο στηρίζονται οι υπέρμαχοί του, είναι η αποτελεσματικότητα. Το ότι ο αλγόριθμος «λειτουργεί» δηλαδή[ref]

Σαν game over έχουμε επιμείνει στο παρελθόν, πως η «εξέλιξη» (με ό,τι μπορεί να εννοεί κανείς με τον όρο αυτό) για την επιστημονική και την ακαδημαϊκή κοινότητα, εξαρτάται και έχει να κάνει με το τι φέρνει αποτέλεσμα. Αυτό δηλαδή που συναντήσαμε πριν, όσον αφορά στην οργάνωση της παραγωγής και στην μηχανοργάνωση των κρατικών δομών, ισχύει και στην επιστήμη. Το αν κάτι μπορεί να φέρει αποτέλεσμα (όπως η σκέψη του Turing για τον αλγόριθμο) κρίνει το τι είναι χρήσιμο και τι όχι. Και σαν συνέπεια, το τι αξίζει να ακολουθηθεί σαν επιστημονική αλήθεια, άρα και τι αποδεικνύεται (με εισαγωγικά ή χωρίς) ή τι απορρίπτεται δεν ερευνάται καθόλου, καθώς και τι διαψεύδεται. Δεν θεωρούμε πως υπάρχει μία καθαρή επιστημονική αλήθεια, αντίθετα απ’ ότι προωθούν με σιγουριά οι επιστήμονες, αλλά ανάγκες, όπως αυτές του στρατού και των διακρατικών ανταγωνισμών που περιγράψαμε πριν, που καθορίζουν αυτές τις κατευθύνσεις.

[/ref]. Γνώμη μας είναι, πως αυτοί που έχουν τη δυνατότητα να προωθούν και να χρησιμοποιούν την αποτελεσματικότητα σαν κεντρικό επιχείρημα, είναι οι ίδιοι που θέλουν να ορίζουν ποιο είναι, και πώς είναι το πρόβλημα, καθώς και το γιατί κάτι αποτελεί πρόβλημα εξ αρχής. Για να το πούμε πιο απλά, προβληματοποιούν την επιθυμία/ανάγκη του να πας από ένα μέρος σε ένα άλλο, ή του να κάνεις φίλους κι έρχονται έπειτα (μέσω των αλγορίθμων πλέον) και το επιλύουν, διακηρύττοντας και επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την καθολικότητα και την κυριαρχία τους.

Θεωρούμε, καθόλου αβάσιμα, πως αυτό έχει βαθιά κοινωνικές συνέπειες. Όσο ο αλγόριθμος εξαπλώνεται στο κοινωνικό πεδίο, τόσο μπορεί να συναντάμε αρκετά παραδείγματα ορισμών για σχέσεις και νοήματα (όπως για παράδειγμα η λέξη «φίλος») που μπορεί να τα γνωρίζουμε με το ίδιο όνομα, αλλά στην πραγματικότητα έχουν αποκτήσει τελείως διαφορετικά νοήματα από αυτά που είχαν πριν μεσολαβηθούν από τη μηχανή. Αυτό συμβαίνει σταδιακά, όσο ο χρήστης εκπαιδεύεται στο να σκέφτεται και να δρα με βάση την ακολουθία της μηχανής, μιας μηχανής που εξισώνει τα πάντα σε πληροφορίες, σε δεδομένα, απογυμνώνοντάς τα από τη μέχρι τότε υλικότητα, τα περιεχόμενα αλλά και τα συμφραζόμενά τους. Γίνεται έτσι εύκολο να διαχειρίζεται αυτά τα δεδομένα, των οποίων δεν είναι απαραίτητο να καταλαβαίνει ούτε το νόημα αλλά ούτε και την αξία ή το σκοπό χρήσης. Η ίδια η σκέψη αυτοματοποιείται για να μπορέσει να χωρέσει στην κωδικοποίηση του αλγόριθμου, για να μπορέσει να αλληλεπιδράσει, να ταξινομηθεί. Το αόριστο, το άγνωστο και το λάθος δε χωράνε σε αυτήν την κωδικοποίηση κι έτσι μένουν απ’ έξω, μαζί με την αμφιβολία και την επιθυμία[ref]

Θα πείτε τώρα, γιατί την αναφέρουν την επιθυμία; Την αναφέρουμε επειδή μπορεί κανείς, με βάση τα όσα είπαμε προηγουμένως, εύκολα να πει ότι «μα είναι ξεκάθαρο, ο υπολογιστής σκέφτεται, αφού κάνει αυτό κι αυτό, επιτυχημένα μάλιστα», αλλά δεν γνωρίζουμε κάποιον που, από όπου και να πιαστεί, να μπορέσει να πει ότι ο υπολογιστής-αλγόριθμος επιθυμεί. Είναι δηλαδή κάτι το καθαρά ανθρώπινο. Ακόμα.

[/ref]. Παράλληλα με όλα αυτά, αποβάλλεται και χάνεται η όποια κοινωνική εμπειρία τα συνόδευε, όπως η κοινωνική εμπειρία που περιείχε το να κάνεις φίλους, ή να μπορείς να κυκλοφορήσεις μέσα σε μια πόλη (πόσο μάλλον μέσα σ’ ένα δάσος). Μπορεί αυτά να φαντάζουν μακρινά, λίγο επιστημονικής φαντασίας ή ακόμη και τεχνοφοβικά. Αυτές οι συνέπειες πιθανόν να μην είναι εντελώς ξεκάθαρες σε όλους και όλες κι αυτό ίσως να οφείλεται, όχι μόνο σε εθελοτυφλία, αλλά και στο ότι το νέο αυτό παράδειγμα δεν έχει εδραιωθεί ολοκληρωτικά ακόμα. Θεωρούμε βέβαια πως είναι σε πολύ «καλό δρόμο» προς αυτήν την κατεύθυνση.

Η κριτική αυτή πάνω στις σύγχρονες μηχανές δεν είναι ακαδημαϊκή. Έχει σκοπό να μπορέσει να ανοίξει περάσματα και να συναντήσει κι άλλες αμφιβολίες. Αμφιβολίες, αοριστίες κι επιθυμίες που θεωρούν πως η από τα κάτω κριτική στις μηχανές και τους κυρίους τους (τα αφεντικά, μην το ξεχνάμε αυτό) είναι από εκείνα που μπορούμε να κάνουμε για να κερδίσουμε πίσω ελάχιστα από όσα έχουν κλαπεί, κλέβονται και αφήνουμε να κλέβονται καθημερινά, όσο σταματάμε να αμφιβάλουμε, να απορούμε και να επιθυμούμε. Και σε παρένθεση εδώ το …συλλογικά.

]]>
Επιστήμη και Μεταφυσική: όταν η τεχνολογία ανασταίνει την θεολογία https://gameover.zp/2014/07/07/%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83%cf%84%ce%ae%ce%bc%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bc%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%86%cf%85%cf%83%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%8c%cf%84%ce%b1%ce%bd-%ce%b7-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%bf%ce%bb/ Mon, 07 Jul 2014 08:17:41 +0000 http://gameoversite.gr/?p=75

metafysiki.cdr

Εισαγωγικά

Τα βιολογικά μας σώματα, στην έκδοση 1.0 που βρίσκονται τώρα (…) είναι γεμάτα ευπάθειες και εμφανίζουν ένα σωρό αστοχίες, για να μην αναφερθούμε στα κουραστικά τελετουργικά συντήρησης που απαιτούν (…) μεγάλο κομμάτι της ανθρώπινης σκέψης είναι δευτερογενές, επουσιώδες και περιορισμένης εμβέλειας. (…) Η Μοναδικότητα[ref]

Αναφορά στο λεγόμενο Technological Singularity, την υποτιθέμενη εκείνη μελλοντική χρονική στιγμή κατά την οποία η τεχνητή νοημοσύνη θα υπερβεί την ανθρώπινη, δημιουργώντας έτσι μια ασυνέχεια στην ανθρώπινη ιστορία καθώς κι ένα σημείο υπέρβασης προς νέες μορφές ζωής.

[/ref] θα σηματοδοτήσει την αποκορύφωση της διαδικασίας σύμφυσης της βιολογικής μας σκέψης και ύπαρξης με την τεχνολογία μας. (…) Η Μοναδικότητα θα μας επιτρέψει να υπερβούμε αυτούς τους περιορισμούς των βιολογικών μας σωμάτων κι εγκεφάλων. (…) Αυτή η Μοναδικότητα θα μας οδηγήσει σε ένα υπερβατικό επίπεδο πραγματικότητας (…) και θα εμποτίσει το σύμπαν με Πνευματικότητα.
Ray Kurzweil, Επικεφαλής μηχανικός της Google

Η κουρδιστή Αφροδίτη, 18ος αιώνας
Metropolis (Fritz Lang), αρχές 20ου αιώνα
Biomechanic figure (H. R. Giger), τέλη 20ου αιώνα

Η θεολογία του ψηφιακού

Η πόλη της Σιών, η (Αγία) Τριάδα, το προπατορικό αμάρτημα που εισάγει το κακό στον κόσμο, το κακό που διαδίδεται σαν ιός και εισβάλλει μέχρι τα μύχια της ανθρώπινης ύπαρξης, ο εκλεκτός που θα προσφέρει τη σωτηρία, οι προφητείες που εξαγγέλλουν την έλευσή του. Πριν το 1999, το παραπάνω θεματικό σύμπλεγμα θα παρέπεμπε κάποιον αυτόματα στην Αγία Γραφή και δύσκολα θα συγκινούσε ακόμα και βαριεστημένους φοιτητές θεολογίας. Όχι πλέον όμως. Εκείνη τη χρονιά, μια ταινία θα επανεισαγάγει όλη αυτή την προβληματική, όχι μόνο σε θεματικό επίπεδο, αλλά ακόμα και σε λεξιλογικό. Zion, Trinity, The Chosen One (Neo), The Oracle… Αναφερόμαστε φυσικά στην ταινία The Matrix. Μια δεκαπενταετία περίπου αργότερα, μια άλλη ταινία (Her), πολύ πιο χαμηλών τόνων και χωρίς τόσο εμφανή μεσσιανικά στοιχεία αυτή τη φορά, θα πιάσει το νήμα των σχέσεων μεταξύ (ψηφιακής) μηχανής κι ανθρώπου. Παρά την (όχι μόνο χρονική) απόσταση που χωρίζει αυτά τα δύο προϊόντα της μαζικής κουλτούρας, στο κέντρο τους βρίσκεται ένας κοινός πυρήνας. Η μηχανή (το λογισμικό της, για την ακρίβεια) φτάνει σ’ ένα τέτοιο σημείο αυτοσυνειδησίας ώστε να αυτονομηθεί από τον δημιουργό της και να δημιουργήσει ένα ψηφιακό υπερπέραν[ref]

Αξίζει να σημειωθεί εδώ η διαφορά ανάμεσα στο αμερικανικό και θεολογικά προσανατολισμένο The Matrix και στο ιαπωνικό και σαφώς πιο υπαρξιακό Ghost in the Shell, τον πνευματικό πρόγονο του πρώτου. Δεν πρέπει να είναι τυχαία αυτή η διαφορά.

[/ref]

Δεν πρόκειται για μεμονωμένα περιστατικά ούτε απλώς για μια συμπτωματική θεματική κοινότητα. Η απαρχή του νήματος που συνδέει αυτά τα δύο έργα θα μπορούσε να εντοπιστεί τουλάχιστον στη δεκαετία του 70. Από τότε κι έπειτα, όταν η ιδέα των προσωπικών υπολογιστών αρχίζει να γίνεται όχι μόνο μια εφικτή πιθανότητα αλλά κι αίτημα, στη λογική του «computing power to the people», η ρητορική που περιβάλλει την ψηφιακή τεχνολογία ενσωματώνει όλο και περισσότερο μεταφυσικά ή και θεολογικά μοτίβα. Θα μπορούσε κανείς να απορρίψει τα δύο παραπάνω παραδείγματα ως μυθολογικές φαντασιοκοπίες αφελών δημιουργών, άσχετων ως προς τις πραγματικές εξελίξεις της τεχνοεπιστήμης. Ωστόσο μια τέτοια συγκαταβατικά απορριπτική στάση γίνεται όλο και πιο δύσκολα υποστηρίξιμη όταν εξεταστούν οι τρόποι με τους οποίους οι ίδιοι οι μηχανικοί και οι επιστήμονες κατανοούν τη δραστηριότητά τους και αυτοπαρουσιάζονται, επιστρατεύοντας σχήματα λόγου που λίγο απέχουν από το να χαρακτηριστούν «μαγικο-θρησκευτικά». Και κάπου ανάμεσα σε αυτούς τους δύο πυλώνες της βιομηχανίας, αυτόν του θεάματος κι αυτόν των τεχνολογικών προϊόντων, βρίσκεται το αδαές κοινό κι ο περιδεής, «απλός» χρήστης, με ό,τι φαντασιακές επενδύσεις μπορεί να κάνει πάνω στις συσκευές που κρατάει στα χέρια του.

Διευκρινιστικά περί μεταφυσικής

Μέσα στους κύκλους των θετικιστών στοχαστών των αρχών του 20ου αιώνα, η πίστη ότι η πρόοδος της επιστήμης θα συνεπιφέρει αυτόματα, έστω και σταδιακά, τον πλήρη μαρασμό της μεταφυσικής, αποτελούσε κάτι σαν αυταπόδεικτη αλήθεια. Ακόμα και πιο υποψιασμένοι στοχαστές, όπως ο Weber, είχαν προεξοφλήσει την προέλαση και οριστική επικράτηση της ορθολογικότητας μέσα στις σύγχρονες κοινωνίες. Ωστόσο ο δυτικός κόσμος, λίγο μετά τον πόλεμο, ανακάλυψε εκ νέου διάφορα είδη θρησκευτικότητας και πνευματικότητας που έχουν επιδείξει αξιοθαύμαστη αντοχή μέχρι σήμερα. Αυτό που είναι πραγματικά νέο, τουλάχιστον αν μιλάει κανείς έχοντας υπόψιν του έναν κάπως βραχύ ιστορικό ορίζοντα, είναι ότι τα φαινόμενα της νεόκοπης αυτής θρησκευτικότητας, από ένα σημείο κι έπειτα, άρχισαν να βρίσκουν προνομιακό πεδίο άρθρωσης μέσα σε ένα ιδιαζόντως τεχνολογικό (είτε τεχνοφιλικό είτε τεχνοφοβικό) ιδίωμα. Σε ένα θετικιστικά προσανατολισμένο μυαλό, η αναβίωση μεταφυσικών προτύπων σκέψης μέσα σε ένα τεχνολογικό συμφραζόμενο φαντάζει σίγουρα ως τερατούργημα κι εξάμβλωμα ή στην καλύτερη περίπτωση ως ένα απομεινάρι παλαιότερων εποχών. Σε αυτή την εισήγηση θα επιχειρήσουμε μια πιο κριτική επαναξιολόγηση των σχέσεων μεταξύ μεταφυσικής και τεχνολογίας.

Τόσο η μεταφυσική όσο και οι πολεμικές εναντίον της έχουν μια πλούσια ιστορία μέσα στη δυτική σκέψη. Φυσικά, δεν είναι μέσα στους σκοπούς και τις δυνατότητες της παρούσας εισήγησης μια συνολική επισκόπηση του συγκεκριμένου τομέα. Προς αποφυγή παρεξηγήσεων όμως, μερικές διευκρινίσεις κρίνονται απαραίτητες εδώ. Είναι μάλλον γνωστό ότι μέσα στην ιστορία των ιδεών η έννοια της μεταφυσικής έχει γνωρίσει διάφορες παραλλαγές και μετατοπίσεις, με πιο σημαντική να θεωρείται αυτή που αποκόλλησε τη μεταφυσική από το πρόβλημα της οντολογίας και το εστίασε σε αυτό της γνωσιοθεωρίας. Με πιο απλά λόγια, αν στον Μεσαίωνα και σε ένα βαθμό ακόμα και στην πρώιμη νεωτερικότητα, το ζητούμενο της μεταφυσικής ήταν η γνώση της ουσίας του Θεού και των κατηγορημάτων του, η μεταγενέστερη μεταφυσική, πατέρας της οποίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ο Kant, αν όχι ο ίδιος ο Locke, είχε ως σκοπό της να ανακαλύψει τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες ένα ανθρώπινο υποκείμενο μπορεί να προσποριστεί μια έγκυρη γνώση του κόσμου. Υπό αυτή την έννοια, ακόμα και η επιστημολογία ή εν γένει η οποιαδήποτε θεωρητική απόφανση θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί ως μεταφυσική. Από την άλλη, το λεγόμενο θρησκευτικό φαινόμενο διαθέτει ένα τεράστιο ανθρωπολογικό εύρος που μια ανάγνωσή του θα μπορούσε να το εντάξει ως υποπερίπτωση της μεταφυσικής ενώ μια άλλη να το διαβάσει ακόμα και ως υπέρβασή της.

Για να αποφύγουμε «άσκοπες» περιπλανήσεις μέσα στον λαβύρινθο της μεταφυσικής, εδώ θα επιμείνουμε σε έναν ορισμό της που ταιριάζει περισσότερο στα φαινόμενα που αναφέραμε παραπάνω και που θα περιγράψουμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια (ένας ορισμός που εξάλλου δεν απέχει πολύ από μεγάλο μέρος της δυτικής μεταφυσικής σκέψης). Στο βαθμό που αυτό είναι δυνατό, θα αποφύγουμε να μιλήσουμε τόσο για τη μεταφυσική ως εν γένει γνωσιοθεωρία όσο και για εκείνες τις εκδηλώσεις του θρησκευτικού που παραπέμπουν σε μη δυτικές παραδόσεις. Επίσης, η χρήση των όρων μεταφυσική και θρησκεία θα γίνεται κάπως ελεύθερα, χωρίς ιδιαίτερους διαχωρισμούς ανάμεσά τους, παρότι αυτοί υφίστανται κι έχουν τη σημασία τους σε μια ευρύτερη προοπτική. Έχοντας υπόψιν μας αυτούς τους περιορισμούς, θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε κάποια πολύ βασικά χαρακτηριστικά της μεταφυσικής. Ένα από αυτά και πιθανώς το κεντρικότερο είναι φυσικά η διάκριση της πραγματικότητας σε δύο επίπεδα, ένα της άμεσης εμπειρίας καθώς κι ένα υπερβατικό. Η διάκριση αυτή ωστόσο δεν έχει μόνο οντολογικό χαρακτήρα. Το ένα από τα δύο επίπεδα, το υπερβατικό, πέρα από την οντολογική απόσταση που το χωρίζει από το εμπειρικό, φορτίζεται ταυτόχρονα και με μια δεοντολογική υπεροχή, σε βαθμό που συχνότατα να θεωρείται και ως πιο «πραγματικό» από την άμεση πραγματικότητα. Τέλος, η συγκεκριμένη νομο–κανονιστική διάσταση του υπερβατικού αποκρυσταλλώνεται σε μια παγιωμένη δομή κι επιστρέφει πίσω στο εμπειρικό ως ο κανόνας εκείνος που θα ρυθμίσει τη συμπεριφορά αυτού του τελευταίου. Μιλώντας πολύ σχηματικά, ένας υπερβολικά συμπυκνωμένος ορισμός της μεταφυσικής θα ήταν αυτός ενός κλειστού, νομο-κανονιστικού και δυϊστικού σχήματος σκέψης.

Τεχνοεπιστήμη και μεταφυσική: Μια σχέση μίσους και… αγάπης

Φανερά χάσματα και κρυφές γέφυρες

Σύμφωνα με μία απλοϊκή αντίληψη, οι σχέσεις μεταξύ τεχνοεπιστήμης και μεταφυσικής διακρίνονται από μια ασυμφιλίωτη αντιπαράθεση καθώς και από μία αγεφύρωτη διαφορά τόσο περιεχομένου όσο και δομής. Με βάση αυτό το σχήμα σκέψης, αν η επιστήμη κατάφερε να επικρατήσει και να διαλύσει τα σκοτάδια της μεσαιωνικής θεολογίας, ο λόγος έγκειται στο ότι μπόρεσε σταδιακά να εκδιπλώσει την εσωτερική δυναμική της, αποδεικνύοντας έτσι στο εμπειρικό και πρακτικό επίπεδό την ανωτερότητά της σε σχέση με τον μεγάλο της αντίπαλο. Αναμφίβολα, η ανάπτυξη της μαθηματικής-μηχανιστικής φυσικής, όπως αυτή εγκαινιάστηκε τον 17ο αιώνα, αποτέλεσε έναν από τους κεντρικότερους παράγοντες που συνέβαλλαν στην πτώση του παραδοσιακού, θεολογικού κοσμοειδώλου. Μόνο που αυτή η αλήθεια, στο βαθμό που υπονοεί ένα αγεφύρωτο χάσμα μεταξύ επιστήμης και μεταφυσικής, παραμένει μισή αλήθεια. Και ως μισή αλήθεια, μετατρέπεται σε ένα πολύ αποτελεσματικό και καθόλου λειψό ιδεολογικό ψεύδος.

Όπως είναι γνωστό, η πρώτη βιομηχανική επανάσταση έλαβε χώρα από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι τις αρχές του 19ου, ακολουθούμενη από μία δεύτερη μερικές δεκαετίες αργότερα. Για πολλούς αιώνες πριν από αυτήν την εξέλιξη, η μεγάλη πλειοψηφία των ευρωπαϊκών πληθυσμών είχε από μικρή έως μηδαμινή επαφή με ό,τι σήμερα θα ονομάζαμε μηχανές και τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν στις εργασίες τους ελάχιστα διέφεραν από αυτά που είχε στη διάθεσή του ένας μεσαιωνικός αγρότης. Για την ακρίβεια, η (βίαιη) μετάβαση αυτών των κατά βάση αγροτικών πληθυσμών σε έναν τεχνολογικοποιημένο και βιομηχανικό κόσμο δεν συντελέστηκε πλήρως παρά μόνο με την εφαρμογή στα εργοστάσια μεθόδων μαζικής παραγωγής στις αρχές του 20ου αιώνα (μάλιστα, σε ορισμένες λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες, όπως η Ελλάδα, αυτή η αλλαγή συνέβη ακόμα αργότερα, κατά τα μέσα του αιώνα). Όχι τυχαία, η ελληνογενής λέξη «τεχνολογία» (technology) και η λατινογενής «επιστήμονας» (scientist), εισήχθησαν στις ευρωπαϊκές γλώσσες, με την έννοια που τους αποδίδουμε σήμερα, τον 19ο αιώνα.

Αν λοιπόν η τεχνοεπιστήμη κατάφερε να επιβληθεί λόγω της γνωσιοθεωρητικής ανωτερότητάς της, όπως αυτή αποδεικνύεται από την υπεροχή της και την αποτελεσματικότητά της στο εμπειρικό και πρακτικό επίπεδο, τότε το ερώτημα που γεννιέται είναι το εξής. Πώς κατέστη δυνατό αυτό το σύμπλεγμα θεωριών και μεθόδων που σηματοδοτείται με τον όρο τεχνοεπιστήμη να φτάσει στο τελικό της επί της ουσίας στάδιο ωριμότητας, ακριβώς τη στιγμή που εκκινούσε η εποποιία της και η ευρύτερη διάχυσή της στο κοινωνικό επίπεδο; Δεν είναι δυνατό να δώσουμε εδώ μια συνολική και διεξοδική απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Ένα μέρος αυτής της απάντησης όμως άπτεται του θέματος που πραγματευόμαστε σε αυτή την εισήγηση. Αν κατάφερε να επιβληθεί το νέο επιστημονικό κοσμοείδωλο, αυτό έγινε με τη βοήθεια της μεταφυσικής, σε διάφορες παραλλαγές και μεταμφιέσεις της και σε πολλαπλά επίπεδα.

Το μηχανοκρατικό φαντασιακό του 17ου αιώνα

Πολύ πριν τα τεχνολογικά επιτεύγματα της βιομηχανικής κοινωνίας βρούνε τη θέση τους στην καθημερινότητα των δυτικών κοινωνιών, είχε προηγηθεί μία μακρά διαδικασία κατασκευής ενός μηχανοκρατικού κοινωνικού φαντασιακού που δεν θα ήταν εξαιρετικά άστοχο αν του αποδιδόταν ο όρος προσηλυτισμός. Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, ο 17ος αιώνας είχε να επιδείξει έναν πολύ πενιχρό βαθμό τεχνολογικής προόδου, κάτι που διόλου δεν εμπόδισε τη συστηματική εμφάνιση «λογοτεχνικών» έργων που προέβαλλαν στο μέλλον την εικόνα μιας τεχνολογικής ουτοπίας.

Για τα μυστήρια και τις τελετές μας διαθέτουμε δύο πολύ μακριές και πλήρεις εκθέσεις. Στη μία από αυτή τοποθετούμε προσχέδια και δείγματα από όλα τα είδη των πιο σπάνιων κι εξαιρετικών εφευρέσεών μας και στην άλλη τοποθετούμε τα αγάλματα των κυριότερων Εφευρετών μας. Εκεί πέρα έχουμε το άγαλμα του Κολόμβου, που ανακάλυψε τις Δυτικές Ινδίες, επίσης τον εφευρέτη του πλοίου, τον μοναχό που υπήρξε ο εφευρέτης των πυρομαχικών και της πυρίτιδας,(…) Γιατί για κάθε εφεύρεση που έχει αξία, ανεγείρουμε ένα άγαλμα προς τιμή του εφευρέτη και του παρέχουμε μια πλούσια και τιμητική ανταμοιβή. (…) Έχουμε ορισμένες καθημερινές λειτουργίες και ύμνους προς τον Κύριο μας με τις οποίες του αποδίδουμε ευχαριστίες για τα θαυμαστά του έργα.

Το παραπάνω απόσπασμα δεν προέρχεται από κάποιον θρησκόληπτο αδαή περί των επιστημονικών εξελίξεων, αλλά αποτελεί την κατακλείδα του ανολοκλήρωτου έργου «Η Νέα Ατλαντίδα»[ref]

Η παλιά Ατλαντίδα παραπέμπει φυσικά στον Τίμαιο και στην Πολιτεία του Πλάτωνα, σύνδεση που έχει τη σημασία της, αν λάβει κανείς υπόψιν του ότι το πλατωνικό έργο αποτέλεσε το θεμέλιο της δυτικής μεταφυσικής, με τις ισχυρές νομο-κανονιστικές συνδηλώσεις της.

[/ref]. Συγγραφέας του υπήρξε ο θεωρούμενος και ως πατέρας της επιστημονικής μεθόδου, Francis Bacon. Ημερομηνία έκδοσης: 1627. Τέσσερα χρόνια νωρίτερα, ο Ιταλός φιλόσοφος και θεολόγος Tommaso Campanella θα χρησιμοποιήσει κι αυτός την Ατλαντίδα του Πλάτωνα ως έμπνευση για να περιγράψει τη δική του εκδοχή της Ουτοπίας, δημοσιεύοντας το «Η Πόλη του Ήλιου» (Civitas Solis). Σε αυτή την ουτοπική πόλη, η ευσέβεια των κατοίκων της όχι απλά δεν τους αποτρέπει από το να ασχολούνται με την επιστήμη, αλλά αντιθέτως επιστήμη και θρησκεία συμφύονται για να σχηματίσουν ένα είδος φυσικής θρησκείας. Στους τοίχους της πόλης απεικονίζονται οι προφήτες διαφόρων θρησκειών, μαζί με μια σειρά από ευφάνταστες (αλλά ανύπαρκτες τότε) μηχανικές εφευρέσεις. Λίγα χρόνια νωρίτερα, ένας άλλος θεολόγος, ο Γερμανός Valentinus Andreae, θα πατήσει πάνω στο ίδιο θέμα της «από μηχανής λύτρωσης» στην περιγραφή της δικής του ιδεώδους πολιτείας (Reipublicae Christianopolitanae descriptio). Σε μια εποχή όπου η Εκκλησία παρέμενε ακόμα αρκετά ισχυρή, φαίνεται πως το νεοαναδυόμενο επιστημονικό κοσμοείδωλο δεν μπορούσε παρά να δανειστεί τη νομιμοποιητική σκευή της θρησκείας για να παρουσιαστεί όχι απλώς ως αντίμαχος αυτής της τελευταίας αλλά ακόμα και ως θετικός καταλύτης ευσέβειας. Εξίσου σημαντικό όμως είναι και το εξής. Ένα σημαντικό τμήμα των τότε πρωτοπόρων και υπερμάχων της επιστήμης δεν βίωναν καμμία εσωτερική αντίφαση ανάμεσα στη θρησκευτική τους πίστη και στα πορίσματα των επιστημών.

Ο συγγραφέας. Ένα από τα πιο διάσημα αυτόματα του Ελβετού ωρολογοποιού, Pierre Jaquet–Droz. Ημερομηνία κατασκευής: δεκαετία του 1770.
Το μηχανικό θέατρο στο παλάτι Hellbrunn της Αυστρίας. Ημερομηνία κατασκευής: 1748–1752.

Πέρα από αυτά τα ουτοπικά έργα όμως και σ’ ένα πιο προσγειωμένο επίπεδο, μία διαφορετική αλλά παράλληλη σειρά βιβλίων έκανε την ίδια εποχή την εμφάνισή της. Με τίτλους όπως Mathematical Magick (John Wilkins, 1648), Technica curiosa (Caspar Schott, 1664), Magisterium naturae et artis (Francesco Lana–Terzi, 1684), Theatrum machinarum generale (Jakob Leupold, 1724), τα βιβλία αυτά αναλάμβαναν να καταδείξουν, υπο τη μορφή σχεδίων, τις δυνατότητες (όχι ικανότητες) των μηχανικών κατασκευών, με τη συζήτηση περί της δυνατότητας κατασκευής μιας μηχανής αέναης κίνησης να κατέχει κεντρική θέση. Το 1775, η Ακαδημία Επιστημών του Παρισιού αποφάσισε να σταματήσει να δέχεται προτάσεις για τέτοιου είδους μηχανές αέναης κίνησης και σήμερα οι τότε διαμάχες γύρω από τη δυνατότητα ύπαρξης τους μπορεί να φαίνεται απλά ως ένα νόστιμο ανέκδοτο από την ανώριμη φάση της επιστημονικής εξέλιξης. Ωστόσο είναι ενδεικτικές ενός διάχυτου τότε – κυρίως στους κύκλους των ανώτερων τάξεων – κλίματος ελπίδας που έβλεπε στα θαύματα της μηχανικής το μέσο προς μια νέα, ουτοπική κοινωνία αρετής, αν όχι κι αθανασίας. Για την πολιτική θεολογία της εποχής, οι επιδείξεις των λεγόμενων μηχανικών θεάτρων, δηλαδή εκείνων των κατασκευών με πολλαπλές ανθρώπινες και ζωικές φιγούρες που είχαν τη δυνατότητα να κινούνται αυτόματα, αποτελούσαν «αποδείξεις» τόσο της θείας δύναμης του Κυρίου όσο και της επίγειας των ηγεμόνων. Όπως ο Θεός, ως ένας σοφός ωρολογοποιός, είχε στήσει τον κόσμο στη βάση των αρχών της μηχανικής, έτσι και οι επίγειοι άρχοντες μπορούσαν να τον μιμηθούν στα ηγεμονικά τους καθήκοντα επί των ανθρώπινων κοινωνιών. Από αυτό το σημείο μέχρι την αντίληψη ότι και τα ανθρώπινα πλάσματα συνιστούν επί της ουσίας πολύπλοκες μηχανές, το βήμα ήταν μικρό. Μια αντίληψη που έτεμνε εγκάρσια την φιλοσοφική γραμματεία της εποχής και που την ασπάζονταν τόσο κλασσικοί ορθολογιστές, σαν τον Καρτέσιο, όσο και αμετανόητοι υλιστές, όπως ο Hobbes και ο La Mettrie.

Θα μπορούσε κανείς να αποδώσει την τότε σύμπλευση τεχνοεπιστήμης και θρησκείας σε ένα είδος πανουργίας του επιστημονικού πνεύματος. Ναι μεν μπορεί η επιστήμη να ανέβηκε πρόσκαιρα στο όχημα της μεταφυσικής ώστε να καταφέρει να επιβιώσει, όμως το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει τον πυρήνα της ο οποίος μπορεί να παραμένει ανεπηρέαστος και καθαρός[ref]

Επιχείρημα που φυσικά θυμίζει την επιστημολογική διάκριση ανάμεσα σε «πλαίσιο ανακάλυψης» και «πλαίσιο δικαιολόγησης».

[/ref]. Πρόκειται για ένα επιχείρημα που έχει μία βάση, μόνο που σε αυτή την περίπτωση αποτελεί κάτι λιγότερο από μισή αλήθεια. Η μάχη μεταξύ του κοσμοειδώλου της παραδοσιακής μεταφυσικής και αυτού της μαθηματικής φυσικής αποτελούσε ακριβώς αυτό. Μία μάχη μεταξύ δύο κοσμοειδώλων των οποίων οι προκείμενες ήταν εξίσου υπερεμπειρικές και μη αποδείξιμες. Η κατάρρευση της αριστοτελικής οντολογικής ιεραρχίας του κόσμου, του συμβολικού χώρου και του κυκλικού χρόνου του Μεσαίωνα και η αντικατάστασή τους από μια νομοτελειακή Φύση εντός ενός ομοιογενούς, διαιρέσιμου και ποσοτικοποιήσιμου χωροχρόνου συνιστούσε μια πραγματική επανάσταση που όχι απλώς δεν ήταν αυτονόητη αλλά σε πολλά της σημεία αντέβαινε προς τα άμεσα αισθητηριακά δεδομένα. Ένα παράδειγμα σε αυτό το σημείο είναι άκρως διδακτικό. Όταν ο Κοπέρνικος πρότεινε το ηλιοκεντρικό του σύστημα, λόγω της αδυναμίας του να το υποστηρίξει ως ανώτερο του γεωκεντρικού (το οποίο εξηγούσε αποτελεσματικά τις κινήσεις των πλανητών και είχε το πλεονέκτημα να ανταποκρίνεται καλύτερη στην διαίσθηση της άμεσης εμπειρίας) στη βάση «αυστηρών» επιστημονικών κριτηρίων, επιστράτευσε θεολογικού τύπου επιχειρήματα. Εφόσον ο Θεός συνιστά ένα απόλυτο και συνεχές αίτιο του κόσμου, στη θέλησή του πρέπει να ταιριάζουν καλύτερα οι απλές και αρμονικές κινήσεις, δηλαδή αυτές που προκύπτουν από την υπόθεση του ηλιοκεντρικού συστήματος. Φυσικά, το αν η Φύση, και μάλιστα στο σύνολό της, αποτελεί το πεδίο της τυχαιότητας και της δυσαρμονίας, σύμφωνα με την πλατωνική αντίληψη, ή αν συνιστά ένα εύτακτα δομημένο όλο, προσβάσιμο στη μαθηματική διάνοια, είναι μια πεποίθηση μάλλον… «μεταφυσικού» τύπου. Μια πληρέστερη εξήγηση περί των αιτιών της επικράτησης του νέου επιστημονικού κοσμοειδώλου θα έπρεπε να λάβει υπόψιν της κι ευρύτερους κοινωνιολογικούς και πολιτικούς παράγοντες, αλλά δεν μπορούμε να επεκταθούμε εδώ[ref]

Δεν μπορούμε όμως να αποφύγουμε τον πειρασμό για μια νύξη έστω. Μία προκλητική ερμηνεία πάνω σε αυτό το θέμα έχει δώσει ο Lewis Mumford. Ως πρωτοπόρους της νέας κοσμοαντίληψης θεωρεί τους Βενεδικτίνους μοναχούς, με την ανάγκη τους για τη μοναστηριακή ευταξία που γέννησε το σύγχρονο ρολόι και την αντίστοιχη έννοια περί μετρήσιμου χρόνου, τους πρώιμους χρηματιστές, για τους οποίους η ποσοτικοποίηση συνιστούσε όρο «επιβίωσης» και τους στρατιώτες, με την ακόρεστη ανάγκη για νέα μηχανήματα καταστροφής (όσοι θυμούνται τις ασκήσεις μηχανικής φυσικής του λυκείου, ας αναρωτηθούν από πού προέρχεται η τέτοια επιμονή για θέματα με τροχιές βλημάτων).

[/ref].

Εκκοσμικεύοντας κι εσωτερικεύοντας την μεταφυσική

Οι παραπάνω παρατηρήσεις σκοπό είχαν να αναδείξουν την περιπλοκότητα των σχέσεων της μεταφυσικής και της τεχνοεπιστήμης κατά την χρονική περίοδο ανάδυσης της τελευταίας, καθώς και το γεγονός ότι αυτή δεν έκανε την εμφάνιση της σε καθαρή μορφή, μέσα σε ένα πολιτικό και πολιτισμικό κενό, αλλά ότι αναδέχτηκε βασικά μοτίβα της μεταφυσικής. Θα κλείσουμε αυτή τη σύντομη ιστορική αναδρομή με κάποιες επιπλέον επισημάνσεις που θεωρούμε σημαντικές. Στη συνέχεια της πορείας της η τεχνοεπιστήμη κατάφερε να αποξύσει από πάνω της τα όποια υπολείμματα της παραδοσιακής, θεολογικά προσανατολισμένης μεταφυσικής, κάτι που όμως κατέστη δυνατό μόνο στο βαθμό που μπόρεσε να οικειοποιηθεί τη μεταφυσική σε μεταμφιεσμένη μορφή. Πρώτον, εκκοσμικεύοντάς την και, δεύτερον, εξανθρωπίζοντας κι εσωτερικεύοντάς την εντός του ανθρώπινου υποκειμένου. Ο Ορθός Λόγος του νεώτερου κοσμοειδώλου εκπαραθύρωσε τον Θεό για να εισαγάγει από την διπλανή είσοδο έννοιες όπως Φύση και Ιστορία οι οποίες επενδύθηκαν με ένα εξίσου υπερβατικό νόημα, εντός ενός σχήματος εξελικτικής και φυσικά προοδευτικής πορείας του ανθρώπινου γένους. Το γεγονός ότι η ιστορική πορεία εννοήθηκε υπό αυτούς τους όρους, που ενίοτε υπονοούσαν ένα είδος ιστορικού πεπρωμένου για τους λαούς, δεν ήταν φυσικά άσχετο με την ταυτόχρονη αποκρυστάλλωση των εθνών–κρατών. Αυτός ο εξωτερικός δυϊσμός συνοδεύτηκε όμως κι από έναν εσωτερικό. Το πρότυπο για το Εγώ του αστού πολίτη διαμορφώθηκε πάνω στη βάση ενός εσωτερικού χάσματος ανάμεσα σε ανώτερες πνευματικές (διάβαζε μαθηματικές) και νομο-κανονιστικές λειτουργίες και σε κατώτερες σωματικές. Είναι αυτός ο διανοητικά υπερτροφικός κι εσώτερος «Θεός» που καλείται τώρα να καθυποτάξει τόσο τη Φύση (να την ανακρίνει, για να χρησιμοποιήσουμε τα λόγια του Kant) όσο και την Ιστορία σε μια πορεία εξορθολογισμού-τελείωσης του ανθρώπου. Με όχημα τη μηχανή.

Ο νέος άμβωνας

Η μεταφυσική στη μαζική κουλτούρα

Σε σχέση με τον 17ο αιώνα, με τα σχετικά περιορισμένα μέσα διάχυσης του τότε μηχανοκρατικού φαντασιακού που διέθετε, η νεώτερη εποχή έχει ένα τεράστιο συγκριτικό πλεονέκτημα. Αυτό του θεάματος. Πάνω στα «ερείπια» των παλιών εκκλησιών ανεγέρθηκε ο «άυλος» άμβωνας της μαζικής κουλτούρας ως ένας προνομιακός χώρος έκφρασης κηρυγματικού λόγου σχετικά με τα επιτεύγματα της τεχνολογίας ή με τα δεινά που η εξέλιξή της μπορεί να επιφέρει. Αν κανείς πρέπει να αναζητήσει ένα ειδικότερο πεδίο το οποίο εξέφρασε με τον πιο εμφατικό τρόπο τέτοιους προβληματισμούς, αυτό δεν είναι άλλο απ’ ό,τι έχει καθιερωθεί να αναφέρεται ως επιστημονική φαντασία. Ένας πιο ακριβής όρος ωστόσο θα ήταν αυτός της «τεχνολογικής φαντασίας», εφόσον η θεματική των εν λόγω έργων δεν καταπιάνεται τόσο με επιστημονικές θεωρίες σε ένα αφηρημένο επίπεδο όσο με τα «θαυμαστά» κατορθώματα της τεχνολογίας που ενίοτε μπορεί να αποδεικνύονται και κατάρες για την ανθρωπότητα. Σε κάθε περίπτωση, ο κοινός άξονας γύρω από τον οποίο δομούν την αφήγησή τους είναι αυτός ενός τεχνολογικού επιτεύγματος με σαρωτικές συνέπειες (είτε θετικές είτε αρνητικές) για το ανθρώπινο είδος, τέτοιες που να εγείρουν πλέον υπαρξιακά ή και μεταφυσικά ερωτήματα. Αφήνοντας για λίγο στην άκρη την σχέση της σύγχρονης επιστημονικής κοινότητας με την μεταφυσική, θα κατευθυνθούμε στο χώρο του θεάματος, για να εξετάσουμε πως η σχέση τεχνολογίας και μεταφυσικής παρουσιάζεται στο είδος της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου που καθιερώθηκε ως επιστημονική/τεχνολογική φαντασία.

Αναλογιζόμενοι διάφορα έργα επιστημονικής φαντασίας και την μεταφυσική προσέγγιση που κάνουν σε διάφορα θέματα της τεχνοεπιστήμης, μας προκύπτει σε πρώτη ανάγνωση μια αντίφαση: πώς σε μια εποχή όπως η δική μας, όπου η τεχνοεπιστήμη φαίνεται να κυριαρχεί απόλυτα, η ζήτηση και η παραγωγή τέτοιων έργων παραμένει τόσο μεγάλη? Η επιστήμη σαν κοσμοείδωλο μπόρεσε μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, σχεδόν ολοκληρωτικά να εκτοπίσει τον προκάτοχο της, την παραδοσιακή θεολογία. Καυχήθηκε και σε έναν βαθμό το πέτυχε, ότι μπορεί να δώσει τις δικές της απαντήσεις σε παραδοσιακά μεταφυσικά ερωτήματα. Παρ’ όλα αυτά και ενώ κανείς θα περίμενε ότι μέσα σε ένα περιβάλλον τόσο μεγάλης εξέλιξης σε επίπεδο κατανόησης του κόσμου, η μεταφυσική δεν θα είχε καμία θέση, αυτό που συμβαίνει τελικά είναι ακριβώς το αντίθετο. Και το τραγελαφικό είναι πως ο φορέας της σύγχρονής μεταφυσικής έτσι όπως εκφράζεται μέσα από τα έργα επιστημονικής φαντασίας, είναι τις περισσότερες φορές η ίδια η τεχνολογία, η οποία ταυτόχρονα αποτελεί για πολλούς το μέτρο εγκυρότητας της επιστημονικής θεωρίας: αφού η επιστήμη είναι αποτελεσματική μέσω της τεχνολογικής της έκφρασης, λογικά θα πρέπει να είναι και έγκυρη.

Οι απαρχές

Τι είναι όμως η επιστημονική φαντασία; Σε αντίθεση με τις μετέπειτα προθέσεις της επιστημονικής κοινότητας, η επιστημονική φαντασία σαν υποκατηγορία της μυθιστοριογραφίας του φανταστικού (και του κινηματογράφου κάπως αργότερα) δεν διστάζει να ασχολείται τόσο με θέματα καθαρά επιστημονικά όσο και με ερωτήματα τα οποία άπτονται της παραδοσιακής μεταφυσικής. Μέσω φαντασιακά επιμελημένων νοητικών πειραμάτων, άλλοτε περισσότερο τετριμμένων και άλλοτε το αντίθετο, μπορεί να ξεπερνά τα εμπειρικά δεδομένα, με τα οποία η επιστημονική κοινότητα ασχολείται και να προχωρά στην επεξεργασία θεμάτων τα οποία η επιστήμη μετά την καθιέρωση της αποφεύγει ως ανάξια σημασίας.

The man in the moon

Η επιστημονική φαντασία γεννήθηκε πριν εμφανιστούν οι όροι επιστήμη και τεχνολογία όχι βέβαια σαν μια αυτοτελή κατηγορία της λογοτεχνίας. Τα πρώτα έργα που εκ των υστέρων θα μπορούσαμε να τα κατατάξουμε σε αυτόν τον κλάδο τοποθετούνται πριν τα μέσα του 17ου αιώνα. Ήταν η «θρησκευτική φαντασία» ανθρώπων όπως Giordano Bruno (1548–1600) που οραματίστηκε για πρώτη φορά ένα άπειρο σύμπαν γεμάτο με κατοικήσιμους κόσμους, και ήταν οραματιστές όπως ο Athanasius Kircher και Emanuel Swedenborg, που ταξίδεψαν για πρώτη φορά στα όρια του ηλιακού συστήματος, και πέρα από αυτό. Ο John Wilkins, ήταν ο πρώτος που υποστήριξε ότι ο άνθρωπος ίσως θα μπορούσε να πάει στο φεγγάρι σε μια πτητική μηχανή και ήταν επίσκοπος. Το ίδιο και ο Francis Godwin, ο συγγραφέας του σατιρικού κοσμικού ταξιδιού The Man in the Moon (1638).

Πολλά από αυτά τα πρώιμα έργα επιστημονικής φαντασίας, αν τα παρακολουθήσουμε μέσα στην ιστορική συγκυρία όπου παρήχθησαν, θα μπορούσαμε να τα δούμε κατά έναν τρόπο έως και προσηλυτιστικά προς το αναδυόμενο κοσμοείδωλο της μαθηματικής φυσικής. Σαν ένα είδος προετοιμασίας των μαζών να δεχθούν τόσο τις αιρετικές επιστημονικές αντιλήψεις, όσο και τις μεγάλες αλλαγές που θα έβλεπαν σε πρακτικό επίπεδο κυρίως στο εργασιακό τους περιβάλλον, σταδιακά και σε επίπεδο καθημερινότητας. Παρ’ όλα αυτά η γέννηση της επιστημονικής φαντασίας σε μεγάλο βαθμό, όπως και ο λόγος της ταχείας ανάπτυξης του είδους την περίοδο του 18ου αιώνα, μπορεί να αποδοθεί από μια άλλη οπτική στα κενά που η αναδυόμενη επιστήμη δημιουργούσε στη παραδοσιακή μεταφυσική, η οποία ταυτόχρονα αποτελούσε και βασική πηγή έμπνευσης της μυθιστοριογραφίας του φανταστικού. Τα πνεύματα που κατοικούσαν στη φύση εκδιώχθηκαν βίαια από τους νόμους της φυσικής. Οι παλιές κατάρες εξατμίστηκαν κάτω από φως που έριξαν πάνω τους οι αρχαιολογικοί φακοί και τα τελευταία φαντάσματα έμειναν άστεγα κι ανυπόληπτα μετά την κατεδάφιση των σπιτιών της βικτοριανής περιόδου. Έτσι σιγά σιγά η μυθιστοριογραφία του φανταστικό μετατοπίζεται προς την τεχνοεπιστήμη για να διαμορφώσει σταδιακά τα δικά της χαρακτηριστικά, τα οποία επιγραμματικά θα δούμε παρακάτω.

Από την πρώτη στιγμή μέχρι και σήμερα η επιστημονική φαντασία μπορεί να διαχωριστεί σε δυο στρατόπεδα. Το ένα δρα με προσανατολισμό την συμφιλίωση θρησκείας και επιστήμης, ενώ το άλλο δρα περισσότερο υπέρ του ενός ή του άλλου πόλου. Σχεδόν όλη η θεωρητική μυθιστοριογραφία στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου αποτυπώνει αυτόν τον ανταγωνισμό επιστήμης και θρησκείας, με αιχμές που ποικίλουν ανάλογα με το ποιοι είναι οι προβληματισμοί της εποχής. Άλλοτε εκκινούν από τον δαρβινισμός, άλλοτε από τον σοσιαλισμό και τον ανθρωπισμό… Σε κάθε περίπτωση όμως γίνεται εμφανές αν η αφήγηση τείνει προς την συμφιλίωση ή προς την σύγκρουση των δυο αντιμαχόμενων κοσμοειδώλων.

 

Frankenstein

Για παράδειγμα έργα όπως το Frankenstein της Mary Shelley (1818) αντλούν την έμπνευση τους από την εικόνα του επιστήμονα ο οποίος σφετερίζεται προνόμια που μέχρι τότε θα ήταν αδιανόητο να αποδίδονται σε άλλον πέρα από τον ίδιο τον Θεό. Η ιδέα αυτή από μόνη της είναι αιρετική για την εποχή και δρα επιθετικά προς την παραδοσιακή θεολογία ακόμη και αν συνυπολογίσουμε την τελική έκβαση της ιστορίας που θέτει το ερώτημα κατά πόσο είναι έτοιμος ο άνθρωπος να παίξει τον ρόλο του δημιουργού. Έργα επιστημονικής φαντασίας όπως το Lumen του Camille Flammarion (1887), ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης πολλών αστρονόμων της εποχής να συμφιλιώσουν και να συνδυάσουν την επιστημονική τους γνώση με τη θρησκευτική τους πίστη. Ο J.-H. Rosny, πολυγραφότατος συγγραφέας των εξελικτικών φαντασιώσεων, είδε επίσης το αντικείμενο της εργασίας του ως μια ευφάνταστη αποκάλυψη του θεϊκά προγραμματισμένου εξελικτικού σχεδίου, και ήθελε με τη σειρά του να αναπροσαρμοστεί η παραδοσιακή θεολογία, έτσι ώστε να μπορεί να συμβιβαστεί με τη σύγχρονη επιστημονική γνώση. Σε άλλες περιπτώσεις, όπως το A Journey in Other Worlds του John Jacob Astor (1894) ή το Around a Distant Star (1904) του Jean Delaire και το Through the Sun in an Airship του John Mastin (1909), οι συγγραφείς ξεκινούν μέσα από τα μυθιστορήματα τους για κοσμικά ταξίδια των οποίων ο πραγματικός σκοπός ήταν να «δικαιολογήσουν» διάφορα θεολογικά δόγματα.

Μετά τον 2ο παγκόσμιο

Ενώ η ενασχόληση με θεολογικά ζητήματα είναι εμφανής καθ’ όλη την διάρκεια εξέλιξης του είδους, τομή θεωρείται ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Έκτοτε υπάρχει μια μεγάλη έκρηξη στην παραγωγή έργων επιστημονικής φαντασίας, τα οποία διεγείρουν προβληματισμούς γύρω από μια μεγάλη γκάμα θεολογικών ζητημάτων, τα οποία προηγούμενα παρέμεναν άθικτα. Αυτό το αυξημένο ενδιαφέρον μπορεί να εξηγηθεί από την οξεία αίσθηση υπαρξιακής ανασφάλειας που προκλήθηκε από την ολοένα και μεγαλύτερη συνειδητοποίηση της δυνατότητας των ανθρώπων να εξαλείψουν το ίδιο τους το είδος. Για παράδειγμα μια αγαπημένη θεματική της επιστημονικής φαντασίας είναι η επαφή με εξωγήινους πολιτισμούς, οι οποίοι σε διάφορες περιπτώσεις παρουσιάζονται να έχουν δικά τους εναλλακτικά θρησκευτικά συστήματα. Πριν λοιπόν τον δεύτερο παγκόσμιο οι συγγραφείς αντιμετώπιζαν τέτοιες θρησκείες ως εσφαλμένες, άξιες χλευασμού και κοροϊδίας. Έπειτα εντοπίζεται μια μεταστροφή, καθώς πλέον συνηθίζουν να αντιμετωπίζουν τις εξωγήινες θρησκείες με πολύ μεγαλύτερη ευλάβεια, πολλές φορές και ως ανώτερες των γήινων, καθώς αποτελούνταν από στοιχεία τα οποία έκριναν πως εξέλιπαν από την γη.

Θεολογικά μοτίβα εντός της επιστημονικής – τεχνολογικής φαντασίας

Πέρα από τον αρχικό διαχωρισμό που περιγράψαμε και τα διάφορα ιστορικά γεγονότα τα οποία επηρέασαν περισσότερο ή λιγότερο την επιστημονική φαντασία, παρατηρούμε πως η θεματολογία του είδους στο μεγαλύτερο εύρος της άπτεται τόσο της μεταφυσικής όσο και της φυσικής επιστήμης. Μπορούμε μάλιστα να εντοπίσουμε μοτίβα τα οποία επαναλαμβάνονται και τα οποία έχουν στη βάση τους μεταφυσικούς προβληματισμούς οι οποίοι προέρχονται από την παραδοσιακή θεολογία.

Φόβος και δέος

Ο φόβος και το δέος μπροστά στην παντοδυναμία της μηχανής είναι ένα τέτοιο κλασικό μοτίβο, ειδικά αν ιδωθεί μέσα από την σχέση του δημιουργού και του δημιουργήματος. Όπως στην περίπτωση του Frankenstein, το σύνηθες σενάριο θέλει έναν μεμονωμένο επιστήμονα να κατασκευάζει ένα «δημιούργημα» το οποίο ανάλογα τον χαρακτήρα του σεναρίου, πρόκειται να αλλάξει τα δεδομένα του κόσμου όπως τον έχουμε συνηθίσει προς το καλύτερο ή το χειρότερο. Μπορούμε να εντοπίσουμε το ίδιο μοτίβο και στο παράδειγμα που προαναφέραμε κατά την επαφή του ανθρώπινου είδους με κάποιο άλλο εξωγήινο. Σ’ αυτό το παράδειγμα στις περισσότερες περιπτώσεις το εξωγήινο γένος παρουσιάζεται ως το τεχνολογικά ανώτερο. Εκεί λοιπόν ο φόβος και το δέος προς τις πιο εξελιγμένες μηχανές είναι ξεκάθαρος καθώς παρουσιάζεται σε αντιδιαστολή με το δικό μας υπολειπόμενο τεχνικό περιβάλλον, απειλώντας την επιβίωση του ανθρώπινου είδους.

Υπέρβαση του θανάτου

Η ιδέα του θανάτου αποτελούσε σημείο προβληματισμού και αφετηρία μεταφυσικών ιδεών πιθανώς καθ όλη την πορεία του ανθρώπινου είδους. Θα ήταν λοιπόν πραγματικά μεγάλη έλλειψη να μην περιλαμβάνεται σαν μοτίβο και στην επιστημονική φαντασία. Ο τρόπος που παρουσιάζεται αυτό το σχήμα είναι συνήθως μέσα από την επιδίωξη του ανθρώπου να ξεπεράσει τον θάνατο μέσω της τεχνοεπιστήμης. Είτε μέσω κάποιας σκόπιμης μετάλλαξης είτε μέσω κάποιου θαυματουργού φαρμάκου και πάει λέγοντας. Άλλοτε, ο άνθρωπος επιτυγχάνει τον στόχο του, όπως στο The Gentle Seduction του Marc Stiegler (1989), όπου με την βοήθεια της νανοτεχνολογίας αρχικά ξεπερνάμε τον θάνατο για να φτάσουμε σε ακόμη μεγαλύτερες κατακτήσεις. Άλλοτε πάλι το σενάριο δεν εξελίσσεται τόσο ειδυλλιακά. Πρόκειται και για την επικρατούσα εκδοχή σε αυτό το θέμα. Τις περισσότερες φορές η ανάγκη του ανθρώπου να ξεπεράσει τον θάνατο αντιμετωπίζεται ως λανθασμένος στόχος ή και βλασφημία, η οποία μονό περισσότερα προβλήματα δημιουργεί. Φυσικά ο προβληματισμός γύρω από το θέμα ιδιαίτερα στα έργα μαζικής κουλτούρας των τελευταίων δεκαετιών μπορεί να είναι από επιφανειακός ως και ουσιαστικά ανύπαρκτος. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις όπου οι προβληματισμοί γύρω από την αθανασία και γενικά το τεχνικό περιβάλλον που την κατέστησε εφικτή αντιμετωπίζεται με πιο κριτικό χαρακτήρα σε μια περισσότερο ρομαντική ατμόσφαιρα, όπως το The Inner House του Walter Besant (1888), όπου τίθενται διάφοροι προβληματισμοί, όπως για παράδειγμα αυτός της στειρότητας που μπορεί να συνοδεύει μια τέτοια κατάσταση.

Μεσσιανισμός

Ένα άλλο μοτίβο είναι αυτό της λύτρωσης του ανθρώπου από την εργασία. Η πεποίθηση αυτή έχει τις ρίζες της αρκετά παλιά, από όταν άρχισαν να εισέρχονται νέες μηχανές στα εργοστάσια μετασχηματίζοντας τις σχέσεις παραγωγής. Από εκείνη την εποχή πολλοί μιλούσαν για το τέλος της εργασίας και την αντικατάσταση της από τεχνολογικά προηγμένες αυτοματοποιημένες μηχανές. Αυτή η φαντασίωση, πέρα από την ιδεολογική της σημασία, στην οποία έχουμε αναφερθεί αλλού, έδωσε τροφή και στο χώρο του θεάματος και πάλι σε ποικίλες εκδοχές. Άλλοτε παρουσιάζεται σαν ένα ευτυχές σενάριο, όπου η ζωή των ανθρώπων απλοποιείται σημαντικά και άλλοτε, τα ρομπότ που ο άνθρωπος δημιούργησε για να τον διευκολύνουν, τον ξεπερνούν και σε πρακτικό επίπεδο και σε επίπεδο αυτοσυνειδησίας εκτοπίζοντας τον σταδιακά. Έχουμε ήδη αναφέρει το The Matrix των αδερφών Wachowski (1999) σαν ένα παράδειγμα που εντάσσεται σε αυτήν την κατηγορία.

Το καλό και το κακό

Ένα ακόμη θεολογικά προσανατολισμένο μοτίβο που συνδυάστηκε με τα επιτεύγματα της τεχνοεπιστήμης είναι αυτό του καλού και του κακού, το οποίο στον χώρο της επιστημονικής φαντασίας πολλές φορές συνεπάγεται προβληματισμό γύρω από την ανθρώπινη εξέλιξη. Σε ποιο βαθμό κουβαλάμε πάνω μας μέσω των γονιδίων μας ή χαραγμένο στις πιο πρωτόγονες εκφάνσεις του ανθρώπινου μυαλού μας, τον ανήθικο πιθηκόμορφο-πρόγονο μας. Παράδειγμα τέτοιας μεταφυσικής αποτύπωσης είναι το Altered States του Paddy Chayefsky (1978-80). Ο Chayefsky προτείνει πως η συνείδηση είναι πιθανό να εγγράφεται πάνω στο DNA μας έχοντας σαν αποτέλεσμα μεταβολές σε επίπεδο συνείδησης να μεταβάλλουν τον γενετικό μας κώδικα. Έτσι ο ήρωας του έργου μετά από μια σειρά πειραμάτων μετατρέπεται πρώτα σε πίθηκο και στην συνέχεια φτάνει τόσο πίσω μέχρι την αρχή της δημιουργίας του κόσμου.

Altered states

Αλαζονεία και ύβρις

Ένα τελευταίο μοτίβο που συναντάμε συχνά είναι ο προβληματισμός γύρω από την εξέλιξη και τα όρια της τεχνοεπιστήμης. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Solaris του Stanisław Lem (1961), το οποίο θέτει το ερώτημα, μέχρι ποιο σημείο μπορούν οι επιστήμονες να μελετήσουν έναν εντελώς ξένο πλανήτη, κατανοώντας τον ουσιαστικά, όταν η ίδια η ανθρώπινη φύση τους περιορίζει από υπερβατικές σκέψεις οι οποίες απαιτούνται για μια τέτοια κατανόηση. Το ερώτημα μπορεί και τίθεται ακόμη και σε πιο ελαφριές εκδοχές της μαζικής κουλτούρας όπως στη σειρά με αφετηρία το Alien των Dan O’Bannon και Ronald Shusett (1979) μέχρι το σύγχρονο του Prometheus (2012). Σε αυτά τα παραδείγματα η αλαζονεία του ανθρώπου να κατανοήσει κάτι που τον υπερβαίνει τον οδηγεί στην καταστροφή του. Προφανώς σε τέτοιου είδους σενάρια το βάρος δεν τίθεται τόσο στο ερώτημα αυτό καθεαυτό, αλλά ακόμη και έτσι είναι υπαρκτό σαν προβληματισμός.

Επιμένοντας… μεταφυσικά

Όλα αυτά τα αναφέρουμε από την μια για να αποδείξουμε πως σε κανένα σημείο της πρόσφατης ιστορίας η μεταφυσική δεν εξαφανίστηκε. Και όχι απλά δεν εξαφανίστηκε αλλά συνέχισε να υπάρχει συνδυάζοντας παλιότερα μεταφυσικά σχήματα με εντελώς καινούρια ή σε άλλες περιπτώσεις αναδιατυπώνοντας τα παλιότερα σχήματα προσαρμόζοντας τα στις ανάγκες και τα χαρακτηριστικά μια σαφώς πιο τεχνολογικά αναπτυγμένης κοινωνίας. Η τεχνοεπιστήμη δεν πέτυχε τον στόχο της, η μεταφυσική δεν εξαφανίστηκε αλλά διατηρήθηκε τόσο εντός της επιστημονικής κοινότητας, όσο και σε κοινωνικό επίπεδο. Μέχρι τώρα είδαμε μόνο ένα μικρό φάσμα το οποίο συνδέεται κάπως πιο άμεσα με το κοινωνικό και αυτό ήταν η αποτύπωση μεταφυσικών ανησυχιών στο επίπεδο της τέχνης και του θεάματος. Δεν θα ασχοληθούμε εδώ με το αν αυτή η έκφραση αποτελεί πραγματική αποτύπωση κοινωνικού προβληματισμού ή αν έχειτις ρίζες της κάπου αλλού. Θα αρκεστούμε στο ότι η αποδοχή και η ζήτηση που χαίρει το συγκεκριμένο είδος ακόμα και στις πιο επιφανειακές και τετριμμένες μορφές του, ή καλύτερα κατά κύριο λόγο σε αυτές, αποτυπώνει μεταξύ άλλων και την αδυναμία των ανθρώπων να παρακολουθήσουν την εξέλιξη της τεχνοεπιστήμης, απαλλαγμένη από μεταφυσικές φαντασιώσεις.

Τα άστρα κάτω στη συσκευή

Η Τεχνολογία κάνει θαύματα

Μέχρι τώρα, θίξαμε το θέμα της μεταφυσικής και ορίσαμε τι θα εννοούμε όταν αναφερόμαστε σε αυτή. Στη συνέχεια επιχειρήσαμε μέσα από μια ιστορική αναδρομή να δείξουμε πως η τεχνοεπιστήμη δεν ήταν ποτέ τόσο ασυμβίβαστη με τη μεταφυσική όσο ήθελε να διακηρύττει. Στην ουσία, και προκειμένου να γίνουν δεκτές οι τεχνολογικές εφαρμογές από το ευρύ κοινό, είχε προηγηθεί από τους υποστηρικτές της η υιοθέτηση και ο δανεισμός μεταφυσικών στοιχείων από τη θρησκεία. Στη συνέχεια αναδείξαμε το πώς αυτό που ονομάζεται «επιστημονική φαντασία», από το ξεκίνημά της κιόλας, είναι στην ουσία οράματα για μελλοντικές τεχνολογικές εφαρμογές και δεν έχει σχέση με την ιστορία και την εξέλιξη των επιστημονικών θεωριών. Στην ουσία οι επιστήμες ακολουθούσαν, δίνοντας μια πιο έγκυρη και αντικειμενική διάσταση στις επιλογές αυτών των εφαρμογών. Και στον τομέα της «τεχνολογικής φαντασίας όμως, τα μεταφυσικά μοτίβα είναι κυρίαρχα.

Στη συνέχεια θα παρουσιάσουμε πως εκδηλώνεται η μεταφυσική στον πρωτοκοσμικό καπιταλισμό μέσα από την αντιμετώπιση διαφόρων τεχνολογικών εφαρμογών. Κομβικό σαν αφετηρία θεωρούμε το φετιχισμό του εμπορεύματος, ο οποίος όμως με την εξέλιξη της τεχνολογίας και την απόκρυψη της λειτουργίας της από τους ίδιους της τους χρήστες πήρε άλλες διαστάσεις. Τα παραδείγματα όμως που θα φέρουμε θα είναι από τον ύστερο καπιταλισμό. Αυτό, όχι γιατί πιο πριν δεν υπήρχαν τεχνολογικές εφαρμογές, ούτε γιατί ήταν ανύπαρκτο, τόσο προκαπιταλιστικά όσο και την πρώτη καπιταλιστική περίοδο, ένα είδος μεταφυσικής σε αυτές. Μπορεί για παράδειγμα πολλοί να τρόμαζαν στην ιδέα των πρώτων ατμομηχανών, βλέποντάς τις σαν σιδερένια θηρία, εκείνοι όμως που τις «τάιζαν» με κάρβουνο, ήξεραν πως αν σταματούσαν αυτοί θα σταματούσαν και οι μηχανές. Οι εργάτες στο εργοστάσιο έβλεπαν τα γρανάζια των μηχανών και καταλάβαιναν αρκετά καλά και πως δούλευαν και πως μπορούσαν να σαμποταριστούν. Σίγουρα ήταν περισσότεροι αυτοί καταλάβαιναν καλύτερα σε σχέση με τις μέρες μας που η λειτουργία, οι δυνατότητες και η χρησιμότητα τις μηχανής έχουν επενδυθεί με ένα πέπλο μυστικισμού.

Φετιχισμός

Το φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο ο άνθρωπος αποξενώνεται από τα δικά του δημιουργήματα και τα αντιμετωπίζει σαν αυθύπαρκτες οντότητες που τον υπερβαίνουν, τον καθορίζουν και δυναστεύουν τη ζωή του έχει παρατηρηθεί, απασχολήσει και αναλυθεί από παλιά. Αυτή η αντιστροφή, η πεποίθηση δηλαδή του δημιουργού ότι τα δημιουργήματά του έχουν αυθύπαρκτες, μαγικές ιδιότητες υποκειμένου, έχει σαν αποτέλεσμα την αυτοϋποτίμηση του ίδιου του υποκειμένου σε αντικείμενο του οποίου η ύπαρξη εξαρτάται και οφείλεται στα δημιουργήματά του. Το φαινόμενο αυτό πρωτοαναλύθηκε στη θρησκεία όπου ο άνθρωπος ενώ ο ίδιος κατασκεύασε τους θεούς του, τελικά τους έχρισε κατασκευαστές του και αφέντες της ζωής του.

Το φαινόμενο αυτό όμως, του φετιχισμού, δεν υπάρχει μόνο στη θρησκεία όπου αρχικά έγινε αντικείμενο παρατήρησης. Ούτε και αυτό όμως είναι καινούργια ανακάλυψη, ούτε αποτελεί κάποια δική μας σοφία. Από εκεί, όπως πάνω από ενάμιση αιώνα έχει γραφτεί, αυτή η συμπεριφορά μεταφέρθηκε στον καπιταλισμό και σε αυτό που ονομάστηκε φετιχισμός του εμπορεύματος. Κατά την παραγωγική διαδικασία, οι παραγωγοί αποξενώθηκαν από το προϊόν της εργασίας τους τόσο πολύ που δεν αντιλαμβάνονταν το αποτέλεσμα της δουλειάς τους σαν δικό τους. Αυτό είχε σαν συνέπεια οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των παραγωγών να γίνονται αντιληπτές σαν σχέσεις μεταξύ των αντικειμένων. Αυτήν την αντιστροφή όπου τα συγκεκριμένα προϊόντα της ανθρώπινης εργασίας, αλλά και τα αφηρημένα (χρήμα) μετατρέπονται σε ρυθμιστές όλων των πτυχών του ανθρώπινου σχετίζεσθαι και πράττειν, η εμπορευματοποίηση των ανθρώπινων σχέσεων.

Τεχνολογία και φετιχισμός

Επικεντρώνοντας όμως στο θέμα της τεχνολογίας, θα δούμε πως και εκεί παρουσιάζονται τα φαινόμενα της αλλοτρίωσης και του φετιχισμού. Ενώ λοιπόν οι σύγχρονες τεχνολογίες κάθε φορά εισάγονται στην παραγωγή με στόχο να ελέγξουν την εργασία του εργάτη, να υπεξαιρέσουν και να ενσωματώσουν κάποια στοιχεία και γνώσης της εργασίας του και να τις ενσωματώσουν στη μηχανή, αυξάνοντας έτσι την κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία, οι ίδιοι οι εργάτες συχνά δεν το αντιλαμβάνονται αυτό. Επίσης, αντιλαμβάνονται τα νέα τεχνολογικά προϊόντα (τόσο σαν εργάτες, όσο και σαν καταναλωτές) είτε σαν το απόλυτο κακό που θα τους καταστρέψει, είτε σαν το απόλυτο καλό που θα τους απαλλάξει από κάθε πόνο, ακόμα και από την ίδια την εργασία. Σαν κάτι το ουδέτερο που η χρήση του εξαρτάται προπάντων από την ηθική όσων το κατέχουν και όχι από την συγκεκριμένη, ιστορικά και κοινωνικά δοσμένη, κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην εργασία και τη ζωή μας.

Η τεχνολογία υποτίθεται ότι είναι πρακτική εφαρμογή της επιστήμης, η οποία σαν εκφραστής του ορθού λόγου θα εξαφάνιζε το σκοταδισμό της θρησκευτικής μεταφυσικής. Όπως έχουμε δείξει και παλαιότερα (βλέπε εκδήλωση «η φυσική ως ιδεολογία», 29 Γενάρη 2014 στο Φυσικό), κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Η επιστήμη ενώ χρησιμοποιήθηκε από την αστική τάξη για την εκθρόνιση της φεουδαρχίας και της θρησκείας που τη στήριζε, όταν ανέβηκε στη θέση της μετατράπηκε η ίδια σε θρησκεία και ιδεολογία (ψευδή συνείδηση) της αστικής τάξης. Η τεχνολογία από την άλλη, υποταγμένη στις επιταγές του θετικισμού και της καπιταλιστικής λογικής της «απόδοσης» και της «αποτελεσματικότητας», δε θα μπορούσε παρά να αντανακλά αυτή την ιδεολογία.

Όπως στην επιστήμη (πχ έρευνα για το σωματίδιο Higgs, ονομαζόμενο και «σωματίδιο του θεού») έτσι και στην τεχνολογία, η υλιστική προσπάθεια ξεπεράσματος της θρησκευτικής – πνευματικής μεταφυσικής, οδήγησε σε μια νέα μεταφυσική, υλιστική αυτή τη φορά, που προσπαθούσε να αντικαταστήσει τη θρησκευτική εξήγηση για την ύπαρξη και την τάξη του κόσμου. Αρκετές σύγχρονες τάσεις της τεχνολογίας κινούνται προς αυτήν την κατεύθυνση. Το singularity αποτελεί προσπάθεια να κατασκευαστεί το ανάλογο αυτού που ονομάζεται «συνείδηση» ή «ψυχή» σαν να είναι ένα πλήθος – άθροισμα πληροφοριών που θα αποθηκεύεται σε ένα διαδικτυακό περιβάλλον «μέσα» στο οποίο θα συνεχίζεται η μετά θάνατον ζωή με μορφή bytes. Το human plus, πρόκειται για προσπάθεια υποκατάστασης – επιτάχυνσης της διαδικασίας της «φυσικής επιλογής» με την εισαγωγή στον ανθρώπινο οργανισμό μηχανικών εμφυτευμάτων – πρόσθετων που θα οδηγήσουν το είδος σε ένα εξελικτικό άλμα – ξεπέρασμα. Μπορεί αυτά για κάποιους να φαίνονται σενάρια επιστημονικής φαντασίας ή παραληρήματα «τρελών» επιστημόνων, όπως εξάλλου πίστευαν πολλοί για τις διακηρύξεις των πρωτοπόρων τις εποχής τους άσχετα αν τελικά διαψεύστηκαν ή όχι. Δε χρειάζεται όμως να πάμε τόσο μακριά για να αποδείξουμε τη σύνδεση της μεταφυσικής με την τεχνολογία. Ας σταθούμε σε παραδείγματα τεχνολογικών εφαρμογών που ήδη χρησιμοποιούμε καθημερινά και ας προσέξουμε τον τρόπο με τον οποίο είναι μεταφυσικά επενδυμένα από τους χρήστες τους.

Θεωρούμε λοιπόν πως οι τεχνολογικές καινοτομίες που χρησιμοποιούμε στην καθημερινότητά μας είναι επενδυμένες με μεταφυσική την οποία και αναπαράγουν. Εμπνέουν λοιπόν φόβο και δέος σε πολλούς, ιδίως στην αρχή της εμφάνισής τους, σαν το σημάδι του κακού, το προπατορικό αμάρτημα, το κουτί της Πανδώρας, το σημείο μηδέν πέρα από το οποίο δεν μπορεί να υπάρξει επιστροφή. Αυτή η αντίληψη συνυπάρχει με μια αίσθηση παντοδυναμίας της τεχνοεπιστήμης «που στις μέρες μας κάνει θαύματα» η οποία θα μας απαλλάξει από τις περισσότερες δυστυχίες των καιρών μας, από τις διάφορες επιδημίες και τις φυσικές καταστροφές, μέχρι και τα προβλήματα που η ίδια η συγκεκριμένη κοινωνική οργάνωση και ο ίδιος ο τεχνοπολιτισμός δημιούργησαν.

Το άβατο

Επειδή όπως είπαμε η εισαγωγή των μηχανών στον καπιταλισμό συνιστούν ένα είδος κλοπής, υπεξαίρεσης, δεν πρέπει τα υποκείμενα από τα οποία στερείται κάτι να αντιληφθούν αυτό που τους κλάπηκε. Συνεπώς οι μηχανές, τόσο στην παραγωγή όσο όμως και στην κατανάλωση, όσο ενσωματώνουν κάποιες γνώσεις οι οποίες αφαιρούνται από τους εργάτες, τόσο πρέπει αυτές οι γνώσεις να τοποθετούνται έτσι ώστε ο προλετάριος – χρήστης να μην μπορεί να τις ανακτήσει και να τις ελέγξει. Γι αυτό πολλές από τις συσκευές είναι πολύ πολύπλοκες και ερμητικά κλειστές σαν ιερό – άβατο όπου απαγορεύεται η είσοδος σε μη μυημένους, αλλιώς η τιμωρία θα είναι βαριά. Αυτή η πολυπλοκότητα η οποία εξασφαλίζει την αδυναμία ελέγχου πάνω όχι μόνο στην εργασία αλλά και τη διασκέδαση, την κοινωνικοποίηση, αλλά και τη ζωή γενικότερα, επισφραγίζεται επιπλέον με την αποξένωση και την απόκρυψη της λειτουργίας από το χρήστη. Πρέπει λοιπόν για παράδειγμα να απωθούνται, ακόμα και αν δεν ήταν ποτέ η πλειοψηφία, όσοι από περιέργεια άνοιγαν και «έλυναν» τις διάφορες συσκευές (π.χ. παπιά, αυτοκίνητα, ηλεκτρονικές συσκευές) και με τον τρόπο αυτό αποκτούσαν μια νέα, εμπειρική γνώση πειραματιζόμενοι. Το εσωτερικό μιας συσκευής πρέπει να είναι απομονωμένο, να κρατάει ερμητικά κλειστό το μυστικό της λειτουργίας της συσκευής, με προειδοποιήσεις για όποιον πρόκειται να προβεί στην ιεροσυλία να το ανοίξει και να «εισέλθει» στο εσωτερικό του, κάτι που μόνο ο ειδικός σαν άλλος μάγος – ιερέας μπορεί να κάνει.

Βέβαια η εξέλιξη της τεχνολογίας, οι λυχνίες και τα μικροτσίπ των ηλεκτρονικών συσκευών, απέχουν πλέον από τις πρώτες ηλεκτρικές συσκευές, κάνοντας πιο δύσκολο για κάποιον μη σχετικό να καταλάβει εμπειρικά τον τρόπο λειτουργίας τους. Ίσως αυτή η απόκρυψη του ακατανόητου εσωτερικού των συσκευών αυτών να οφείλεται και στο φόβο και το δέος που αισθάνονται οι χρήστες απέναντι στην πολυπλοκότητα τους κάνοντάς τις απρόσιτες. Σίγουρα πάντως δε βοήθησαν στην εξήγηση της λειτουργίας τους, ούτε απέτρεψαν τις μεταφυσικές αποδόσεις. Ένα παράδειγμα είναι η εξέλιξη των μέσων χειρισμού του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Παλαιότερα ο χειρισμός του γινόταν μέσω πληκτρολόγησης εντολών. Αυτό μπορεί να έκανε πιο δύσκολη την εξάπλωση της χρήσης του στο ευρύ κοινό. Η αντικατάσταση όμως των εντολών με τη χρήση της οθόνης και του ποντικιού, μαζί με την ευκολία στη χρήση έκρυψε βασικά στοιχεία της λειτουργίας του υπολογιστή, φέρνοντας παράλληλα και μια αίσθηση παντοδυναμίας του τελευταίου.

Αυτή η άγνοια του τρόπου λειτουργίας μιας τεχνολογικής εφαρμογής γίνεται εύκολα κατανοητή αν συνυπολογίσουμε και την εξειδίκευση και τον καταμερισμό της εργασίας που απαιτείται για την κατασκευή της. Η διαδικασία της παραγωγής ενός τεχνοπροϊόντος είναι κατακερματισμένη. Απαιτούνται πολλά στάδια και διαφορετικές εργασίες που πραγματοποιούνται από διαφορετικούς εργάτες σε διαφορετικά γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Σαν αποτέλεσμα, ο κάθε μεμονωμένος παραγωγός να μην μπορεί να αναπαράγει συνολικά το προϊόν στην παραγωγή του οποίου εργάστηκε. Αυτό δεν είναι κάτι καινούργιο, εξηγεί όμως μια υπαρκτή μεταφυσική αντίληψη και για τις νέες τεχνολογίες. Στη διαδικασία της παραγωγής ενός ψηφιακού προγράμματος για παράδειγμα, ο καταμερισμός της εργασίας είναι τόσο μεγάλος και τα στάδια της επεξεργασίας τόσα πολλά, ώστε σε κάθε στάδιο της παραγωγής η κάθε ομάδα προγραμματιστών προσθέτει στο υλικό που φτάνει στα χέρια της και που αγνοεί πως κατασκευάστηκε, ένα καινούργιο κομμάτι. Με τον τρόπο αυτό η κάθε ομάδα γνωρίζει τον τρόπο να συνδέσει το δικό της παραγόμενο τμήμα με τα υπόλοιπα, κανένας όμως δεν έχει την πλήρη γνώση της κατασκευής. Έτσι λοιπόν, σαν συνέπεια της αλλοτρίωσης από την εργασία τους, οι διαχωρισμένοι παραγωγοί ενός προϊόντος, συναντιούνται μόνο ως χρήστες, ως καταναλωτές που μεταλαμβάνουν την ουσία του ιερού αντικειμένου. Ας περάσουμε όμως σε μια πιο προσεκτική παρατήρηση των κοινών τρόπων πρόσληψης της τεχνολογίας που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μεταφυσικές.

Φόβος και δέος… ξανά

Κάθε τι το θεωρούμενο «ιερό» έχει μια διπλή, φαινομενικά αντικρουόμενη, πριν όμως αλληλοσυμπληρούμενη ιδιότητα. Κάτι το πολύ ευεργετικό, το θαυματουργό, το «καλό» και συνάμα κάτι το εξαιρετικά τρομερό, το φοβερό, το επικίνδυνο, το απαγορευμένο. Κάτι το οποίο δεν μπορείς να αντικρίσεις ή να έρθεις σε επαφή μαζί του εάν δεν πάρεις τις απαραίτητες προφυλάξεις. Βέβαια κάποια στιγμή αυτό το ένα αντικείμενο με τη διπλή υπόσταση διαχωρίστηκε, στη Δύση τουλάχιστον, σε ένα καλό και ένα κακό. Και πάλι όμως τι είναι ο «θεός» χωρίς το «διάβολο» ή ο «παράδεισος» χωρίς την «κόλαση» και αντίστροφα; Απέναντι λοιπόν σε αυτή τη διπλή υπόσταση του αντικειμένου, είναι «λογικό(;)» να παρατηρείται ένα ανάμεικτο συναίσθημα δέους και φόβου.

Από εδώ φαίνεται να πηγάζει το δέος απέναντι στην «τεχνολογία που κάνει θαύματα» και ο φόβος στην απεριόριστη δύναμή της που μπορεί να μας καταστρέψει. Το αυτοκίνητο και η μηχανή ή το αεροπλάνο πέρα από άνεση, ασφάλεια και δύναμη, εμπνέουν και φόβο. Η ακτινοβολία μπορεί να μας φαίνεται ωφέλιμη (π.χ. κινητό, φούρνος μικροκυμάτων) αλλά και μας τρομάζει με την επικινδυνότητά της. Τέλος, τη δεκαετία του 50 η ατομική ενέργεια έγινε δεκτή με ενθουσιασμό σαν τη «μαγική» ενέργεια – δύναμη που θα έλυνε το ενεργειακό ζήτημα του πλανήτη. Πλέον, όχι μόνο λόγω της πολεμικής χρήσης της αλλά και εξαιτίας των ατυχημάτων στους πυρηνικούς αντιδραστήρες, ξυπνάει τους χειρότερους εφιάλτες μιας ολοκληρωτικής καταστροφής της ανθρωπότητας.

Οι άνθρωποι θεωρούν λοιπόν ότι τα θεμέλια του πολιτισμού τους βασίζονται στην τεχνοεπιστήμη, με έναν τρόπο που όμως οι ίδιοι τον αγνοούν και πρέπει να τον επικαλεστούν και να τον εξευμενίσουν. Μόνο μέσα από τελετουργίες μπορούν να προφυλαχθούν από την επικίνδυνη επαφή με το ιερό αντικείμενο – ταμπού.

Φετίχ – Μύηση

Το «ιερό» όμως αντικείμενο έχει μια ακόμα διπλή υπόσταση. Από τη μια έχει μια πραγματική χρηστική διάσταση (ένα κομμάτι ξύλο, ένα πρόσωπο, μια ζωγραφιά), από την άλλη μια μαγική. Στη μαγική σκέψη το αντικείμενο αυτό έχει μια παντοδυναμία. Έτσι και σήμερα τα σύγχρονα τεχνολογικά αντικείμενα έχουν μια χρηστική και μια μαγική διάσταση. Ένα αυτοκίνητο είναι ένα μεταφορικό μέσο, ένα κινητό είναι ένα μέσο επικοινωνίας, μια τεχνική λιποαναρρόφησης ή ένα φαρμακευτικό σκεύασμα έχουν μια αξία χρήσης, μια επέμβαση στον ανθρώπινο οργανισμό με σκοπό τη βελτίωσή του.

Τα πράγματα όμως δεν είναι ακριβώς έτσι. Πέρα από ένα μεταφορικό μέσο, το αυτοκίνητο είναι μια συλλογική φαντασίωση. Είναι ένα αντικείμενο που προκαλεί θαυμασμό και δέος. Αποτελεί γενικευμένο σημαίνον της υποτιθέμενης προόδου του δυτικού πολιτισμού. Είναι γυαλιστερό, δυναμικό, γρήγορο. Άσχετα που στην πόλη δε θα χρησιμοποιήσεις συνήθως πάνω από την τέταρτη ταχύτητα αν έχει κίνηση (δηλαδή τέτοια κίνηση που δεν κινείται κανείς), πιο γρήγορα πας με τα πόδια ή αν κάνεις ένα τέταρτο να βρεις να παρκάρεις. Ακόμα, το αυτοκίνητο μπορεί να έχει ανέσεις, ηλεκτρικά παράθυρα να μην πιάνεται το χέρι σου, δερμάτινα ανατομικά καθίσματα για να μην πιάνεται ο κώλος σου όσο ψάχνεις να παρκάρεις, γυαλιστερό καντράν. Το αυτοκίνητο λοιπόν πολύ περισσότερο από ένα μέσο μετακίνησης πουλάει ένα στυλ μετακίνησης και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό που η μετακίνηση περνάει σε δεύτερη αξία δίνοντας ολοκληρωτικά τα ινία στο στυλ. Γιατί αυτή την κοινωνική ανάγκη για στυλ έρχεται να εκπληρώσει η συνεχής κατασκευή νέων μοντέλων που έρχονται να αντικαταστήσουν τα παλιά. Διαφορετικά, αν η ανάγκη της μετακίνησης ήταν πρωταρχική, οι αυτοκινητοβιομηχανίες θα είχαν πέσει έξω. Ο Roland Barthes όχι τυχαία είχε γράψει «νομίζω ότι το αυτοκίνητο είναι σήμερα το αρκούντως ακριβές ισοδύναμο των μεγάλων γοτθικών καθεδρικών ναών: δηλαδή ένα μεγάλο δημιούργημα εποχής που με πάθος συνέλαβαν άγνωστοι καλλιτέχνες και το οποίο καταναλώνεται στην εικόνα του, αν όχι στη χρήση του, από έναν ολόκληρο λαό που σε αυτό ιδιοποιείται ένα τελείως μαγικό αντικείμενο» [ref]

Roland Barthes, Mythologies. Paris, Seuil, 1957.

[/ref].

Το κινητό πάλι δεν είναι απλά ένα μέσο να επικοινωνείς. Έχει έγχρωμη οθόνη, παιχνίδια και εφαρμογές, σύνδεση στο internet, κάμερα υψηλής ανάλυσης, οθόνη αφής, είναι μοντέρνο και γυαλιστερό, είναι ένας mini κινητός υπολογιστής τσέπης. Σε τέτοιο βαθμό μάλιστα που είναι περισσότερο κινητό παρά τηλέφωνο. Δημιουργεί την ψευδαίσθηση της ασφάλειας. Ότι και να σου τύχει μπορείς να ενημερώσεις κάποιον και ας είναι χιλιόμετρα μακριά. Αν για παράδειγμα τρακάρεις μπορεί να πάρεις τηλέφωνο, άσχετα αν τράκαρες επειδή μιλούσες στο κινητό. Όταν περπατάς αργά στην ερημιά το κραδαίνεις γερά στη χούφτα σου ή ακόμα προσποιείσαι ότι μιλάς. Αποτελεί ένα σύγχρονο φυλαχτό σε τέτοιο σημείο που στο θυμίζει η μάνα σου: «το κινητό σου μην ξεχάσεις». Για να μη σχολιάσουμε το γεγονός πως εξαιτίας αυτής της συσκευής «επικοινωνίας» δεν επικοινωνείς με τους άμεσα διπλανούς σου στο λεωφορείο. Παράλληλα, γλιτώνεις από ένα βασικό μαρτύριο της εποχής μας. Δεν είσαι μόνος. Πάντα μπορείς να τηλεφωνήσεις σε κάποιον ή να μπεις στο facebook και να ησυχάσεις που έχεις τόσους φίλους. Παράλληλα γλιτώνεις από όλα αυτά που θα πάθαινες εάν ήσουν μόνος όπως: να σκεφτείς, να μείνεις με τον εαυτό σου για λίγο σε κατάσταση περισυλλογής, να ονειροπολήσεις, να μιλήσεις σε κάποιον/α άγνωστο/η, να παρατηρήσεις, να εκφραστείς καλλιτεχνικά.

Με την τεχνοϊατρική δε βελτιώνεις το σώμα σου ή την υγεία σου γενικά. Στην τεχνολογική του προσέγγιση το σώμα δεν αποτελεί ένα πεδίο έκφρασης των κοινωνικών σχέσεων αλλά ένα πεδίο πειραματισμού και παρέμβασης όπου ο πόνος, ο χρόνος, τα συναισθήματα, αντιμετωπίζονται σαν ανεπιθύμητα στοιχεία που δρουν σε βάρος του επιθυμητού προτύπου. Η τεχνοϊατρική δρα με τη σιγουριά του αντικειμενικού, της απόλυτης γνώσης, μην υπολογίζοντας πως κάθε κοινωνία κατασκευάζει το σώμα και την «υγεία» που της αντιστοιχεί. Όλα τα βάσανα της αισθητικής, της διατροφολογίας, της συνεχούς μέτρησης και των εξετάσεων δικαιολογούνται μπροστά στην συμμόρφωση με το ιδανικό. Σαν νέα κλίνη του Προκρούστη, ότι περισσεύει από το πρότυπο πετιέται. Αυτή η εικόνα σώματος λοιπόν είναι που καταναλώνεται και θαυμάζεται και όποιος δεν τη θαυμάζει και δεν τη διεκδικεί είναι «άπιστος», «ξένος», «περίεργος».

Μέσω λοιπόν των τεχνολογιών γίνεται πράγματι κάτι μαγικό. Μπορεί κάποιος να ενταχθεί συμβολικά σε ένα ανώτερο κοινωνικά στάτους ή όπως λέει και ένα σύνθημα από μηδενικό να γίνει νούμερο.

Τελετουργικά

Οι τελετές μύησης από μια κατάσταση σε μια άλλη, για παράδειγμα από την εφηβεία στην ενήλικη ζωή ή από την αμαρτία στην κάθαρση ήταν ένα είδος τελετουργικών. Όπως είπαμε, ένα τέτοιο πέρασμα – διαδικασία μύησης, μια μετάβαση σε ένα ανώτερο status, συμβαίνει στο μυαλό πολλών χρηστών των νέων τεχνολογιών όταν αποκτούν τα τελευταία gadget. Τα τελετουργικά έχουν μια λειτουργία ελέγχου της επαφής με την επικίνδυνη αυτή ιερή δύναμη. Είναι ένας τρόπος δοκιμής και πρόκλησής της, ένας εξευμενισμός της με μια τελετουργική θυσία που θα θέσει τα όρια της πιθανής συμφοράς από την επαφή με τη δύναμη αυτή και θα αποτρέψει κάποια μεγαλύτερη. Ακόμα έχουν ένα ρόλο μείωσης του άγχους απέναντι στις ανεξέλεγκτες δυνάμεις, οι οποίες την περίοδο του τελετουργικού δαμάζονται.

Σαν τέτοια σύγχρονα τελετουργικά μπορούν να χαρακτηριστούν οι διάφορες εκθέσεις νέων εφαρμογών (αυτοκινήτων, video game, ηλεκτρονικών συσκευών) ή οι αγώνες ταχύτητας, όπου δοκιμάζονται τα όρια των νέων μοντέλων και όπου ακόμα και τα ατυχήματα έχουν το ρόλο που είχε κάποτε η θυσία. Εκεί οι θεατές μετέχουν σε μια μυστηριακή μέθεξη με κάποια ασφάλεια απέναντι στη μαγική αυτή δύναμης. Άλλο ένα τελετουργικό τέτοιο θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε την κατανάλωση όπου μπορεί ο καταναλωτής να έρθει σε επαφή με τη δαμασμένη μορφή του ηλεκτρισμού ή της ακτινοβολίας (πχ με την αγορά ενός φούρνου μικροκυμάτων) και όχι με την ανεξέλεγκτη και αδάμαστη ουσία της.

Χρόνος – χώρος

Το μαγικό – θρησκευτικό αντικείμενο είναι εκτός του βιωμένου τόπου και χρόνου. Μάλιστα, αυτή η χρονικότητα ενώ στην ουσία αποτελεί μυθικό συμβολισμό, αντανάκλαση και αναπαράσταση της χρονικότητας που ορίζει η κάθε μορφή κοινωνίας για τον εαυτό της, στην ουσία παρουσιάζεται σαν η χρονικότητα να επιβάλλεται από το ιερό αντικείμενο. Έτσι λοιπόν, από τον κυκλικό χρόνο των αρχαίων ετών που εξυμνούσαν τη μητρότητα, την αδιάκοπη εναλλαγή των εποχών, τη γέννηση και το θάνατο της φύσης, τη λατρεία των θεοτήτων της γονιμότητας και της γεωργίας που πεθαίνουν και ανασταίνονται, περάσαμε στις χριστιανικές κοινωνίες του γραμμικού χρόνου. Παίρνοντας το θάνατο και την ανάσταση από τις προηγούμενες, δεν ένωσαν κυκλικά αρχή και τέλος σε ένα σημείο. Αντίθετα αντικατόπτριζαν μια γραμμική οργάνωση του χρόνου. Από τη γέννηση του κόσμου προχωράμε προς την ημέρα τις κρίσης που θα έρθει κάποτε, από το α στο ω, από ένα σημείο προς ένα άλλο. Στις ημέρες μας αν και οι νέες τεχνολογίες εξακολουθούν (πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς άλλωστε, να αποτελούνται από υλικά στοιχεία, ευαγγελίζονται μια υπέρβαση της ύλης, του χρόνου και του χώρου. Είναι εκτός χρόνου, εκτός ιστορίας. Αυτό που προαναγγέλλουν είναι η νίκη της φθοράς, η στιγμή, το αιώνιο τώρα. Τα σημεία δεν ενώνονται πλέον ούτε κυκλικά, ούτε προς μια προοπτική. Κάθε σημείο είναι αυτοτελές. Στέκεται μόνο του χωρίς να συνδέεται απαραίτητα με ένα προηγούμενο ή ένα επόμενο.

Αν, για παράδειγμα, αναλογιστεί κανείς τις επεμβάσεις στο ανθρώπινο σώμα μέσω της αισθητικής χειρουργικής, θα διακρίνει τις φαντασιώσεις της αιώνιας νεότητας, το σύγχρονο ελιξίριο της αιώνιας ζωής που για να το αποκτήσει κάποιος πρέπει να περάσει από πολλές επίπονες δοκιμασίες. Πρόκειται για μια ακόμα τελετή μύησης. Μόνο που στην περίπτωση αυτή η μύηση, το πέρασμα δηλαδή, δεν γίνεται από την εφηβική, στην ενήλικη ζωή. Το πέρασμα αφορά όλες τις ηλικίες και είναι από το παλιό θνητό σώμα προς το ιδανικό πρότυπο, σε μια κατάσταση «αιώνιας» δύναμης και ομορφιάς. Μια μετάβαση που δεν κρατά όμως μια στιγμή αλλά πρέπει να γίνεται διαρκώς με τη βοήθεια γυμναστηρίων, χημικών σκευασμάτων, επεμβάσεων. Για πάντα νέος – έφηβος.

Τόσο το αυτοκίνητο όσο και το κινητό μέσω της στιλπνής εμφάνισης και του σχήματός τους μοιάζουν να αιωρούνται, να διασχίζουν το χρόνο και το χώρο. Το αυτοκίνητο υπόσχεται ότι μπορείς να πας παντού, ακόμα και αν είσαι καθηλωμένος στην κίνηση, μοιάζει να αιωρείται. Με το κινητό μπορείς να επικοινωνήσεις με όποιον θέλεις (ακόμα και αν στην ουσία δεν λες τίποτα), αρκεί να μη μιλήσεις με το διπλανό σου. Πάντα κάποιος είναι παρόν. Το διαδίκτυο όμως αποτελεί ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Μέσω της συνεχούς αναζήτησης της πληροφορίας, η οποία στην ψηφιακή κατάσταση έχει αναχθεί σε ύψιστο αγαθό, ο χρήστης βιώνει το διαρκές παρόν. Κάθε πληροφορία ζει μια στιγμή, ίσα για να τη διαδεχτεί η επόμενη. Μάλιστα δε χρειάζεται να έχει σχέση με την επόμενη ή την προηγούμενη. Μπορεί ακόμα και να αλληλοαναιρούνται. Η εναλλαγή των πληροφοριών στα δελτία ειδήσεων, ή στις διάφορες ιστοσελίδες, ο βομβαρδισμός από πληροφορίες – σημεία που δε σχετίζονται μεταξύ τους με τη λογική αιτίου – αποτελέσματος, αποτελούν απόδειξη του παραπάνω.

Τέλος, ο ψηφιακός κόσμος αν και είναι απόλυτα υλικός, αποτελούμενος από πρώτες ύλες, αξιώνει ότι είναι άυλος και ότι αποτελείται όχι από άτομα και μόρια αλλά από byte πληροφορίας. Έτσι, γίνεται αντιληπτός σαν μια πύλη προς ένα κόσμο ξεχωριστό από τον άμεσα αντιληπτό μα και εξίσου αληθινό, με ένα δικό του χώρο με διαφορετικές διαστάσεις και ένα δικό του χρόνο με διαφορετική ροή που όμως είναι πραγματικοί. Μια υλική κατασκευή λοιπόν που γίνεται αντιληπτή σαν ένας άυλος κόσμος. Μια εικονική πραγματικότητα. Σε μια κοινωνία που κυριαρχεί η εικόνα, όπου όλα (σχέσεις, συναισθήματα, επικοινωνία) γίνονται με εικόνες, μεσολαβούνται από αυτές, η διάκριση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την απομίμηση χάνει έδαφος. Κάθε εικόνα εναλλάσσεται με μια άλλη ίσης αξίας, το αιώνιο τώρα, το αιώνιο εδώ όπου όσο και αν αλλάζουν οι εικόνες μένει ίδιο. Και όσο πιο μουντή είναι η καθημερινότητα, τόσο πιο φανταχτερή γίνεται η εικονικότητα, ένας παράδεισος όπου όλα είναι εφικτά, χωρίς τους κινδύνους της καθημερινότητας.

Από το New Age στο New Edge

Δεν είναι τέλος τυχαίο που στη δεκαετία του 60 διάφοροι γκουρού του New Age είδαν στην ενασχόληση με τις ανατολικές εσωτερικές φιλοσοφίες και στη χρήση παραισθησιογόνων, την αμφισβήτηση της υπάρχουσας κοινωνικής πραγματικότητας. Μιας αμφισβήτησης όμως ατομικής και άνευρης. Αρκετοί θεωρούσαν ότι με τη λήψη χημικών ουσιών μπορούσαν να προγραμματίσουν τη συμπεριφορά τους. Όταν λίγα χρόνια αργότερα άρχισαν οι πρώτες εφαρμογές του ψηφιακού κόσμου, είδαν εκεί την πραγμάτωση του οράματός τους, του «χασίματος» σε έναν άλλο κόσμο και έγιναν ένθερμοι υποστηρικτές της εικονικής πραγματικότητας και του διαδικτύου. Άρχισαν να οραματίζονται τον προγραμματισμό της ανθρώπινης συμπεριφοράς, πλέον μέσω της αλλαγής ψηφιακών προγραμμάτων. Ονόμασαν αυτό το νέο «κύμα» διεύρυνσης μιας νέας (σύμφωνα με αυτούς) συνειδητότητας και επαφής με τον κόσμο, New Edge. Ο Timothy Leary για παράδειγμα, ψυχολόγος, ένθερμος υποστηρικτής της χρήσης LSD και θεωρητικός – γκουρού του New Age, θεωρούσε πάντα την πραγματικότητα εικονική, και δεν ήταν ο μόνος. Συνεπώς, δεν πρέπει να μας φαίνεται περίεργη αυτή η ένθερμη υποστήριξη των νέων τεχνολογικών μέσων, ούτε που στα τελευταία βιβλία του οραματίζεται την πιθανότητα download του μυαλού μας σε ένα ψηφιακό δίσκο ή την άνοδο της νανοτεχνολογίας. Είναι η φυσική συνέπεια μιας μεταφυσικής αντίληψης.

Επίλογος

Σε αυτή την εισήγηση επιλέξαμε να επικεντρωθούμε σε δύο κυρίως πλευρές αυτής της εξέλιξης που θα ονομάζαμε ως αναβίωση της μεταφυσικής εντός της τεχνολογίας (που όπως είδαμε δεν συνιστά ένα φαινόμενο τόσο καινοφανές), αυτή της μαζικής κουλτούρας και αυτή του τρόπου πρόσληψης των νέων τεχνολογιών από τους χρήστες τους. Πρόκειται για εκείνες τις πλευρές που είναι από τις πλέον εμφανείς σε ένα πιο καθημερινό κι εμπειρικό επίπεδο και με τις οποίες όλοι, είτε έχουν άμεση επαφή με τις εξελίξεις της τεχνολογίας είτε όχι, διαθέτουν έναν βαθμό εξοικείωσης. Κι αυτός ακριβώς πιστεύουμε ότι είναι ένας από τους κεντρικότερους ρόλους τους. Η εξοικείωση τόσο των θεατών όσο και των χρηστών με ένα νέο φαντασιακό, που αυτή τη φορά μπορεί να μην αποδίδεται με τους όρους των υλικών μηχανών του 17ου αιώνα, αλλά πλέον με τους όρους των «άυλων» πληροφοριακών μηχανών του 21ου. Με ό,τι πολιτικές συνέπειες μπορεί ένας τέτοιος φετιχισμός της πληροφορίας να έχει.

Φυσικά, υπάρχουν πολλά ακόμα που θα μπορούσαν να ειπωθούν σε αυτό το σημείο. Άραγε εκείνη η αντίληψη στους κύκλους των επιστημόνων που θεωρεί το DNA ως ένα φορέα πληροφοριών ή ακόμα και τον εγκέφαλο ως μια μηχανή επεξεργασίας τέτοιων πληροφοριών – για κάποιους ακόμα και το σύμπαν ολόκληρο δεν συνίσταται σε τίποτα άλλο πέρα από bit και byte – από πού προέρχεται; Αντίστοιχα στον χώρο της φιλοσοφίας, πόσο «αθώες» μπορούν να θεωρηθούν οι διάφορες θεωρίες της επικοινωνίας που εμφανίστηκαν μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο; Δεν έχουμε τον χώρο για να επεκταθούμε εδώ. Δεν χρειάζεται όμως να πάει κανείς τόσο μακριά για να δει αντανακλάσεις αυτού του πληροφοριακού φετιχισμού. Η «δημοκρατία του διαδικτύου» αγανακτεί κι εξεγείρεται οποτεδήποτε ένας δικτατορίσκος του τρίτου κόσμου ή ένας «δημοκράτης» ομόλογός του του πρώτου κόσμου κατεβάζει τους διακόπτες των τηλεπικοινωνιακών δικτύων ή σπέρνει εντός τους μερικά κρυφά διακοπτάκια. Την ίδια στιγμή που σε μερικά (υλικότατα) ορυχεία μερικοί ακόμα εργάτες θάβονται και σε κάποιους (επίσης υλικότατους) βυθούς θαλασσών μερικοί ακόμα μετανάστες πνίγονται. Αρκεί όμως που η είδηση υπάρχει ελεύθερη κάπου στο διαδίκτυο! Εκεί όπου η πληροφοριακή θάλασσα των bit θα τους θάψει και θα τους πνίξει για δεύτερη φορά. Μαζί με τα μυαλά των εργαζομένων στη βιομηχανία της πληροφορικής, καθώς κάνουν το διάλειμμά τους μπροστά από μια οθόνη, επισκεπτόμενοι έναν κάποιο ειδησεογραφικό ιστότοπο.

]]>