Καταλήψεις – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 11:52:44 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png Καταλήψεις – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 Virtual reality: Μπάτσοι ρόμποκοπ και κέντρα ανομίας https://gameover.zp/2013/12/01/virtual-reality-%ce%bc%cf%80%ce%ac%cf%84%cf%83%ce%bf%ce%b9-%cf%81%cf%8c%ce%bc%cf%80%ce%bf%ce%ba%ce%bf%cf%80-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%ba%ce%ad%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%b1-%ce%b1%ce%bd%ce%bf%ce%bc%ce%af/ Sun, 01 Dec 2013 14:19:07 +0000 http://gameoversite.gr/?p=798

Η διαχείριση υλικών ζητημάτων από τη μεριά του κράτους με όρους πέρα για πέρα θεαματικούς δεν είναι κάτι το πρωτότυπο. Το να παρουσιάζεται η εικόνα σαν τη μόνη αλήθεια και να παρουσιάζεται με τον τρόπο που της αρμόζει, στερημένη από τη σημασία της, ντυμένη με την εκάστοτε ιδεολογία, συνέβαινε και συμβαίνει χρόνια, όσο καιρό οι μαγικές δυνατότητες του θεάματος φιλτράρουν την καθημερινότητα. Αυτό συνέβαινε ανέκαθεν πλάι στους κρατικούς μηχανισμούς και παράλληλα με τη διαχείριση, και ήταν ένα από τα πιο δυνατά εργαλεία της.

Το τελευταίο καιρό έχει αρχίσει να παρατηρείται μία τρομερή μετατόπιση στα όρια μεταξύ των ‘γεγονότων’ και της ‘θεαματικής-εικονικής’ αποτύπωσης τους. Αυτή η μετατόπιση δημιουργεί το εξής παράδοξο σε ζητήματα που αφορούν καθαρά και ξάστερα τη δημόσια τάξη: η εικόνα είναι από μόνη της η ικανή και αναγκαία συνθήκη για να νομιμοποιηθούν οι επιχειρήσεις της.

Η διαχείριση της «εγκληματικότητας» στο αθηναϊκό κέντρο συνέβη μέσα στη καρδιά του θεάματος και ο παραλογισμός των επιχειρημάτων της μπήκε σε δευτερεύοντα ρόλο. Τα παραβατικά υποκείμενα που υποτίθεται πως κατέκλυζαν το κέντρο της πόλης δεν μπορούσαν παρά να επιβιώνουν σε θεαματικό επίπεδο σαν τέτοια. Σε υλικό επίπεδο κατέρρεαν. Οι μετανάστες μικροπωλητές ως φοροφυγάδες και πληγή για την οικονομία, οι πρεζάκηδες ως πρεζέμποροι, οι κουκουλοφόροι – φοιτητές και οι κουκουλοφόροι – εξωπανεπιστημιακά στοιχεία, οι ‘μεταδοτικές’ πουτάνες και όχι οι ανεύθυνα μαλάκες πελάτες. Με ελάχιστες εικόνες στη διάθεση του, αλλά τραβηγμένες όλες με το σωστό τρόπο, η επιβεβαίωση του χτισμένου θεαματικά «εξαθλιωμένου» κέντρου έφτασε να είναι οι ίδιες οι θεαματικότατες επιχειρήσεις «εξυγίανσης» του. Από το μπάτσοι παντού και δη μπάτσοι ρόμποκοπ μέχρι την εικόνα του Ξένιου Δία τον αύγουστο και την εικόνα της οργανωμένης επιχείρησης, το πρόβλημα δεν επαληθευόταν στα μάτια των θεατών από τα περιεχόμενα του (μπάτσοι να κυνηγάνε μετανάστες) αλλά από την εικόνα της διαχείρισης του (και το εφετζίδικο όνομα της).

Αυτή η ποιοτική αναβάθμιση στην εξαρχής χρήση θεαματικών μέσων από τη μεριά του κράτους δημιουργεί ένα βασικό πρόβλημα σε όσους εναντιώνονται σε αυτό. Το κράτος καλεί τους κάθε φορά θιγόμενους να απαντήσουν με τους ίδιους όρους, προκειμένου να υπάρχουν, προκειμένου να είναι θεατοί σε μία κοινωνία που έχει μάθει μόνο έτσι να βλέπει και μόνο έτσι να γνωρίζει.
Κάθε μάχη που δίνεται τελικά (κάθε μάχη που δόθηκε στο κέντρο) μετατρέπεται εύκολα σε πίστα video game, σε κάποιες περιπτώσεις διαρκείας, όπως στην ασοεε, και δε μένει παρά να υποδειχτεί ο καλός και ο κακός, ο νομοταγής κι ο άνομος, ο εγκληματίας ως αυτός που βρίσκεται απλά από την άλλη μεριά του ‘οδοφράγματος’.

Και καθώς «το κέντρο της αθήνας», ο πρώτος γύρος του παιχνιδιού αυτού, έχει δουλευτεί και ωριμάσει σαν τρόπος αντίληψης, η ώριμη εκδοχή του ήρθε και εφαρμόστηκε με περίσσια ‘κρατική’ άνεση στο παράδειγμα της εκκένωσης των καταλήψεων, των νέων ‘κέντρων ανομίας’ αυτής της πόλης.

Στη πρώτη εκκένωση της βίλας/ όσο και στην ανακατάληψη/ οι μπάτσοι δεν έχουν μόνο όπλα/ έχουν κάμερες/ το video και οι κλασσικές αλά csi φωτογραφίες από το εσωτερικό της κατάληψης ανεβαίνουν αμέσως στο σάιτ των μπάτσων/ οι εικόνες/ λειτουργούν αμέσως ως τεκμήρια με ένα μεταφυσικό τρόπο/ δε δείχνουν τίποτα/ ο δένδιας κάνει αμέσως βαρύγδουπες δηλώσεις/ η εκκένωση συνδέεται άμεσα και νοηματοδοτείται βάσει μίας άλλης σημαντικής εικόνας/ αυτής του υπουργού δημόσιας τάξης/ τα δημοσιεύματα σε ίντερνετ και εφημερίδες συντονίζονται με τις επιχειρήσεις της αστυνομίας/ μαζί δημοσιεύονται/ μαζί αποσύρονται/ επαναλαμβάνουν τις ίδιες ανακρίβειες/ χρησιμοποιούν τις ίδιες λέξεις/ και την ίδια εικόνα/ αυτή των υπερσύγχρονων μπάτσων να περνάνε παρατεταγμένοι μπροστά από το κτίριο της βίλας/ σ’ όλο αυτό συμμετέχουν προσωποποιημένοι πρωταγωνιστές/ δένδιας καμίνης σύριζα/ και είναι σε διαρκή σύνδεση με τα μίντια/ χτίζονται μιντιακά/

Οι μόνοι που δεν έχουν τελικά πρόσωπα είναι οι καταληψίες. Είναι κάτι τύποι, που ζουν περίεργα, σε κάτι παλιά σπίτια, που είναι κέντρα ανομίας, γιατί έχουν μεσα πολλά μπουκάλια που είναι εν δυνάμει μολότωφ. Οι μόνες εικόνες που δεν δείχνονται είναι αυτές των άδειων κρεβατιών τους, των πραγμάτων τους που καταστρέφονται από τους μπάτσους και στοιβάζονται στις αποθήκες του κράτους, των σχέσεων τους που πετιούνται στο δρόμο. Με όρους θεάματος, οι καταληψίες δεν είναι σε τίποτα και πουθενά κοινωνικοί. Και η εκκένωση της βίλας αμαλίας δεν είναι σε τίποτα και πουθενά η εκκένωση ενός σπιτιού, μιας υποδομής, ενός μέρος που υπάρχει ζωή. Οι καταληψίες είναι πρώτα απρόσωποι και μετά άνομοι. Τι βολικό.

Να πως γίνονται εν μία νυκτί εικόνες, σύμβολα κλισέ, έτοιμα να χρησιμοποιηθούν με το μόνο νόημα τους, όποτε ξαναχρειαστεί. Τα φωτογραφημένα μπουκάλια μπύρας γίνονται μολότωφ, οι αντιασφυξιογόνες μάσκες (σε μία περίοδο πολύ κοντινή στο φαινόμενο ‘σύνταγμα’) κουκούλες, οι σημαίες στειλιάρια. Ένα σύνολο θεατών είναι διατεθειμένο να αδειάσει το κεφάλι του από τη βιωμένη εμπειρία του τι σημαίνει το κάθε πράγμα και να το επαναπροσδιορίσει με τα νοήματα που προστάζει το θέαμα και η δημόσια τάξη. Ακόμη και η ίδια η ουσία, η πρακτική της κατάληψης, δεν ήταν ποτέ της κάτι το εντελώς ξένο, το ασυνήθιστο, το εχθρικό, αντίθετα έχει ιστορία που σε πολλούς δεν είναι απλώς γνωστή αλλά και πρόσφατη, ενώ έχει κατά καιρούς χρησιμοποιηθεί και από την αριστερά για διάφορους λόγους, συνδικαλιστικούς και όχι μόνο.

Η αλήθεια είναι πως, ως συνέλευση και ως έντυπο, έχουμε πολλές φορές αναφερθεί στο πως η διαολεμένη η εικόνα σαν το μόνο αποδεικτικό στοιχείο, σαν το μόνο τρόπο να γνωρίζεις και να θυμάσαι, ισοπεδώνει το πλούτο του βιώματος και μετατρέπει τη μνήμη σε δοχείο, που ο καθένας μπορεί να βάζει και να βγάζει ό,τι θέλει με μικρό κόστος. Ακόμη και η οικειότητα με αντικείμενα και πρακτικές και ανθρώπους μπορεί εύκολα να ξεχαστεί.

Από τη μία, τα γεγονότα σαν πληροφορίες μαθαίνονται πολύ γρήγορα, από την άλλη ξεχνιούνται το ίδιο εύκολα και δεν αφήνουν σημάδια. Το υλικό όλων αυτών των γεγονότων είναι το ίδιο και γι’ αυτό το ίδιο εύκολα εξατμίζεται, δεν ριζώνει. Η εκπαίδευση στις μικρές επαναλαμβανόμενες εικόνες-ειδήσεις αφήνει, όμως, κάτι πίσω, που γίνεται εύκολα πολύτιμο εργαλείο στα χέρια αυτών που ελέγχουν τα μέσα. Αφήνει κληρονομιά στην αντανακλαστική αντίδραση, στην ασυνείδητη, αυτόματη νοηματοδότηση της εικόνας. Η ιστορία και τα συμφραζόμενα είναι τα ψιλά γράμματα. Οι αιτίες είναι δευτερεύουσας σημασίας.

Ακόμη ένα τέτοιο παράδειγμα είναι η θεαματική λειτουργία της αστυνομίας σε όλη αυτή την επιχείρηση. Στο μέσο θεατή η εκκένωση της ανακατάληψης της βίλας έχει την εξής εξήγηση: ‘για να σπάνε τα εκαμ υπερκαβατζωμένα με ξύλα τη πόρτα της αυλής, μάλλον αυτοί που είναι μέσα είναι πολλοί επικίνδυνοι. Για να έχει και τόση αστυνομία παρατεταγμένη στην αχαρνών, μάλλον το κτήριο που φυλάσσεται είναι πολύ σημαντικό να μείνει άδειο και αυτοί που θέλουν να μπουν σ’ αυτό είναι επικίνδυνοι, εκτός από παράνομοι.‘ . Η ουσία διαφεύγει. Οι μπάτσοι εισέβαλαν στο σπίτι τους και αυτοί οι ‘άνομοι’ θέλουν το σπίτι και τα πράγματα τους πίσω, μαζί με τις ζωές που χτίσαν μέσα σ’ αυτό, ζωές που δεν τους επιτρέπουν να ζήσουν, γιατί τα ντουβάρια αυτού του κτηρίου, που το κεφάλαιο έχει εδώ και χρόνια φανερά εγκαταλείψει, τυπικά δεν τους ανήκουν.

Όλο αυτό το παιχνίδι του μπες βγες παίχτηκε τελικά σε επίπεδο εικονικής πραγματικότητας για όλους αυτούς που επιλέξανε να μη δουν τα περιεχόμενα του. Τα μίντια μιλούσαν με εικόνες, η κοινωνία μίλαγε με εικόνες, και οι μπάτσοι απαντήσαν με εικόνες. Και σ’ αυτό το παιχνίδι, δεν μπορεί παρά τελικά να βγαίνει κερδισμένος αυτός που διαχειρίζεται τις εικόνες και τα μέσα.
Υπάρχει κάτι το οποίο πολλοί έχουν βιώσει. Μπροστά στην ιστορία που γράψαν τα κινήματα για τον εαυτό τους, μπροστά στην ιστορία που διηγούνται αυτοί που συμμετείχαν σε αυτά, στις καταλήψεις και στα σημεία που συναντιόντουσαν, όλες οι εικόνες του κόσμου είναι από μόνες τους αδύναμες. Η μνήμη σφυρηλατείται από τις σχέσεις και για αυτό αντέχει, αν αντέχει, στο χρόνο. Οι σχέσεις επίσης καλούνται να διαφυλάξουν αυτή τη μνήμη από τα χέρια του κράτους και των αφεντικών και να την υπερασπιστούν κάθε φορά που αυτή ‘απειλείται’.

Δεν έχουμε ποντάρει μόνο στην εικόνα/ και αν το κράτος έχει επιλέξει το θέαμα/ και καλεί όλους όσους του επιτίθενται/ να απαντήσουν με τέτοιους όρους/ να θυμούνται με αυτό/να τους θυμούνται απ’ αυτό/ εμείς δεν τσιμπάμε/ χτίζουμε τις σχέσεις μας και τις αρνήσεις μας με τα δικά μας υλικά/ τις θυμόμαστε/ και μας θυμούνται/ κόντρα στο θέαμα/ με λέξεις εικόνες/ πρώτα και πάντα σχέσεις/ στο δρόμο και στις καταλήψεις μας.

]]>
κι αφού τη στηρίζουμε (και μας στηρίζει) ας πούμε 2 λόγια https://gameover.zp/2013/12/01/%ce%ba%ce%b9-%ce%b1%cf%86%ce%bf%cf%8d-%cf%84%ce%b7-%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%af%ce%b6%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b5-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bc%ce%b1%cf%82-%cf%83%cf%84%ce%b7%cf%81%ce%af%ce%b6%ce%b5%ce%b9/ Sun, 01 Dec 2013 13:51:22 +0000 http://gameoversite.gr/?p=787

Το εγχείρημα της «Λέσχης Κατασκόπων του 21ου Αιώνα» ξεκίνησε τον Απρίλιο του 1999, από δύο συντρόφους. Σταδιακά προστέθηκαν κι άλλοι / άλλες, ενόσω τα περιεχόμενα διευρύνονταν. Απ’ την (αρχική) ηλεκτρονική συστηματική (καθημερινή) καταλογογράφηση των περιεχομένων (άρθρων, ρεπορτάζ, ειδήσεων) των καθεστωτικών εφημερίδων στη δημιουργία βιβλιοθήκης δανειστικής• στην ηλεκτρονική αρχειοθέτηση του κινηματικού υλικού (προκηρύξεις, έντυπα, έντυπα δρόμου, αφίσες)• στις εκδόσεις• στη δημιουργία αρχείου οπτικού υλικού• στη δημιουργία info-café• στη διεξαγωγή «αντιμαθημάτων»…

Στα τέλη του 2003 (δηλαδή 4,5 χρόνια μετά την έναρξη του εγχειρήματος), η τότε ομάδα της Λέσχης, με την βοήθεια μερικών δεκάδων συντρόφων, προχώρησε στην κατάληψη ενός διωρόφου νεοκλασικού, ιδιοκτησίας του οργανισμού σχολικών κτιρίων, γνωστού με το ονομασία «οικία Σβώλου». Πράγματι, το συγκεκριμένο κτίριο (στο οποίο είχε γίνει στεγαστική κατάληψη στις αρχές της δεκαετίας του ’90 και αργότερα εγκαταλείφθηκε) ήταν το σπίτι του αριστερού κορυφαίου συνταγματολόγου (που είχε διατελέσει πρόεδρος στην «κυβέρνηση του βουνού» στη διάρκεια της εθνικής αντίστασης) Αλέξανδρου Σβώλου. Από καθαρή ιστορική σύμπτωση θα έλεγε κανείς ότι δύσκολα θα βρισκόταν συλλογικό αντιθεσμικό εγχείρημα που να ταιριάζει περισσότερο στην αγωνιστική διαδρομή, στη διάρκεια της δεκαετίας του 1940, ενός τέτοιου (πρώην) ιδιοκτήτη ακινήτου.

Ωστόσο, η σχέση της Λέσχης με την πρακτική της κατάληψης και της αξιοποίησης ενός εγκαταλειμμένου σπιτιού, δεν είναι απ’ τις συνηθισμένες – χωρίς αυτό να υποτιμάει καμία κατάληψη. Απόδειξη ότι αρκετοί, φίλοι ή χρήστες της Λέσχης, όταν είχαν μάθει την απόφαση της συνέλευσής της (για επικείμενη κατάληψη και στέγαση σ’ αυτήν του υλικού της) είχαν διατυπώσει αντιρρήσεις ή/και ανησυχία για το κατά πόσον ένα τέτοιο, μοναδικό στη συγκέντρωσή του, υλικό θα ήταν σωστό να εγκατασταθεί σε χώρο που πάντα θα κινδυνεύει από βίαιη καταστολή. Σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα της Λέσχης πρώτα άρχισε να ωριμάζει ως τέτοιο (ως συγκέντρωση / οργάνωση υλικού και δραστηριοτήτων, σαν καταστατικές αρχές λειτουργίας, σαν κατευθύνσεις) και ύστερα αναζήτησε στέγη. Δεν προηγήθηκε η κατάληψη και ύστερα η αναζήτηση των περιεχομένων της• τα περιεχόμενα ήταν διαμορφωμένα από πριν. Και η επιλογή της κατάληψης (ενός κτιρίου που πολύ δύσκολα θα μπορούσε να αξιοποιηθεί απ’ τον ιδιοκτήτη του οσκ, λόγω της θέσης του στην πόλη και λόγω του μικρού μεγέθους του) προέκυψε εν μέρει σαν κινηματική επιλογή, και εν μέρει σαν πρακτική ανάγκη: ακόμα κι αν η ενοικίαση ενός χώρου μπορούσε να θεωρηθεί πιο ορθολογική (για το δεδομένο είδος δραστηριοτήτων), δεν υπήρχαν τα ανάλογα χρήματα• και σε κάθε περίπτωση το νοίκι θα στερούσε κρίσιμους πόρους απ’ το ίδιο το εγχείρημα.

Όσοι / όσες δεν έχουν γνωρίσει την Λέσχη από μέσα θα ήταν πολύ δύσκολο να καταλάβουν τι έχει πετύχει (και, κυρίως, με πόσο ατομικό και συλλογικό κόπο) ως σήμερα. Θα μπορούσε να αραδιάσουμε αριθμούς, αλλά από ένα σημείο και μετά ούτε αυτοί μπορούν να δείξουν το μέγεθος του εγχειρήματος. Τι σημαίνει, για παράδειγμα, δανειστική βιβλιοθήκη 4.600 τίτλων, πολιτικών και θεωρητικών βιβλίων, που είναι ηλεκτρονικά καταλογογραφημένη με λεπτομέρειες για κάθε τίτλο; Ύστερα από σχεδόν 14 χρόνια συνεχούς λειτουργίας, και παρά τις προσβολές και τις επιθέσεις που το εγχείρημα δέχτηκε τόσο «απ’ έξω» όσο και «από μέσα», η Λέσχη έμαθε καλά όλη την γκάμα των κινδύνων που απειλούν επιλογές που ξεπερνούν κατά πολύ τα συνηθισμένα. Η ίδια η αντοχή της Λέσχης στο χρόνο, χωρίς να υποχωρήσει ούτε χιλιοστό απ’ τις καταστατικές της αρχές, είναι ένα επίτευγμα ίσως ακόμα μεγαλύτερο απ’ τον τεράστιο όγκο υλικού που έχει συγκεντρώσει (και συνεχίζει να συγκεντρώνει) και διαχειρίζεται προς την εξυπηρέτηση αποκλειστικά κινηματικών σκοπών.

Στις αρχές της χρονιάς η Λέσχη δέχτηκε το δικό της μερίδιο αστυνομικής επίθεσης, μέσα στο γενικότερο σχέδιο καταστολής των καταλήψεων. Η συνέλευση της Λέσχης πρόλαβε στο παρά 1 την μήνυση / έξωση του ιδιοκτήτη, που στηριζόταν φυσικά στην παραπληροφόρηση της Κατεχάκη, και την απέτρεψε. Αλλά όταν, στη συνέχεια, επιχειρήθηκε η (για παν ενδεχόμενο και για λόγους προστασίας του) προσωρινή μεταφορά του αρχείου, η άγρυπνη αστυνομία δεν παρέλειψε να δείξει εκείνο που είχε στο μυαλό της. Έγινε (μεσημέρι της Κυριακής 20/1/13) προσαγωγή 42 συντρόφων και συντροφισσών και «έλεγχος» των χαρτοκιβωτίων με τα αρχεία, όπως ήταν φορτωμένα σε φορτηγό. Ευτυχώς, δεν έγινε κάποια καταστροφή υλικού.

Η συνέλευση της Λέσχης είχε, έχει και θα έχει σαν πρώτιστο καθήκον της την διαφύλαξη των περιεχομένων και των λειτουργιών του εγχειρήματος. Είναι χρέος προς τον εαυτό της, είναι χρέος προς εκείνους και εκείνες που ως τώρα εμπιστεύτηκαν στη Λέσχη προσωπικά τους αρχεία και έγιναν δωρητές υλικού, είναι επίσης χρέος προς το κίνημα και προς το μέλλον του. Κι εκείνο που ήταν πάντα η βάση της υποστήριξης προς την Λέσχη, για όποιον / όποια καταλάβαινε, το ίδιο συνεχίζει να είναι, ακόμα εντονότερα σ’ αυτούς τους ζόρικους καιρούς. Η Λέσχη διεκδικεί την χρήση του κτιρίου, και το κάνει με όρους περιεχομένων, κοινωνικής χρήσης, και αντιεμπορευματικής συλλογικής αυτοαξιοποίησης – διεκδικεί την χρήση του με την υποστήριξη συντρόφων και φίλων του εγχειρήματος.

]]>
Για την πολιτική υπεράσπιση των καταλήψεων μέσα στις σχολές https://gameover.zp/2013/04/01/%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7%ce%bd-%cf%80%ce%bf%ce%bb%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%85%cf%80%ce%b5%cf%81%ce%ac%cf%83%cf%80%ce%b9%cf%83%ce%b7-%cf%84%cf%89%ce%bd-%ce%ba%ce%b1%cf%84%ce%b1%ce%bb/ Mon, 01 Apr 2013 15:21:10 +0000 http://gameoversite.gr/?p=830

Τα πανεπιστήμια βρίσκονται αναμφίβολα σε τέλμα. Όχι μόνο γιατί το κράτος έχει από καιρό παραιτηθεί από τις οικονομικές του υποχρεώσεις απέναντι σε αυτά, αλλά και γιατί το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα, δομημένο με βάση της ανάγκες μιας προηγούμενης φάσης του καπιταλισμού, πιάνεται διαρκώς ξεβράκωτο. Και μάλιστα πιάνεται ξεβράκωτο ακόμα και στις πιο βασικές του λειτουργίες, όπως η κυριαρχία του στην ανάπτυξη, τη διανομή και την αναπαραγωγή της γνώσης εκείνης που είναι απαραίτητη για τα αφεντικά και την καπιταλιστική αξιοποίηση. Και αυτή του η αναποτελεσματικότητα (όχι τυχαία) εντοπίζεται κυρίως σε τομείς που έχουν να κάνουν με νέες τεχνολογίες ή αλλιώς σε τομείς που σχετίζονται με το μέλλον της καπιταλιστικής ανάπτυξης.

Από την άλλη, η πλειοψηφία των φοιτητών και των φοιτητριών αντιλαμβάνονται αυτή την κατάσταση ως έκπτωση. Νιώθουν ότι έχουν πιαστεί κορόιδα, ότι η υπόσχεση που τους δόθηκε από την οικογένεια, το κράτος και ολόκληρη την κοινωνία για κοινωνική ανέλιξη και καριέρα αθετήθηκε. Και οι αριστερές παρατάξεις προσπαθούν να εξαργυρώσουν αυτή τη δυσαρέσκεια, με το να προβάλουν μια προηγούμενη φάση της εκπαίδευσης, που όχι απλά έχει κυριολεκτικά πεθάνει, αλλά και να μπορούσε να αναστηθεί δεν παύει να είναι φορέας όλων εκείνων των καπιταλιστικών λειτουργιών που τόσο έχουν αναδειχθεί και καταδικασθεί από τα κινήματα των προηγούμενων δεκαετιών.

Μέσα σε αυτή την κατάσταση, που η μιζέρια και η παρακμή παραφυλάει σε κάθε γωνιά των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων, οι καταλήψεις μέσα στις σχολές μπορούν να αποτελέσουν το πεδίο της δημιουργικής ανασυγκρότησης των φοιτητών και των φοιτητριών έξω από κομματικούς καιροσκοπισμούς και έξω από καθηγητικές κόντρες. Η κατάληψη ενός τόπου με προκαθορισμένες λειτουργίες (ή και καθόλου) και η εκτροπή της χρήσης του από την κανονικότητα, μπορεί να αποτελέσει (τουλάχιστον) το σωσίβιο που θα βοηθήσει όποιον το θέλει να επιπλεύσει στην γεμάτο κόντρες, ακραία ατομικιστική και μέχρι το λαιμό διεφθαρμένη καθημερινότητα των πανεπιστημίων. Φυσικά η κατάληψη, ειδικά όταν πρόκειται για “σταθερή”, δε παύει να αποτελεί απλά ένα μέσο για την επίτευξη αυτού του στόχου. Γιατί άμα δεν υπάρχουν με κάποιο (έστω ασαφή) τρόπο τα περιεχόμενα και οι βασικές “αρχές” λειτουργίας, μια κατάληψη μπορεί απλά να αποτελέσει άλλο ένα μέρος που ανακυκλώνεται η καθημερινή αθλιότητα.

]]>