Κινηματογράφος – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 11:52:47 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png Κινηματογράφος – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 Από τη θεατρική παράσταση στην κινηματογραφική αναπαράσταση (μέρος β’) https://gameover.zp/2012/10/01/%ce%b1%cf%80%cf%8c-%cf%84%ce%b7-%ce%b8%ce%b5%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7-%cf%83%cf%84%ce%b7%ce%bd-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7%ce%bc%ce%b1/ Mon, 01 Oct 2012 15:46:46 +0000 http://gameoversite.gr/?p=666

Στο προηγούμενο τεύχος ξεκινήσαμε μια προσπάθεια διερεύνησης της σχέσης ανάμεσα στο θέατρο και τον κινηματογράφο ως συνθήκες βιώματος/θέασης μιας αφήγησης, εξετάζοντας πάντα τα διαδεδομένα παραδείγματα του μαζικού κινηματογράφου, τα οποία, μέσα στη γενικότερη τάση της εποχής, αποτελούν σημαντικό κομμάτι των άτυπων διαδικασιών εκπαίδευσης. Επισημάναμε λοιπόν την πολλαπλότητα των θεάσεων στο θέατρο σε αντίθεση με τη δισδιάστατη (και πλέον τρισδιάστατη) ομοιομορφία της κινηματογραφικής οθόνης, γεγονός που επηρεάζει τη σχέση ανάμεσα στο κοινό και στο δρώμενο / προβαλλόμενο. Αναφέραμε επίσης τον τρόπο με τον οποίο σχετίζεται ο ηθοποιός με την αφήγηση και το ρόλο που υποδύεται. Στην περίπτωση του θεάτρου, ο ηθοποιός μέσα από τις παραστάσεις βιώνει το ρόλο σαν σύνολο και όχι μόνο κομματιασμένο, όπως στις πρόβες. Στο σινεμά, ο ηθοποιός δεν έχει αυτό το προνόμιο. Το κομμάτιασμα που αναφέραμε αντιστοιχεί εδώ στα διαφορετικά πλάνα τα οποία θα συντεθούν από το σκηνοθέτη και το μοντέρ, χωρίς ο ηθοποιός να μπορεί ουσιαστικά να βιώσει ολόκληρο το ρόλο του, όπως θα τον δει στην τελική μορφή της ταινίας. Δεν αλλάζει λοιπόν μόνο η σχέση του κοινού με την αφήγηση αλλά και των ηθοποιών, όπως και η μεταξύ τους αλληλεπίδραση. Στις κινηματογραφικές αίθουσες, η απόσταση ανάμεσα στους ηθοποιούς και τους θεατές είναι ταυτόχρονα χωρική και χρονική, αποκόπτοντας με αυτόν τον τρόπο την, τόσο κομβική για το θέατρο, επικοινωνία ανάμεσά τους.

Συνεχίζοντας αυτή τη διερεύνηση, μπορούμε να διακρίνουμε ότι συντελείται μια πιο βαθιά μετατόπιση, η οποία δε γίνεται άμεσα αντιληπτή. Η μετατόπιση αυτή αφορά στο πώς το κοινό, μέσα από το θέατρο και τον κινηματογράφο, εκπαιδεύεται σε διαφορετικούς τρόπους αντίληψης, όχι μόνο μιας παράστασης ή μιας ταινίας, αλλά και της ίδιας της πραγματικότητας.[ref]Όπως είχαμε αναφέρει και στο προηγούμενο κείμενο, αφήνουμε προς το παρόν απ’ έξω το ψηφιακό παράδειγμα, γνωρίζοντας όμως ότι έχει ήδη αρχίσει να παραλλάσσει τη σχέση που μελετάμε και μάλιστα με δομικό τρόπο.[/ref]

Η εμπειρία μιας θεατρικής παράστασης για το κοινό, ιδιαίτερα στις αίθουσες του αστικού θεάτρου, φαίνεται εκ πρώτης όψεως παρόμοια με αυτή του σινεμά: πολλοί άνθρωποι καθισμένοι σε ένα σκοτεινό χώρο, χωρίς επαφή μεταξύ τους, παρακολουθούν την εξέλιξη μιας ιστορίας. Υπάρχει όμως μια αδιόρατη αλλά βασική διαφορά, πέρα από όσες συνοψίσαμε στην αρχή και έγκειται στο εξής. Στην περίπτωση του θεάτρου, παρ’ όλο που το κοινό φαίνεται να μένει αμέτοχο, η αλήθεια είναι ότι συμμετέχει και μάλιστα με ένα πολύ δημιουργικό τρόπο: Με τη φαντασία του. Και κατ’επέκταση χρησιμοποιώντας τον πλούτο των προσωπικών του βιωμάτων.

Η διαδικασία αυτή αποτελεί δομικό κομμάτι της σκηνοθεσίας και της σκηνογραφίας. Η σκηνή είναι ένας κατεξοχήν παραστατικός και ταυτόχρονα συμβολικός χώρος. Χρησιμοποιεί δηλαδή σύμβολα, τα οποία στόχο έχουν να ανάγουν τη σκέψη μας σε ένα ευρύτερο νοηματικό πεδίο, όπου μπορεί να γίνει η ερμηνεία και η συσχέτισή τους. Τα σκηνικά, τα ρούχα, οι κινήσεις και οι χειρονομίες δεν ανα-παριστούν με ακρίβεια την πραγματικότητα, αλλά περισσότερο παριστάνουν κάτι το οποίο δεν είναι υπαρκτό. Ένα “κάτι” που με αφορμή τα στοιχεία που δίνονται επί σκηνής, συμπληρώνεται και αποκτά υπόσταση στο μυαλό του θεατή, χρησιμοποιώντας όλο αυτό το ανεξιχνίαστο υλικό που τροφοδοτεί τη φαντασία, γεμάτο με βιώματα, συναισθήματα, ατομικές και συλλογικές μνήμες. Μια παλιά ξύλινη ντουλάπα, ένα στρογγυλό τραπέζι και ένας πολυέλαιος, βρίσκονται εκεί όχι απλά για να αναπαραστήσουν τα αντικείμενα αυτά καθαυτά αλλά για να παραπέμψουν τους θεατές να φανταστούν το δωμάτιο σε ένα τάδε είδος σπιτιού, το οποίο είτε υπάρχει σαν κοινό ανάμεσά τους βίωμα, είτε σαν ιστορική ανάμνηση από φωτογραφίες και διηγήσεις. Αντίστοιχα, ένα κρυστάλλινο ποτήρι μπορεί να συμβολίζει ταυτόχρονα ένα ποτήρι, αλλά και την αριστοκρατική καταγωγή των κατοίκων του σπιτιού, τη διαφάνεια, την πράξη της πόσης, το δοχείο που “περιέχει” ή και πολλά από αυτά ταυτόχρονα.

Με την ίδια λογική λειτουργούν πολλά αντικείμενα σε μια θεατρική παράσταση, συμβολίζοντας και υποδηλώνοντας, όχι απαραίτητα ένα χώρο, αλλά και μια εποχή, μια πρόθεση, ένα συναίσθημα ή και απλά μια αφηρημένη ατμόσφαιρα. Πάντα όμως τα αντικείμενα αυτά βρίσκονται στη θέση που χρειάζεται, και μάλιστα με μια προσεκτικά μελετημένη οικονομία, για να προκαλέσουν στο μυαλό μας τους συνειρμούς που θα μας οδηγήσουν μέσα στα στάδια της αφήγησης, όπως οι φωτεινές πινακίδες στη νυχτερινή πόλη. Και η τέχνη της σκηνογραφίας έχει αυτό το δύσκολο ρόλο, να επιλέξει τη σύνθεση που θα ενεργοποιήσει συλλογικά αυτούς τους συνειρμούς, να τοποθετήσει τις πινακίδες στις σωστές γωνίες, στις σωστές αποστάσεις ώστε να μη χαθεί το κοινό στο νοηματικό σκοτάδι.

Στον κινηματογράφο το βάρος μετατοπίζεται από την παράσταση ενός συμβολικού χώρου/γεγονότος, στην αναπαράστασή του, δηλαδή στην ακριβή μίμηση της εικόνας του μέσω μιας σειράς καταγραφών. Ένα σπίτι στην οθόνη του σινεμά είναι η ακριβής αναπαράσταση του συγκεκριμένου σπιτιού, είτε προϋπήρχε, είτε κατασκευάστηκε επί τούτου για την ταινία. Η εικόνα του δεν παραπέμπει, περιγράφει επ’ ακριβώς. Ο θεατής δε χρειάζεται να συμπληρώσει τα υπόλοιπα στοιχεία, δε χρειάζεται να δημιουργήσει αυτό το νέο φανταστικό χώρο μέσα του, γιατί όλα είναι δοσμένα. Και οι παραμικρές λεπτομέρειες -ακόμα και οι άσχετες με την ιστορία- το χρώμα του τοίχου, η υφή, οι ρωγμές, τα μικροέπιπλα, η κλίμακα. Είναι καταγεγραμμένα και κοινά για όλους. Μπορεί κανείς να επισκεφθεί τα στούντιο στα πάρκα των μεγάλων εταιριών παραγωγής και να δει από κοντά τα σκηνικά που γυρίστηκαν οι πιο διάσημες χολιγουντιανές ταινίες, να δει απαράλλαχτη την εικόνα της οθόνης στην πραγματικότητα. Είναι όμως αδύνατο να δει στην πραγματικότητα τα όσα-και-οι-θεατές σπίτια που έχει φανταστεί το κοινό μιας παράστασης. Μπορεί όλα μεν να μοιάζουν με τυπικά σπίτια του ’50, ένα όμως μπορεί να έχει γιασεμί έξω από το παράθυρο, όπως το σπίτι της γιαγιάς κάποιου, ένα άλλο μπορεί να έχει στενό διάδρομο και σόμπα, ριχτάρια και πολλές καρέκλες, να είναι φωτεινό ή όχι, να μυρίζει καφέ ή ναφθαλίνη ή οτιδήποτε άλλο.[ref]Ο κινηματογράφος με τη σειρά του έχει προμηθεύσει το κοινό με πληθώρα καταγραφών οι οποίες δημιουργούν αυτό που θα λέγαμε συλλογικές οπτικοακουστικές αναμνήσεις και οι οποίες είναι ανεξάρτητες με τα προσωπικά βιώματα των θεατών. Έτσι ένα σπίτι του ‘50 μπορεί να μοιάζει με το σπίτι των γονιών ή της γιαγιάς μας αλλά ήδη, πόσο περισσότερο στις μελλοντικές γενιές, μπορεί να μοιάζει με ένα στυλ σπιτιού που έχουμε δει σε πολλές ταινίες που γυρίστηκαν το ’50 (ή και σύγχρονες, που προσομοιάζουν εκείνη την εποχή)[/ref]

Τι μπορεί να σημαίνει αυτή η μετατόπιση για τον αντιληπτικό μηχανισμό των θεατών; Για τον τρόπο που εκλαμβάνουμε αυτό που βλέπουμε, μέσα αλλά ίσως και έξω από τις αίθουσες;

Είναι γεγονός ότι έχουμε εκπαιδευτεί τόσο πολύ, όχι μόνο στον κινηματογράφο, αλλά και στις κινούμενες εικόνες γενικότερα, ώστε η αναπαραστατική τους ερμηνεία να έχει γίνει αυτόματη. Αυτό που δείχνεται αυτό “είναι”. Αλλά και αντίστροφα, ό,τι δε δείχνεται δεν υπάρχει. Μοιάζει πλέον αρκετά δύσκολο να αντιστοιχηθούν τα σύμβολα με τις σημασίες τους. Όλο και πιο εύκολα, αντιμετωπίζονται κι αυτά με ένα τρόπο σαν στεγνές αναπαραστάσεις. Σαν εικόνες. Και σαν κλισέ. Γεγονός που επιτρέπει να συντίθενται μεταξύ τους όπως οι εικόνες, χωρίς να είναι απαραίτητο οι σημασίες τους να είναι συμβατές, χωρίς δηλαδή να χρειάζεται αυτή η σύνθεση να γίνει στο πεδίο των νοημάτων. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, γεγονότα, ταυτότητες και συμβολισμοί να μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς καμιά λογική σύνδεση, και μάλιστα κρύβοντας μεγάλες αντιφάσεις κάτω από το επιφανειακό ταίριασμά τους. Είναι επόμενο να συμβαίνει αυτό: η σκέψη, ο λογικός συνειρμός χρειάζεται προσπάθεια και εμπειρία. Όταν η εικόνα τα λέει όλα, δε χρειάζεται από μέρους μας καμία προσπάθεια για περαιτέρω κατανόηση κι έτσι αυτή μας η ικανότητα αδρανοποιείται (ή δεν αναπτύσσεται καν)[ref]Το σύγχρονο  θέατρο μοιάζει να δυσκολεύεται να διαχειριστεί αυτά τα νοηματικά-επικοινωνιακά κενά, τα οποία ενισχύονται και από το χάος των απεικονίσεων και των φαινομενικά διαφορετικών ταυτοτήτων του κοινού. Δυσκολεύεται δηλαδή να βρει αυτά τα σύμβολα τα οποία θα είναι μεν λιτά και περιεκτικά αλλά ταυτόχρονα οι θεατές θα μπορούν να τα αποκωδικοποιήσουν. Έτσι, πολλές φορές, μια θεατρική παράσταση φτάνει να γίνεται κατανοητή μόνο σε ένα αβανγκάρντ σύνολο ή να βιώνεται σαν επιφανειακή ατμόσφαιρα χωρίς να γίνεται αντιληπτό το εύρος των νοημάτων που θέλει να δώσει ο σκηνοθέτης –ή πολύ απλά οι περισσότεροι θεατές να μην καταλαβαίνουν τίποτα.[/ref]
Βέβαια, το ό,τι-βλέπω-αυτό-υπάρχει δεν είναι σε καμία περίπτωση αποτέλεσμα/σύμπτωμα μόνο των κινηματογραφικών αιθουσών αλλά τείνει να κυριαρχήσει στην αντίληψή μας για τον κόσμο, κυρίως μέσα από την ταχύτατη και βίαια επιβαλλόμενη κυριαρχία της εικόνας. Το “είδα” στην τηλεόραση, στο ίντερνετ, στις εφημερίδες, και αυτό που είδα, αυτό ισχύει. Δε χρειάζεται να αναρωτηθούμε πώς γίνεται να ισχύει και το ένα και το άλλο, ποιος λέει αυτό και ποιος δείχνει εκείνο. Τα λέει όλα η εικόνα, αν υπήρχε κάτι άλλο θα το βλέπαμε. Έτσι, μπορούν όλα να υπάρξουν χωρίς αιτιολόγηση, αρκεί να προβληθούν ή να ειπωθούν. Μπορώ να πιστεύω ότι για την κρίση φταίνε οι μετανάστες, η τρόικα και το ότι μας ψεκάζουν από ψηλά. Μπορώ να είμαι έλληνας εθνικιστής, ταυτόχρονα ναζί  αλλά όχι ρατσιστής, ευαίσθητος φιλόζωος, φασίστας και χορτοφάγος. Μπορώ να καμαρώνω με εθνική περηφάνια κοιτώντας στη γιγαντοαφίσα του hondos center της ομόνοιας τον κομματιασμένο στίχο του ρασούλη παρέα με τη γαλανόλευκη, αγνοώντας ότι το τραγούδι παρακάτω λέει “Κάθε ένας είναι ένα σύνορο που πονά”.

Ίσως βέβαια να μην έχει καν τόση σημασία. Γιατί αυτό που τόσο εύκολα δείχνεται, επίσης εύκολα φαίνεται να ξεχνιέται. Όλα αυτά τα “είδα”, όχι μόνο σε εικόνες αλλά και στο δρόμο, στο λεωφορείο, στη δουλειά, τόσο απλά τιτλοφορούνται και κατόπιν εξαφανίζονται χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή του μυαλού ή του κορμιού μας. Στο σκοτάδι των νοημάτων, στο κενό της ιστορίας και της θύμησης.

Θεατρική παράσταση και κινηματογραφική αναπαράσταση (μέρος α)

]]>
La antena https://gameover.zp/2012/06/01/la-antena/ Fri, 01 Jun 2012 14:05:30 +0000 http://gameoversite.gr/?p=626

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια πόλη χωρίς φωνή. Κάποιος είχε κλέψει τις φωνές από όλους τους κατοίκους της. Τα χρόνια περνούσαν και κανείς δε φαινόταν να ενοχλείται από τη σιωπή…

Δεν ενοχλούσε τους κατοίκους η σιωπή. Δεν τους ενοχλούσε γιατί τουλάχιστον τους επιτρεπόταν μια άλλη αίσθηση. Αίσθηση πρωταρχική, όπως την έχει καταστήσει η κοινωνία σήμερα. Η όραση. Όσο μπορούσαν να βλέπουν η κοινωνική συναίνεση μπορούσε να επιτευχθεί. Και φυσικά καίριο ρόλο σε αυτήν, διαδραμάτιζε το θέαμα. Μια οθόνη υπήρχε σε κάθε σπίτι, σε κάθε δρόμο, σε κάθε μαγαζί και όσο μετέδιδε αυτή η οθόνη οι άνθρωποι ξεχνούσαν ότι από τις αντανακλαστικές τους αντιδράσεις, στις εικόνες που εξέπεμπε, έλειπε η φωνή. Η εικόνα είχε διαμεσολαβήσει τα πάντα. Γινόταν η τροφή που τους συντηρούσε για να συνεχίζουν τη ζωή τους από μέρα σε μέρα.

Αλλά η εικόνα και η σιωπηλή αποδοχή της δεν ήταν αρκετά ώστε η σκέψη και η κριτική να χάσει κάθε δύναμη και οι κάτοικοι της πόλης να γίνουν έρμαια του κακού εκμεταλλευτή τους. Και αυτό γιατί τους είχε απομείνει ένα πολύ δυνατό εργαλείο (τη δύναμη του οποίου όμως, λίγοι μπορούσαν να αντιληφθούν). Οι λέξεις. Οι λέξεις ήταν το μόνο μέσο που είχε μείνει στους ανθρώπους της πόλης για να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά τους χωρίς τη χρησιμοποίηση της εικόνας, την τεχνογνωσία της οποίας έτσι κι αλλιώς δεν κατείχαν εκτός από ελάχιστους. Παρ’όλο που η επικράτηση της εικόνας είχε πετύχει το σκοπό της και οι άνθρωποι είχαν ήδη σταματήσει να προβάλλουν αντιστάσεις σε αυτήν, η ύπαρξη των λέξεων αποτελούσε τεράστια βοήθεια για αυτούς τους λίγους που θέλησαν να τις χρησιμοποιήσουν ανταγωνιστικά αλλά και μεγάλη απειλή και ευκαιρία ταυτόχρονα για όσους είχαν συμφέρον από τη χειραγώγηση των από κάτω.

Έκλεψαν τις φωνές μας. Και τώρα προσπαθούν να μας κλέψουν και τις λέξεις.

Τι συμβαίνει όμως όταν κλέβεις από τους ανθρώπους το τελευταίο μέσο έκφρασής τους; Κάποιοι αδιαφορούν, κάποιοι δεν το καταλαβαίνουν και κάποιοι αντιδρούν. Και όταν η ταινία έχει happy end αυτοί οι τελευταίοι καταφέρνουν να κάνουν τους κατοίκους της πόλης να ουρλιάξουν.

Οι σύγχρονες κοινωνίες δε διαφέρουν και πολύ από την sci-fi εκδοχή του la antena. Ζούμε στοιβαγμένοι σε βουβές μητροπόλεις, ανάμεσα σε ανθρώπους για τους οποίους η εικόνα έχει μετατραπεί σε στάση ζωής. Και ακόμα και όταν οι εικόνες που προβάλλονται είναι αποκρουστικές, η φωνή τους παραμένει απούσα όπως και η οποιαδήποτε αντίδραση. Δε μας έχουν κλέψει ούτε τη φωνή μας ούτε τις λέξεις που την αποτυπώνουν. Δε μας έχουν κλέψει τους τρόπους να αντιδρούμε. Αλλά στερούμαστε το σημαντικότερο απ’όλα. Τη σκέψη. Τη γνώση του γιατί αντιδρούμε. Στερούμαστε δηλαδή τη βάση πάνω στην οποία τα οποιαδήποτε εργαλεία και μέσα (είτε είναι λέξεις, είτε εικόνες) θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν.

Και υπό αυτές τις συνθήκες ποιό θα ήταν το δικό μας happy end; Να ουρλιάξουμε, αλλά ξέροντας γιατί.

 

To La antena είναι μια ταινία του Esteban Sapir στην οποία παρουσιάζεται το πως ένας τηλεοπτικός παραγωγός έχει καταφέρει να κλέψει τις φωνές μιας ολόκληρης πόλης και η προσπάθειά του, μέσα από την εκμετάλλευση της τελευταίας φωνής που έχει απομείνει, να κλέψει και τις λέξεις των ανθρώπων για να τις χρησιμοποιήσει σαν καύσιμο για την επιχείρηση του. Μία κεραία (antena) είναι το μέσο που χρησιμοποιεί για να πετύχει αυτόν το σκοπό.

]]>
Θεατρική παράσταση και κινηματογραφική αναπαράσταση (μέρος α) https://gameover.zp/2012/06/01/%ce%b8%ce%b5%ce%b1%cf%84%cf%81%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%ac%cf%83%cf%84%ce%b1%cf%83%ce%b7-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%b1%cf%86/ Fri, 01 Jun 2012 12:51:57 +0000 http://gameoversite.gr/?p=605

Προσπαθώντας να ορίσουμε ένα χωροχρόνο μέσα στον οποίο να μιλήσουμε για το θέατρο και τον κινηματογράφο, αντιλαμβανόμαστε ότι είναι εξαιρετικά δύσκολο να τα αντιμετωπίσουμε σαν ενιαία σύνολα με συγκεκριμένους κανόνες. Ειδικά το θέατρο, το οποίο μετράει εκατοντάδες χρόνια σε σχέση με την κινούμενη εικόνα, δεν είναι δυνατόν να το δούμε στο σήμερα, ανεξάρτητο από την επιρροή που είχε και έχει πάνω του η εξέλιξη και ενσωμάτωση των εικονιστικών τεχνολογικών μέσων.

Επιλέγουμε λοιπόν να αναφερθούμε στο θέατρο πριν την εδραίωση των «εικόνων», εννοώντας το, ως το χώρο και χρόνο όπου μία ομάδα ηθοποιών ενσαρκώνει τους χαρακτήρες μιας ιστορίας επί σκηνής, είτε αυτή είναι η σκηνή του αστικού θεάτρου είτε η πρόχειρη σκηνή του περιπλανώμενου θιάσου, έχοντας υπ’όψην πάντα τις μεγάλες διαφορές ανάμεσά τους. Όσον αφορά στον κινηματογράφο, αντλούμε παραδείγματα από τη mainstream μορφή του, τις μαζικές -αμερικανικής (και όχι μόνο) παραγωγής- ταινίες, αφήνοντας απ’έξω την τελευταία μετεξέλιξή τους μέσω της ψηφιακής τεχνολογίας (ταινίες τύπου «Αvatar»).

Περνώντας λοιπόν από το παίξιμο και τη θέαση ενός θεατρικού έργου, στην παραγωγή και θέαση μιας κινηματογραφικής ταινίας φαίνεται πως έχουν συμβεί σημαντικές αλλαγές στο κοινό, στους ηθοποιούς, στη σχέση αυτών μεταξύ τους, με την αφηγούμενη ιστορία και με την ίδια την πραγματικότητα.

 

Σχέση θεατή – δρώμενου/προβαλλόμενου.

Όσοι πηγαίνουν στο θέατρο, ξέρουν πόσο διαφέρει μια παράσταση ιδωμένη από διαφορετικό κάθε φορά σημείο της αίθουσας. Αλλάζει η προοπτική, η σχέση των ηθοποιών μεταξύ τους και με το χώρο, οι εκφράσεις και οι κινήσεις στις οποίες έχει οπτική πρόσβαση ο θεατής, ακόμα και ο τρόπος που παρατηρεί τα σκηνικά. Αν βιντεοσκοπούσαμε μια παράσταση ταυτόχρονα από κάθε θέση της αίθουσας, το αποτέλεσμα θα ήταν τόσες διαφορετικές ταινίες όσες και οι θεατές. Ανεξάρτητα από το τί προσέχει κανείς σε αυτό που βλέπει ή με ποιόν χαρακτήρα ταυτίζεται, κάτι που ούτως ή άλλως καθορίζεται από υποκειμενικούς λόγους, φαίνεται ότι στο θέατρο η θέαση είναι εξ’αρχής μια προσωπική, υποκειμενική υπόθεση, ήδη από τη στιγμή που θα επιλέξει κανείς την εγγύτητα και τη γωνία από την οποία θα σταθεί σε σχέση με τη σκηνή.

Οι θεατές του κινηματογράφου, αν και πολλοί και καθισμένοι σε διαφορετικές θέσεις μπορούμε να πούμε ότι τελικά ανάγονται σε ένα μαζικό θεατή, σε ένα σύνολο από πανομοιότυπες μονάδες. Σε οποιοδήποτε σημείο της κινηματογραφικής αίθουσας κι αν καθίσει κανείς, όλοι υπόκεινται στη θέαση των ίδιων προβαλλόμενων εικόνων. Η αναγωγή των τριών στις δύο διαστάσεις έχει ήδη γίνει, η προοπτική έχει καθοριστεί, τα κάδρα, τα ζουμ, οι εμφατικές ατάκες και χειρονομίες έχουν επιλεχθεί από το σκηνοθέτη και έχουν παγιωθεί στο τελικό μοντάζ, είναι κοινές για όλους. Αυτό που ίσως επιλέγει ο θεατής είναι η ένταση επιρροής των εικόνων πάνω του, πλησιάζοντας την οθόνη, αφήνοντάς τες έτσι να κυριαρχήσουν στο οπτικό του πεδίο ή απομακρυνόμενος από αυτές, προσπαθώντας με ένα τρόπο να αποστασιοποιηθεί διανοητικά και συναισθηματικά.

 

Ηθοποιός και βιωμένη αφήγηση

Όμως και πέρα από το θεατή, η σχέση του ηθοποιού με την ιστορία είναι επίσης μια πολύ διαφορετική εμπειρία από το θέατρο στον κινηματογράφο. Το να υποδύεσαι ένα χαρακτήρα είναι σε κάθε περίπτωση δύσκολη υπόθεση και απαιτεί από τον ηθοποιό να μπαίνει στη θέση του, να καταννοεί την ψυχοσύνθεσή του, τα πάθη του, να βιώνει λεπτομερώς τις πιο κρυφές πτυχές της προσωπικότητάς του, ενώ ταυτόχρονα να μπορεί να διατηρεί την πραγματική του υπόσταση σαν άνθρωπος έξω από το θέατρο, να βγαίνει ακέραιος -ή και αλλαγμένος- από το ρόλο και να επιστρέφει στον «πραγματικό» του εαυτό. Μέσα από τις πρόβες γίνεται κατανοητή η δομή του κάθε ρόλου, η σχέση του με τους υπόλοιπους και με το σύνολο της ιστορίας. Μελετώνται οι λεπτομέρειες, δοκιμάζεται το εκφραστικό έυρος και οι δυνατότητες του χαρακτήρα, ενώ ο ηθοποιός προσθέτει τα δικά του, προσωπικά χαρακτηριστικά, εμπλουτίζοντας αυτό το σχεσιακό πλέγμα. Ο στόχος μετά από τις πρόβες όλων των μεμονωμένων σκηνών είναι η εμπέδωση αυτού του πλέγματος στοιχείων και μηχανισμών από την πλευρά του σκηνοθέτη και του ηθοποιού, και η σύνθεσή τους τελικά στο όλον της αφήγησης. Έτσι, το βίωμα της ιστορίας ολοκληρώνεται μέσα από την πρόβα ολόκληρου του θεατρικού έργου και συνεχίζει να ωριμάζει μέσα από τις παραστάσεις, μπροστά στο κοινό. Ο ηθοποιός βάζει τα κομμάτια στη σειρά, περνάει μέσα από όλες τις συναισθηματικές, οντολογικές καταστάσεις του ρόλου που υποδύεται, χτίζει την αφήγηση και το ίδιο του το βίωμα, απο την αρχή και αποταυτίζεται από αυτό μετά το τέλος. Πρόκειται για μια αλληλουχία καταστάσεων, όπου η επόμενη εξαρτάται από την προηγούμενη, ως προς το νόημα, τις αιτίες, την ένταση και της αποχρώσεις των βιωμάτων. Ένα γέλιο δεν είναι απλά ένας ήχος και μία γκριμάτσα. Μπορεί να είναι χαζοχαρούμενο, εκτονωτικό ή σαρκαστικό ανάλογα με το τί έχει προηγηθεί στην ιστορία, και ανάλογα με το πώς αντιδρά η ψυχοσύνθεση του συγκεκριμένου χαρακτήρα υπο το βάρος όσων έχουν συμβεί. Μπορεί να είναι διαφορετικό στην αρχή της θεατρικής σεζόν απ’ότι στο τέλος της, εμπλουτισμένο με την εμπειρία του ηθοποιού και τις αντιδράσεις του κοινού.

Σε μια κινηματογραφική ταινία τα κομμάτια δεν μπαίνουν ποτέ στη θέση τους από τον ηθοποιό. Αυτό είναι πλέον δουλειά του μοντέρ. Ο ηθοποιός μοιάζει περισσότερο με εργαλείο του σκηνοθέτη για να πετύχει το οπτικό και συγκινησιακό αποτέλεσμα που επιθυμεί.[ref]Ήδη από την εποχή των Σοβιετικών κινηματογραφιστών (Βερτόβ, Κουλέσωφ, Μέγιερχολντ, Αϊζενστάιν) ο ηθοποιός γινόταν αντιληπτός σαν «μοντέλο», το οποίο επέτρεπε στο σκηνοθέτη να το χρησιμοποιήσει κομματιάζοντάς το για να συνθέσει κάτι καινούργιο, απορρίπτοντας την ορθόδοξη θεατρική υποκριτική. Οι κατάλληλοι για τον κάθε ρόλο επιλέγονταν φυσιογνωμικά και όχι ανάλογα με τις υποκριτικές τους ικανότητες, με βασικό κριτήριο να δίνουν αμέσως την «εντύπωση» του ρόλου που έπαιζαν.[/ref] Η ιστορία κατακερματίζεται, μπορεί να γυρίζεται η τελευταία και έπειτα η πρώτη σκηνή και ο ηθοποιός καλείται να αποδώσει μέσα στο χρόνο γυρίσματος ενός μεμονωμένου πλάνου, συναισθηματικές καταστάσεις οι οποίες έχουν προκληθεί στους χαρακτήρες μετά από μια σειρά γεγονότων της αφήγησης. Αυτό μάλιστα κατ’ επανάληψη, σε γρήγορους ρυθμούς, καθώς η κάθε μικρή σκηνή μπορεί να γυριστεί ξανά και ξανά, γεγονός που το καθιστά εξαιρετικά δύσκολο και ψυχοφθόρο. Παρά το γεγονός ότι προσπαθεί με πολλάπλές τεχνικές να βιώσει το ρόλο του, μέσα και έξω από τα πλατό, τελικά ο ηθοποιός αντιλαμβάνεται σαν ολόκληρο τον κατακερματισμένο χαρακτήρα που υποδύεται, μόνο όντας θεατής κι ο ίδιος, στην πρεμιέρα της ταινίας. Ο πραγματικός ρόλος της ιστορίας δε βιώνεται ποτέ σαν τέτοιος, δεν έχει το χρόνο να ωριμάσει σαν σύνολο, αλλά ειδώνεται μόνο σαν, κατακερματισμένη από τα πλάνα και συναρμολογημένη από το μοντάζ, αναπαράσταση. Και μάλιστα μια αναπαράσταση πάνω στην οποία ο κατακερματισμός αυτός δεν εξαλείφεται αλλά διατηρείται στο σώμα της ταινίας, μέσα από τη γρήγορη εναλλαγή των πλάνων και τις πολλαπλές γωνίες λήψης σπάζοντας τους χρόνους και την οπτική σε μικρά κομμάτια.

 

Διαλεκτική ηθοποιού-θεατή

Η μετάβαση αυτή, η αλλαγή στη σχέση ηθοποιού και ρόλου επεκτείνεται και στην ίδια τη σχέση ανάμεσα στον ηθοποιό και το κοινό του. Στο θεατρικό κόσμο, η σχέση αυτή βρίσκεται στο επίκεντρο της δράσης, είναι δυναμική, ρευστή και, βέβαια, καθοριστική για την ψυχολογία του ηθοποιού και τον τρόπο με τον οποίο υποδύεται το ρόλο του. Μέσα από τις αντιδράσεις των θεατών αντιλαμβάνεται αν καταφέρνει να τους μεταδόσει αυτό που επιθυμεί, να τους κάνει να ταυτιστούν μαζί του, να συγκινηθούν, να συναισθανθούν την ιστορία. Και το κοινό τροφοδοτεί αυτή την επαφή, ζώντας τελικά μια παράσταση ανάλογη αυτής της επικοινωνίας.

Αυτό δεν είναι κάτι που συμβαίνει στην περίπτωση του κινηματογράφου. Η καταγραφή της εικόνας έρχεται να αφαιρέσει αυτόν το σύνδεσμο, σαν εντελώς άχρηστο, βάζοντας το θεατή και τον ηθοποιό σε διαφορετικούς χώρους και χρόνους, χωρίς τη δυνατότητα επικοινωνίας. Η ίδια η ταινία δεν επηρεάζεται από αυτήν την έλλειψη. Ίσα ίσα, μέσω αυτής της διαδικασίας είναι εγγυημένο ότι η ιστορία μπορεί να επαναληφθεί πολλές φορές, χωρίς καμία αλλαγή, σε πολλά μέρη του κόσμου και σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, ανεξάρτητα με το ποιός πρωταγωνιστεί και ποιός παρακολουθεί. Και οι δύο πόλοι αυτής της, μεσολαβημένης από την καταγραφή, σχέσης μένουν αμέτοχοι και υλικά ασύνδετοι μπροστά στην ασταμάτητη ροή των κινούμενων εικόνων.

Μέσα από αυτή τη μερική αντιπαράθεση δεν έχουμε σαν σκοπό φυσικά να ταχθούμε με το μέρος της σκηνής ή της οθόνης. Περισσότερο πρόκειται για μια προσπάθεια να αντιληφθούμε τις μετατοπίσεις που έχουν συμβεί και συμβαίνουν περνώντας από την εποχή του γραπτού λόγου, της θεατρικής αφήγησης στην προκειμένη, σε αυτή των κινούμενων εικόνων, οι οποίες φαίνεται να κυριαρχούν και να εξαπλώνονται πολύ πιο πέρα, μέσω της ψηφιοποίησης. Παρ’όλ’αυτά το θέατρο δεν ανήκει αυτούσιο στο παράδειγμα των καταγραφών, θα λέγαμε πως είναι συνδεδεμένο με το βίωμα όσο και με το γραπτό λόγο. Και αυτό του δίνει τη δύναμη να επηρρεάζει και να επηρρεάζεται από τα συλλογικά κοινωνικά βιώματα με πολλαπλούς τρόπους, προσαρμοζόμενο στην κάθε εποχή. Είναι όμως ένα ζήτημα πώς αυτού του είδους η επικοινωνία θα επιβιώσει και θα μεταλλαχθεί όσο η βιωμένη πραγματικότητα μεσολαβείται όλο και περισσότερο από τις εικόνες, υποτάσσοντας τη σκέψη και τα συναισθήματά μας σε νέους χρόνους και σε νέους τρόπους αντίληψης, δράσης και αφομοίωσης.

Θεατρική παράσταση και κινηματογραφική αναπαράσταση (μέρος β)

]]>
Μηχανικό μάτι: η συνέχεια https://gameover.zp/2011/12/20/%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%bc%ce%ac%cf%84%ce%b9-%ce%b7-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%ad%cf%87%ce%b5%ce%b9%ce%b1/ Tue, 20 Dec 2011 22:00:09 +0000 http://gameoversite.gr/?p=296

Στο προς το παρόν (πιστεύουμε) , μοναδικό προηγούμενο τεύχος του game over (game over, τεύχος 1, το μηχανικό μάτι), επιλέξαμε σαν αφετηρία για να εξηγήσουμε τις αλλαγές που έφερε η επικράτηση της εικόνας σαν κυρίαρχη αίσθηση πάνω στις υπόλοιπες, τον κινηματογράφο και το μοντάζ. Αυτή η επικράτηση έγινε με την αφαίρεση του ελέγχου της όρασης από το υποκείμενο και της μηχανοποίησής της. Δεν είναι τυχαίο που οι πρωτοπόροι κινηματογραφιστές χαρακτήρισαν την κάμερα σαν «μηχανικό μάτι» και μάλιστα τελειότερο από το φυσικό. Ο δρόμος από την όραση με τη βοήθεια των μέσων στην όραση μέσα από τα μέσα είχε ανοίξει. Και μαζί της η θεώρηση του ανθρώπινου σώματος σα μηχανή και αντιστρόφως, της μηχανής σαν έμβιο όν. Έτσι, η μηχανή «βλέπει», αλλά και το ανθρώπινο μάτι είναι σαν τη μηχανή. Και ορίστε η απόδειξη για αυτά που λέμε εμείς οι τεχνοφοβικοί (ή τεχνοφετιχιστές για κάποιους άλλους). Η εικόνα είναι από την ιστοσελίδα ενός ιατρικού κέντρου και εμφανίζει το μάτι να λειτουργεί όπως μια φωτογραφική μηχανή. Μάλιστα, ούτε καν το αντίθετο. Τώρα, αν θέλετε να σας πούμε και τις προεκτάσεις της εργαλειοποίησης του ανθρώπινου σώματος από την ιατρική, διαβάστε και κανά Φουκώ. Πολλά δε ζητάτε με 1,5 ευρώ;

]]>
Blade Runner https://gameover.zp/2011/12/20/blade-runner/ Tue, 20 Dec 2011 18:48:08 +0000 http://gameoversite.gr/?p=286

cc_not_in_love_large_cover___

– ‘Εχω τρακ, όταν κάνω τεστ.
– Σας παρακαλώ, μην κινείστε.
– Με συγχωρείτε. ‘Εκανα ένα τεστ ΙQ φέτος, αλλά ποτέ δεν έχω κάνει απ’ αυτά.
– Ο χρόνος αντίδρασης παίζει μεγάλο ρόλο, γι’ αυτό, σας παρακαλώ, προσοχή.
– 1187 Χαντερβάσερ. Το ξενοδοχείο.
– Τι;
– Εκεί που μένω.
– Είναι καλό;
– Ναι, μάλλον. Είναι κι αυτό μέρος του τεστ;
– ‘Οχι, απλή προθέρμανση.
– Δεν είναι τίποτα μυστήριο, ε;
– Είστε μόνος σε μια έρημο και περπατάτε, όταν ξαφνικά…
– Αυτό είναι το τεστ;
– Ναι. Βρίσκεστε σε μια έρημο και περπατάτε στην άμμο… όταν ξαφνικά, κοιτάτε κάτω…
– Ποια; Ποια έρημο;
– ‘Εχει σημασία; Είναι εντελώς υποθετικό.
– Αλλά πώς βρέθηκα εκεί;
– Μπορεί να μπουχτίσατε… να θέλετε να μείνετε μόνος με τον εαυτό σας. Κοιτάτε κάτω και βλέπετε μια εμύδα, Λίον. Προχωρεί προς το μέρος σας.
– Εμύδα; Τι είν’ αυτό;
– Ξέρετε τι είναι η χελώνα;
– Φυσικά.
– Είναι το ίδιο πράγμα.
– Ποτέ δεν έχω δει χελώνα. Αλλά καταλαβαίνω τι εννοείτε.
– Απλώνετε το χέρι και τη γυρίζετε ανάποδα, Λίον.
– Εσείς τις φτιάχνετε αυτές τις ερωτήσεις, κύριε Χόλντεν; ‘Η σας τις ετοιμάζουν άλλοι;
– Η χελώνα κείτεται ανάποδα με την κοιλιά στον καυτό ήλιο… κουνάει τα πόδια της, προσπαθεί να γυρίσει, αλλά δεν μπορεί. Δεν μπορεί χωρίς τη βοήθειά σας. Αλλά δεν τη βοηθάτε.
– Τι εννοείτε “δεν τη βοηθώ”;
– Εννοώ ότι δεν τη βοηθάτε. Γιατί, Λίον; Είναι απλώς ερωτήσεις, Λίον. Μετά από την αίτησή σου, μου ετοίμασαν αυτές τις ερωτήσεις. Αυτό το τεστ έχει σκοπό να προκαλεί συναισθηματικές αντιδράσεις. Να συνεχίσουμε; Περίγραψε μονολεκτικά τα καλά πράγματα που σου έρχονται… για τη μητέρα σου.

Η ρέπλικα δεν αναγνωρίζει τον εαυτό της σαν τέτοια. Πρέπει κάποιος να της το πει, ή η θέση της στην φουτουριστική κοινωνία να είναι τέτοια που να μην αφήνει περιθώριο για αυταπάτες. Παραδείγματος χάρη, μία αλυσίδα παραγωγής φτιαγμένη μόνο για τις ικανότητες της, μόνο για το είδος της. Χωρις τη γνώση αυτή, τον εαυτό της τον λογίζει ανθρώπινο. Το μόνο που δεν έχει άλλωστε είναι παρελθόν πριν τη κατασκευή της. Ό, τι αναμνήσεις διατηρεί για την εποχή αυτή, της τις έχουν “φορτώσει” σαν σε υπολογιστή. Οι αναμνήσεις αυτές, υπάρχουν σαν πληροφορία και σαν υλικό. Σαν φωτογραφίες βίντεο καί ό, τι άλλο μπορεί να τις “διατηρήσει”. Έχουν ωστόσο μια αίσθηση κενού. Γι’ αυτό το παρελθόν της, η ρέπλικα το αντιμετωπίζει με μία πρωτοφανή μελαγχολία. Σαν κάπου να χάνει την επίγνωση των επιλογών της. Αισθάνεται να έχει ριχτεί στον κόσμο, σε συγκεκριμένο χρονοχώρο χωρίς η ίδια να το έχει επιλέξει. Η ρέπλικα έχει συναισθήματα. Και μοιάζει μάλιστα πιο ευάλωτη σε αυτά απο τους υπόλοιπους ανθρώπους. Μοιάζει συγκεκριμένα συναισθηματικά ανώριμη. Μπορεί να είναι πιο εξελιγμένο μοντέλο, πιο δυνατό και πιο γρήγορο στις μαθηματικά, και να είναι ικανή για φοβερά βίαιες πράξεις. Τα συναισθηματικά της αντανακλαστικά ωστόσο, είναι αυτά μικρού παιδιού. Μάλλον γιατί δεν είχε το χρόνο να τα επεξεργαστεί. Μάλλον γιατί οι αναμνήσεις της δεν ύπηρξαν ποτέ πραγματικότητα.

Η υπαρξή της ρέπλικας για τον υπόλοιπο κόσμο δεν αντιστοιχεί και δε γεμίζει παρά στη χρηστική της αξία. Αυτό δηλαδή, που φτιάχτηκε να κάνει. Έχει μικρότερο χρόνο ζωής απο τον άνθρωπο. Και δεν το ξέρει. Ανα πάσα στιγμή μπορεί να διακοπεί η λειτουργία της.

Οι σύγχρονες αναμνήσεις στοιβάζονται σε ατελείωτες βάσεις δεδομένων. Ταυτίζονται με την ηλεκτρονική αποτύπωση τους. Ολόκληρες ζωές χωράνε σε ιντερνετικούς ιστότοπους και καταλήγουν και αυτές να στοιβάζονται. Και να αποκτούν για πρώτη φορά την μονάδικη δυνατότητα να είναι προσβάσιμες και διαχειρίσιμες σα ξερά δεδομένα. Είναι σα να “φορτώνονται” σε έναν ηλεκτρονικό χωριστό εγκέφαλο. Για πρώτη φορά οι αναμνήσεις μπορούν να σβηστούν, να χαθούν ολοσχερώς. Για πρώτη φορά η λειτουργία όλων αυτών των “ηλεκτρονικών” ζωών μπορεί να διακοπεί, από ένα απλό μπλάκ άουτ. Η σύνδεση των αναμνήσεων, που δεν είναι πια πραγματικές, με τη ζωή χάνεται. Τα συναισθήματα δεν είναι πια παρά αντανακλαστικά, ακαλλιέργητα. Μένει μόνο μία ανεξήγητη μελαγχολία.

]]>
Η γέννηση του μοντάζ στον κινηματογράφο https://gameover.zp/2011/12/20/%ce%b7-%ce%b3%ce%ad%ce%bd%ce%bd%ce%b7%cf%83%ce%b7-%cf%84%ce%bf%cf%85-%ce%bc%ce%bf%ce%bd%cf%84%ce%ac%ce%b6-%cf%83%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%ba%ce%b9%ce%bd%ce%b7%ce%bc%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%b3%cf%81%ce%ac/ Tue, 20 Dec 2011 21:37:48 +0000 http://gameoversite.gr/?p=254

“… το μοντάζ στον κινηματογράφο γεννήθηκε από τη στιγμή που η κάμερα εγκατέλειψε τη θεατρική οπτική, που της έδινε η ακινησία της, η μέχρι τότε σταθεροποίησή της (είναι γνωστό πως οι ηθοποιοί και τα αντικείμενα κινούνταν στο χώρο μπροστά σε μια ακίνητη κάμερα, που κατέγραφε τα δρώμενα). Το αποτέλεσμα της κινηματογράφησης ήταν ακριβώς εκείνο, της σχέσης που δημιουργείται ανάμεσα στα δρώμενα της θεατρικής σκηνής και στο θεατή της πλατείας.

Το αφηγηματικό μοντάζ ήταν ανακάλυψη του αμερικανού σκηνοθέτη Γκρίφιθ, ενώ το εκφραστικό, το κυρίως δημιουργικό και ποιοτικά ανώτερο είδος του, ανακαλύφθηκε από τον Αϊζενστάιν και τους άλλους σοβιετικούς σκηνοθέτες, αναδεικνύοντας και ανυψώνοντάς το σε ειδικό εκφραστικό μέσο της τέχνης του κινηματογράφου.»[ref]Τα λόγια είναι του σκηνοθέτη Τάκη Δαυλόπουλου, ο οποίος μεταξύ άλλων δούλεψε ως μοντέρ με τους σκηνοθέτες του λεγόμενου “νέου ελληνικού προοδευτικού κινηματογράφου” στη δεκαετία του ’70.[/ref]

Ο κινηματογράφος στις αρχές του 20ού αιώνα βρισκόταν ακόμα στα πρώτα του βήματα. Στην Ρωσία (όπως και αλλού) δεν είχε καταφέρει ακόμα να αποκολληθεί από την θεατρική λογική. Οι σκηνοθέτες έδιναν μεγάλη έμφαση στα σκηνικά, στους ηθοποιούς και δεν έδειχναν τόσο να τους απασχολούν οι νέες δυνατότητες της κινηματογραφικής μηχανής. Αλλά οι κοινωνικές σχέσεις, έτσι όπως διαμορφώνονταν εκείνη την εποχή -την εποχή της μπολσεβίκικης επανάστασης- , παρήγαγαν μια τρομακτική δημιουργικότητα, που έμελε να αλλάξει πολλά, μεταξύ άλλων και στην τέχνη.

Έτσι βρέθηκαν αρκετοί να ανακαλύπτουν τις νέες δυνατότητες αυτού του μέσου. Ο κινηματογράφος είχε μια ιδιαίτερη επίδραση στο θεατή, διαφορετική από αυτήν του θεάτρου. Αυτό που προσπάθησαν να βρουν ήταν εκείνο το ιδιαίτερο στοιχείο του κινηματογράφου, που πίστευαν ότι προκαλούσε τις εντυπώσεις στο θεατή. Και για να το βρουν αυτό, δεν αρκέστηκαν στο αισθητικό αποτέλεσμα που παρήγαγε, αλλά εξέτασαν την ίδια τη δομή του, εκείνα τα θεμελιώδη χαρακτηριστικά που τον διαφοροποιεί από το θέατρο και του προσφέρει τις νέες αυτές δυνατότητες.

Ένας από τους πρώτους αυτούς σκηνοθέτες, ήταν ο Λεβ Κουλέσοβ. Μιλώντας αργότερα για τις έρευνες που κάνανε, έγραφε: «Επισκεφτήκαμε διάφορες κινηματογραφικές αίθουσες και αρχίσαμε να παρατηρούμε ποια φιλμ ασκούσαν μεγαλύτερη επίδραση στο θεατή και πως ήταν φτιαγμένα… Όταν καταλάβαμε ότι τα αμερικάνικα φιλμ ήταν τα καλύτερα, όσον αφορά στην επίδραση στο θεατή τα πήραμε για μελέτη. Αρχίσαμε να αναλύουμε όχι μόνο τα ξεχωριστά πλάνα ενός φιλμ, αλλά μελετήσαμε την όλη κατασκευή του. Για παράδειγμα, πήραμε δυο φιλμ – ένα αμερικάνικο και ένα ανάλογο ρωσικό – και είδαμε ότι η διαφορά μεταξύ τους ήταν τεράστια. Έτσι αποδείχθηκε ότι το ρωσικό φιλμ αποτελούνταν από αρκετά πλάνα μεγάλης διάρκειας, παρμένα από μια μόνο θέση. Παράλληλα το αμερικάνικο φιλμ αποτελούνταν από ένα μεγάλο αριθμό πλάνων μικρής διάρκειας, τραβηγμένων από διάφορες θέσεις…»

Ο Κουλέσοβ έκανε διάφορα πειράματα για να ανακαλύψει τις δυνατότητες του μοντάζ. Εδώ κινηματογράφησε έναν γνωστό ηθοποιό της εποχής, τον Μοζούκιν, με το πρόσωπό του ανέκφραστο και παρέμβαλε στο ενδιάμεσο τελείως διαφορετικά πλάνα. Έτσι μετά το πλάνο της αχνιστής σούπας, το πρόσωπο του Μοζούκιν  θα έδειχνε πείνα, μετά το πλάνο του νεκρού παιδιού θα έδιεχνε λύπη, ενώ μετά το πλάνο της γυναίκας στο κρεβάτι, το πρόσωπό του θα έδειχνε λαγνεία. Με αυτόν τον τρόπο υποστήριζε ότι ήταν δυνατό να αλλάξει η ερμηνεία του ηθοποιού, οι κινήσεις του, η βασική συμπεριφορά του, μόνο με τη χρήση του μοντάζ.
Ο Κουλέσοβ έκανε διάφορα πειράματα για να ανακαλύψει τις δυνατότητες του μοντάζ. Εδώ κινηματογράφησε έναν γνωστό ηθοποιό της εποχής, τον Μοζούκιν, με το πρόσωπό του ανέκφραστο και παρέμβαλε στο ενδιάμεσο τελείως διαφορετικά πλάνα. Έτσι μετά το πλάνο της αχνιστής σούπας, το πρόσωπο του Μοζούκιν θα έδειχνε πείνα, μετά το πλάνο του νεκρού παιδιού θα έδιεχνε λύπη, ενώ μετά το πλάνο της γυναίκας στο κρεβάτι, το πρόσωπό του θα έδειχνε λαγνεία. Με αυτόν τον τρόπο υποστήριζε ότι ήταν δυνατό να αλλάξει η ερμηνεία του ηθοποιού, οι κινήσεις του, η βασική συμπεριφορά του, μόνο με τη χρήση του μοντάζ.

Κάπως έτσι φτάσανε στο συμπέρασμα ότι το περιεχόμενο καθεαυτό των πλάνων δεν είχε και πολύ σημασία. Αυτό που πραγματικά τραβούσε την προσοχή, ήταν η σύνδεση δυο πλάνων διαφορετικού περιεχομένου, όπως και η μέθοδος εναλλαγής τους. Γι αυτούς «η πηγή της φιλμικής επίδρασης στο θεατή βρίσκεται μέσα στο σύστημα των εναλλασσόμενων πλάνων, από τα οποία αποτελείται η κινηματογραφική ταινία». Μάλιστα κάποιοι σκηνοθέτες της εποχής εκείνης, ακολουθώντας πιστά αυτήν την ιδέα, σταμάτησαν να διαλέγουν για τις ταινίες τους ανθρώπους με γνώμονα τις υποκριτικές τους ικανότητες, αλλά εκείνους που τους ταίριαζαν φυσιογνωμικά για τον ρόλο.

Ο Κουλέσοβ και οι άλλοι σοβιετικοί σκηνοθέτες που δούλεψαν πάνω στην διαδικασία της εναλλαγής των πλάνων, ανακάλυψαν πολλές καινούργιες δυνατότητες που πλέον ήταν εφικτές. Για παράδειγμα, η ταυτοχρονία, δηλαδή η δυνατότητα δύο η περισσότερες διαφορετικές σκηνές που διαδραματίζονται σε διαφορετικούς τόπους να λαμβάνουν χώρα ταυτόχρονα μέσα στην ταινία και να προβάλλονται με τρόπο που να γίνεται αυτό αντιληπτό. Κάτι τέτοιο, για εκείνη την εποχή, ήταν μεγάλη ανακάλυψη. Χαρακτηριστικό, όσον αφορά τις νέες αυτές δυνατότητες, ήταν ένα από τα πειράματα του Κουλέσοβ, στο οποίο δύο ηθοποιοί κινούμενοι σε δύο εντελώς διαφορετικά σημεία της Μόσχας κοιτάζονται, πλησιάζουν ο ένας τον άλλον, χαιρετιούνται σε τρίτο τόπο πολύ μακριά και απ’ τους δύο προηγούμενους, κοιτάζουν προς τον Λευκό Οίκο και αρχίζουν να ανεβαίνουν τα σκαλιά του. Όλα τα γυρίσματα έγιναν στην Μόσχα και για το τέλος, το μόνο που χρειάστηκε ήταν ένα απόσπασμα από μια άλλη ταινία που έδειχνε τον Λευκό Οίκο, ενώ οι ηθοποιοί ανέβαιναν τα σκαλιά ενός ναού που βρισκόταν κι αυτός στην Μόσχα.

Εκείνος όμως που συστηματοποίησε αυτήν τη γνώση και κέρδισε γι’ αυτό τον τίτλο του “πατέρα του μοντάζ”, ήταν ο Σεργκέι Αϊζενστάιν. Με σπουδές πολιτικού μηχανικού, έχασε, μαζί με την εξορία των γονιών του και την δυνατότητα για μια τέτοια καριέρα και στράφηκε προς το θέατρο και τον κινηματογράφο. Κινούμενος μέσα στο ρεύμα της εποχής του εισήγαγε κι αυτός στην τέχνη του κινηματογράφου, την επιστημονική μέθοδο. Πατώντας πάνω στην δουλειά των προκατόχων του και μαθαίνοντας από τα πειράματα του Κουλέσοβ, προσπάθησε να δώσει μια πιο ολοκληρωμένη απάντηση για το πώς, με τον έλεγχο του μοντάζ, θα μπορούσε να ελέγξει (και να πολλαπλασιάσει) τη δημιουργία των συγκινήσεων στο θεατή.

Είναι χαρακτηριστικό πως περιέγραφε ο ίδιος την δουλειά του: «Μην ξεχνάτε πως αυτός πού ‘χε στρωθεί στη δουλειά προσπαθώντας να βρει έναν επιστημονικό τρόπο για να πλησιάσει τα μυστικά και τα μυστήρια της τέχνης ήταν ένας νεαρός πολιτικός μηχανικός. Τα τόσα χρόνια στο θρανίο του ‘χαν μάθει ένα πράγμα: σε κάθε επιστημονική έρευνα πρέπει να υπάρχει και μια μονάδα μέτρησης. Ξεκίνησε λοιπόν να βρει την μονάδα που θα μετρούσε την εντύπωση που παράγεται απ’ την τέχνη! Η επιστήμη έχει τα ιόντα, τα ηλεκτρόνια και τα ουδετερόνια. Η τέχνη ας έχει την “ατραξιόν”. Η καθημερινή γλώσσα έχει δανειστεί απ’ την βιομηχανία μια λέξη, που σημαίνει τη συναρμολόγηση μηχανών, σωλήνων, μηχανικών εργαλείων. Αυτή η εκπληκτική λέξη είναι το “μοντάζ”, σημαίνει συναρμολόγηση και παρόλο που δεν είναι ακόμα της μόδας, έχει όλα τα προσόντα να γίνει. Θαυμάσια! Ας ενωθούν λοιπόν οι μονάδες μέτρησης της εντύπωσης σ’ ένα σύνολο που θα το βαφτίσουμε μ’ αυτές τις δύο λέξεις απ’ τις οποίες η μια προέρχεται απ’ τη βιομηχανία κι η άλλη απ’ το Μιούζικ Χωλλ. Έτσι γεννήθηκε ο όρος “μοντάζ των ατραξιόν”».[ref]

Το Μιούζικ Χώλλ ήταν ένα είδος θεατρικής διασκέδασης που μπορεί να συμπεριλάμβανε τραγούδια, θεατρικά δρώμενα, κωμωδία και σάτιρα.[/ref]

O Αϊζενστάιν τόνιζε συστηματικά ότι το μοντάζ ήταν μια διαλεκτική αρχή, «…απ’ την σύγκρουση δύο δοσμένων παραγόντων ξεπηδά μια καινούργια έννοια…». Υποστήριζε δηλαδή πως οι “συγκρούσεις” πάνω στην οθόνη μέσω της εναλλαγής των πλάνων είναι αυτές που γεννάνε το περιεχόμενο. Και όταν αυτές βαλθούν σε μια ορισμένη ακολουθία στη σειρά, βάσει κανόνων, τότε κατευθυνόμενες προς τον θεατή μπορούν να του εκμαιεύσουν τα επιθυμητά συναισθήματα. Εμφανώς επηρεασμένος από τον Παβλώφ και τη θεωρία των αντανακλαστικών προσπάθησε να φτιάξει μεθοδολογίες για το μοντάζ και να τις χωρίσει σε επίπεδα, ανάλογα με το αποτέλεσμα που είχαν πάνω στον θεατή. Έτσι ώστε ο κινηματογράφος θα έφτανε στο σημείο όχι απλά να διεγείρει όλο και περισσότερα συναισθήματα προς την επιθυμητή κατεύθυνση, αλλά να μεταφέρει “ολόκληρη την διαδικασία της σκέψης”.

Μπορεί η τελευταία φράση να μοιάζει υπερβολική, αλλά καταδεικνύει τη δύναμη που θα αποκτούσαν οι εικόνες με όπλο το μοντάζ. Έτσι τα νέα εκφραστικά μέσα αλλαγμένα και εξελιγμένα, θα ήταν σε θέση να αφυπνίσουν την κοινωνία και να προωθήσουν την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Αλλά αυτή η εμπιστοσύνη στα μέσα τα ίδια, πέρα και έξω από τις σχέσεις που τα παρήγαγαν και τα ήλεγχαν, αποδείχθηκε εσφαλμένη. Τα κινηματογραφικά μέσα και οι τεχνικές με τις οποίες πειραματίστηκε η σοβιετική πρωτοπορία τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, θα αποδειχτούν σωτήριες κάποιες δεκαετίες αργότερα για τον καπιταλισμό. Χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται ακόμα στην κινηματογραφική βιομηχανία και στην τηλεόραση, εκεί όπου γίνεται, με τον πιο καθολικό τρόπο, η προώθηση των εμπορευμάτων και των κοινωνικών στερεοτύπων.

]]>
­­­Το μηχανικό μάτι https://gameover.zp/2011/10/31/%cf%84%ce%bf-%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%ce%bc%ce%ac%cf%84%ce%b9/ Mon, 31 Oct 2011 11:30:20 +0000 http://gameoversite.gr/?p=95

Αν με τον τίτλο περιμένετε να ακούσετε για κάποια νέα τεχνολογική εξέλιξη που ίσως θα έδινε ελπίδες σε κάποιον τυφλό, για μια υπερκάμερα ασφαλείας ή για το ρομποτικό μάτι του terminator, θα πέσετε λίγο έξω. Και αυτό όχι γιατί τέτοιες εφαρμογές δεν απασχολούν τους ειδικούς ή δεν έχουν τις κοινωνικές τους προεκτάσεις, αλλά γιατί μερικές φορές πηγαίνοντας λίγα βήματα πιο πίσω, απομακρυνόμενος από τη λεπτομέρεια βλέπεις πιο καθαρά το τοπίο, το σύνολο, το δάσος. Και αυτό όχι για να χάσεις το δέντρο, αλλά ώστε να καταλάβεις καλύτερα τη λεπτομέρεια, τη σημασία της και τις πραγματικές της διαστάσεις.

Γιατί πολύ πριν επιχειρηθεί οι μηχανές να «βλέπουν», είχε προηγηθεί κάτι άλλο. Είχε διαμορφωθεί κοινωνικά μια διαφορετική έννοια του «βλέπω», σίγουρα πιο φτωχή, που κύριο χαρακτηριστικό της ήταν και είναι η μεσολάβηση· πριν λοιπόν επιχειρηθεί να αποκτήσουν «όραση» τα τεχνολογικά μέσα, είχε προηγηθεί η μαθητεία δεκαετιών στην «όραση» μέσω των μέσων (κινηματογράφος, τηλεόραση, βίντεο). Αλλά και αυτή η εξέλιξη δεν ήρθε ουρανοκατέβατη, πάτησε σε κάτι άλλο. Στην προτεραιότητα και κεντρικότητα που απόκτησε η όραση έναντι των υπόλοιπων αισθήσεων.

Προκειμένου λοιπόν να δούμε πώς διαμορφώθηκαν αυτές οι αλλαγές στην εννόηση της όρασης, θα πάμε όχι στο pc, ούτε στο βίντεο ή την τηλεόραση, αλλά λίγο πιο πίσω. Στις αρχές του 20ου αιώνα και στις απαρχές του κινηματογράφου. Τότε που ακόμα δεν ήταν εδραιωμένη η πρωτοκαθεδρία της όρασης σαν κυρίαρχης αίσθησης, αλλά που διαμορφώθηκαν κάποιες βασικές προϋποθέσεις για να γίνει. Τότε που τα μόνα μέσα που μεσολαβούσαν την όραση ήταν τα γυαλιά, το μικροσκόπιο και το τηλεσκόπιο και αυτά σε κάποιες εξαιρετικές και συνειδητές στιγμές και με διαφορετικό τρόπο, συγκρινόμενα με τη διαρκή και καθημερινή μεσολάβηση της «πραγματικότητας» από την τηλε – όραση και τα υπόλοιπα σύγχρονα μέσα του θεάματος. Τότε όμως που διαμορφώθηκαν και οι προϋποθέσεις τόσο για την εξέλιξη των μέσων αυτών όσο και για την κοινωνική αποδοχή της μεσολάβησής τους.

Μια σειρά τεχνικών (όπως το πάγωμα της κορνίζας, η αργή κίνηση αλλά κυρίως το μοντάζ) που μελετήθηκαν και εφαρμόστηκαν από τους πρώτους σοβιετικούς κινηματογραφιστές, είναι που απελευθέρωσαν τον κινηματογράφο από το θέατρο και την απλή καταγραφή αυτού που βλέπει το ανθρώπινο μάτι και τον έκαναν αυτό που είναι σήμερα. Η «έβδομη τέχνη».

«Είμαι ο κινηματογράφος – μάτι./Από τον ένα παίρνω τα μπράτσα, γερά και καπάτσα,/από τον άλλο παίρνω τα πόδια,/γρήγορα και που πηδάν τα εμπόδια,/κι από άλλον παίρνω το κεφάλι,/όμορφο να σου φέρνει ζάλη!/Με το μοντάζ δημιουργώ ένα νέο άνθρωπο, έναν τέλειο άνθρωπο.

…Είμαι ο κινηματογράφος – μάτι. Είμαι το μηχανικό μάτι./Εγώ η μηχανή σας δείχνω τον κόσμο όπως εγώ μόνο μπορώ να τον δω./Από τώρα και στο εξής απελευθερώνομαι από την ανθρώπινη ακινησία,/πλέω μέσα στην αδιάκοπη κίνηση,/πλησιάζω και μακραίνω απ’ τ’ αντικείμενα,/γλιστρώ από κάτω τους, τα σκαρφαλώνω,/προχωρώ δίπλα στο μουσούδι ενός άλογου που καλπάζει,/ορμάω μέσα στο πλήθος,/τρέχω μπρος απ’ τους στρατιώτες πού κάνουν έφοδο, κάνω τούμπες,/σηκώνομαι την ίδια στιγμή με το αεροπλάνο,/πέφτω και πετάω με τα σώματα που πέφτουν και πετάνε.»[ref]

Όλα τα αποσπάσματα που παραθέτουμε είναι από μανιφέστα των Kinoks και του Βερτόφ. Οι τονισμοί δικοί μας.

[/ref]

Ο κορυφαίος σοβιετικός σκηνοθέτης – ντοκυμαντερίστας της εποχής του, που αποτέλεσε μέλος της σοβιετικής καλλιτεχνικής πρωτοπορίας των αρχών του 20ου αιώνα και που επηρέασε συγχρόνους του όπως ο Αϊζενστάιν κυρίως για τις απόψεις του γύρω από το μοντάζ, Τζίγκα Βερτόφ, ήταν υπέρμαχος του «κινηματογράφου – μάτι» (ki-noki) και του κινηματογράφου – αλήθεια (kino-pravda). Πίστευε πως η κάμερα μπορούσε να δείξει την πραγματικότητα καλύτερα απ` ότι η όραση. Θεωρούσε πως το μάτι ήταν υποδεέστερο της κάμερας και συνεπώς έπρεπε να υποταχθεί σε αυτή.

«Η καταδίκη σε θάνατο, που αποφάσισαν οι Kinoks στα 1919, για όλες τις Κινηματογραφικές ταινίες, χωρίς καμιά εξαίρεση, εξακολουθεί να ισχύει και σήμερα. Ακόμη και η πιο προσεχτική εξέταση δεν αποκαλύπτει ούτε μια κινηματογραφική ταινία, που να προσπαθεί με σωστό τρόπο να απελευθερώσει την κάμερα η οποία τώρα βρίσκεται σκλαβωμένη κάτω απ’ τις διαταγές ενός ατελούς και μετωπικού ανθρώπινου ματιού.

Το κύριο και ουσιώδες είναι η κινηματογραφική — αίσθηση του κόσμου. Το θεμελιώδες σημείο είναι η χρησιμοποίηση της κάμερας σαν κινηματογραφικό μάτι, πιο τέλειο απ’ το ανθρώπινο μάτι, με στόχο να ερευνηθεί το χάος των οπτικών φαινομένων που γεμίζουν το σύμπαν. Το κινηματογραφικό μάτι ζει και κινείται στο χρόνο και στο χώρο, δέχεται και καταγράφει εντυπώσεις κατά τρόπο εντελώς διαφορετικό απ’ το ανθρώπινο μάτι. Δεν είναι απαραίτητο γι’ αυτό να έχει μια συγκεκριμένη στάση ή να περιοριστεί στις στιγμές πού παρατηρεί. Το κινηματογραφικό μάτι είναι καλύτερο. Δεν μπορούμε να κάνουμε τα μάτια μας να γίνουν καλύτερα απ’ ότι έχουν γίνει. Την κάμερα, όμως, μπορούμε να την τελειοποιούμε συνέχεια..» .

Ποιός να το περίμενε. Αυτή η φλογερή επίθεση απέναντι στην αστική κυριαρχία και τα μέσα που τη στήριζαν, ακόμα και τα εκφραστικά – καλλιτεχνικά· αυτή η ακλόνητη βεβαιότητα πως τα μέσα που θα απαλλοτριώνονταν απ` αυτή, αφού βελτιώνονταν και άλλαζαν δραστικά θα εξυπηρετούσαν άλλους σκοπούς, θα γίνονταν όπλα για την κοινωνική αφύπνιση και την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας· αυτή η παθιασμένη εμπιστοσύνη στα νέα μέσα που θα απελευθέρωναν τις διανοητικές και εκφραστικές δυνατότητες του προλεταριάτου, όχι μόνο δεν επιβεβαιώθηκε ιστορικά, αλλά κατέληξε στο αντίθετό της[ref]

Και δεν ήταν η πρώτη ούτε η τελευταία φορά που θα συνέβαινε κάτι τέτοιο.

[/ref]. Τα κινηματογραφικά μέσα και οι τεχνικές με τις οποίες πειραματίστηκε η σοβιετική πρωτοπορία τα πρώτα χρόνια της επανάστασης, θα αποδειχτούν σωτήριες κάποιες δεκαετίες αργότερα για τον καπιταλισμό. Χρησιμοποιήθηκαν και χρησιμοποιούνται ακόμα στις διαφημίσεις, στην κινηματογραφική βιομηχανία του Hollywood, στις ειδήσεις, σε κομβικά μέσα στα οποία βασίστηκε η κοινωνία του θεάματος και με τα οποία προωθήθηκε ο «πρωτοκοσμικός» τρόπος ζωής του ώριμου καπιταλισμού. Γιατί αυτός ο ύμνος στα μέσα, όταν οι σχέσεις υπάρχουν, όπως τον πρώτο καιρό της οκτωβριανής επανάστασης, θα μπορούσε ίσως να πει κανείς πως είναι o.k. Όταν όμως οι σχέσεις αυτές εκλείψουν ή ηττηθούν τι μένει; Ο ύμνος στα μέσα για τον εαυτό τους, ενάντια στις σχέσεις. Ο εγκωμιαστικός τους μονόλογος.

Ας δούμε όμως κάποιες απ` τις αλλαγές που έφερε η ανάδειξη της κάμερας σαν μηχανικό μάτι και μάλιστα πιο τέλειο απ` το ανθρώπινο. Όταν κάποιος έβλεπε ή διάβαζε κάτι, το πώς, το τι και το πότε θα δει/διαβάσει εξαρτιόταν ως ένα σημείο από αυτόν. Το σύνολο των οργάνων που αποτελούν το μάτι (ίριδα, χιτώνες, φακοί, κα) εδράζονται στο ανθρώπινο σώμα, οπότε τον τελικό λόγο τον είχε ο ιδιοκτήτης του. Η θεώρηση απ` την άλλη της κινηματογραφικής κάμερας σαν προέκτασης του ανθρώπινου ματιού, που δείχνει αυτό που το ανθρώπινο μάτι δεν μπορεί να δει, συνέβαλε στο εξής. Ο τρόπος της θέασης δεν ανήκε πια στον ιδιοκτήτη του ματιού. Το μάτι βλέπει ό,τι και όπως του δείχνει η οθόνη, δηλαδή η κάμερα. Τώρα πια «βλέπει» αυτή στη θέση του. Το μάτι λοιπόν βρίσκεται στην κάμερα και όχι στο ανθρώπινο σώμα. Για να το πούμε πιο συγκρατημένα, το ανθρώπινο μάτι υποβιβάστηκε, έγινε το μέσο που θα μεταφέρει την εικόνα της μηχανής στο οπτικό νεύρο και από εκεί στον εγκέφαλο.

Για να γίνει αυτό εφικτό στον κινηματογράφο, έπρεπε να κατασκευαστεί και ο θεατής· να μάθει να βλέπει διαφορετικά, πιο επιλεκτικά. Αρχικά χρειαζόταν μια σκοτεινή αίθουσα, ώστε το σώμα να μείνει καθηλωμένο και να απομονωθεί από κάθε άλλο οπτικό ερέθισμα. Το μόνο που μπορούσε να ελέγξει ο θεατής ήταν το αν θα αρνηθεί να βλέπει ή όχι κλείνοντας τα μάτια του. Το πώς ανήκε στο σκηνοθέτη μέσω της μηχανής. Με την εξέλιξη των μέσων η κινηματογραφική αίθουσα έχασε αυτή της τη χρησιμότητα. Τι το αξιόλογο πλέον θα υπήρχε για να δει κανείς εκτός της σύγχρονης οθόνης;

Πιο παλιά, όταν κάποιος διάβαζε κάτι ή έβλεπε ένα πίνακα ζωγραφικής, αυτό δε σήμαινε κιόλας ότι το είδε ή το έμαθε, ότι έτσι – αυτό – είναι – πάει – και – τελείωσε. Ήξερε ότι γνώριζε την υποκειμενική ματιά του συγγραφέα ή του ζωγράφου και πως αν έπρεπε να μάθει περισσότερα έπρεπε να ψάξει και με τις δικές του αισθήσεις. Είχε συνείδηση της ελλιπής του γνώσης. Η θέαση μέσω του μηχανικού ματιού απ` την άλλη δημιουργεί την αίσθηση της αμεσότητας. Παρουσιάζει την υποκειμενική ματιά του σκηνοθέτη, όμως αξιώνει αντικειμενικότητα. Δημιουργεί την αίσθηση της αμεσότητας της όρασης. Οι βόμβες μολότοφ στην όποια διαδήλωση, ακόμα κι αν δεν υπήρξαν, ήταν αλήθεια. Όλοι τις «είδαν» στο δελτίο ειδήσεων, τι κι αν ήταν μονταρισμένα πλάνα από παλαιότερα μπάχαλα; Η πυρκαγιά έχει σίγουρα κάψει τα πρώτα σπίτια αφού τα μυαλά έχουν ήδη γίνει στάχτη. Τι κι αν όσοι έρχονται από το πύρινο μέτωπο λένε πως οι φλόγες είναι στα δέκα χιλιόμετρα, «αφού τις είδα στην τηλεόραση!». Αυτές όπως και την εγκληματικότητα στο κέντρο της Αθήνας. Είναι εκεί συνέχεια 24 ώρες το 24ωρο, ακόμα κι όταν εγώ δεν είμαι. Η μεσολάβηση του μέσου έχει έντεχνα κρυφτεί. Πόσο πιο τρανταχτή απόδειξη ότι έχει αντικαταστήσει το μάτι χρειάζεται, όταν η πλειοψηφία κάποτε μπορεί να μην πιστεύει στα μάτια της, πιστεύει όμως το μέσο (σίγουρα περισσότερο απ` τα μάτια της);

«Το είδα!», (αυτό το φτιαχτό, το κατασκευασμένο) οπότε δε χωράει αμφισβήτηση. «Το είδα με τα μάτια μου» ακριβώς όπως κι ο άλλος, κι ο άλλος… Δε χωράει αμφιβολία. Οι συσχετίσεις δεν είναι ανάγκη να γίνουν από το υποκείμενο που «βλέπει». Έχουν γίνει από πριν στη διαδικασία του μοντάζ. Αυτό δε χρειάζεται να δρα, είναι μόνο θεατής και σαν θεατής πρέπει να φέρεται ακόμα και όταν δε βλέπει κάποια οθόνη, σα θεατής της ζωής της δικής του και των άλλων.

Το πρώτο μηχανικό μάτι λοιπόν, σύμφωνα και με τα λόγια των υμνητών της, ήταν η κάμερα. Το οποιοδήποτε ηλεκτρονικό ή ψηφιακό μάτι θα βρει στρωμένο το έδαφος. Το τίμημα όμως για την κινητικότητα της κάμερας που υπερασπιζόταν ο Βερτόφ (και όχι μόνο), ήταν η ακινησία του ανθρώπινου ματιού. Καθώς αυτή θα έκανε όλες τις περίπλοκες φιγούρες που ο Βερτόφ περιγράφει στο πρώτο απόσπασμα, το ανθρώπινο μάτι έπρεπε να μείνει ακίνητο, καρφωμένο στην οθόνη για να μπορεί να την παρακολουθήσει. Όσο πιο έγχρωμη γίνεται η οθόνη, τόσο πιο ασπρόμαυρη γίνεται η ζωή. Όσο περισσότερο βλέπει η κάμερα, τόσο περισσότερο παρατηρείται μια κοινωνική πρεσβυωπία. Τελικά όσο περισσότερο «ζωντανεύουν» τα δημιουργήματα του ανθρώπου με το να τους δίνονται χαρακτηριστικά υποκειμένου, τόσο αντικειμενοποιείται ο ίδιος.

Αυτό που προσπαθήσαμε να κάνουμε, δεν είναι ούτε να εγκωμιάσουμε ούτε να μεμφθούμε κανέναν. Ούτε να ασκήσουμε κριτική εκ των υστέρων. Είναι να πιάσουμε το νήμα, την ιστορική διαδικασία που οδήγησε στις σημερινές αλλαγές, ώστε να ερμηνεύσουμε αυτές που έρχονται σαν αυτό που είναι. Χωρίς να τους αποδίδουμε μεταφυσικές ιδιότητες είτε απόλυτου Καλού είτε απόλυτου Κακού. Αυτές ήταν μερικές από αυτές τις επιπτώσεις, λίγες, του κινηματογράφου πάνω στη δημιουργία αυτού που ονομάστηκε «γλώσσα των εικόνων» και που άλλαξε άρδην τις κοινωνικές σχέσεις. Αλήθεια, για πόσο ακόμα θα ήταν χρήσιμο το κλασσικό εκπαιδευτικό σύστημα όταν ήδη κάποιες γενιές εκπαιδεύονταν με τα μέσα της εικόνας στα πάντα, από τον έρωτα μέχρι το θάνατο;

Για περισσότερα, έχετε τις αισθήσεις σας ανοιχτές για επερχόμενη εκδήλωση του game over. Stay tuned…

]]>