Ιστορία – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 11:52:43 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png Ιστορία – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 Εισήγηση: Μemory plugged in _η μνήμη ως μέσο παραγωγής της λήθης https://gameover.zp/2014/10/25/%ce%bcemory-plugged-in-_%ce%b7-%ce%bc%ce%bd%ce%ae%ce%bc%ce%b7-%cf%89%cf%82-%ce%bc%ce%ad%cf%83%ce%bf-%cf%80%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%cf%89%ce%b3%ce%ae%cf%82-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%bb%ce%ae%ce%b8%ce%b7/ Sat, 25 Oct 2014 13:35:43 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1312

Σκεφτήκαμε να αρχίσουμε αυτήν την εισήγηση απ’ το τέλος. Να πάμε κατευθείαν στο τέλος, ή τέλος πάντων κοντά στο τέλος, ώστε να διευκολύνουμε την κατανόηση του θέματος. Για να μην μπερδευτούμε, επειδή η λέξη ή η έννοια μνήμη μπορεί να φέρνει διάφορα στο μυαλό. Είναι πολύ πιθανό, ότι οι 8 στους 10 που θα ρωτηθούν τι σκέφτονται με τη λέξη «μνήμη» θα απαντήσουν τον υπολογιστή τους. Η «μνήμη» πλέον έχει μονάδες μέτρησης, έχει «όγκο», έχει «χωρητικότητα»… έτσι πάει.

Θα αρχίσουμε λοιπόν απ’ το τέλος. Και, ενδεχομένως, κάποιοι να μη θέλουν να  διαβάσουν ολόκληρη την εισήγηση, αφού θα μάθουν από τώρα τον δολοφόνο…

Αυτό εδώ είναι ένα δισέλιδο απ’ την «εφημερίδα των συντακτών», στις 11 Οκτώβρη 2015, δηλαδή πριν λίγες ημέρες από τη συγκεκριμένη εκδήλωση. Είναι ένα δισέλιδο που έχει η εφημερίδα στην Σαββατιάτικη έκδοσή της, αφιερωμένο σε επιστημονικά και τεχνολογικά θέματα. Ο τίτλος εκείνης της ημέρας ήταν: «Η μηχανή της μνήμης και της λήθης». Και είχε αυτό το μικρό χωριστό κείμενο

«Από την τέχνη της μνήμης στην τεχνολογική αμνησία.»

”Στο προηγούμενο άρθρο μας για τις “μνημοτεχνικές”, χμμμ… στοιχεία κλπ, διαπιστώσαμε ότι μέχρι πολύ πρόσφατα η συστηματική καλλιέργεια και η επίπονη εξάσκηση της μνήμης αποτελούσε για τους ανθρώπους ζωτική αναγκαιότητα, ατομική και κοινωνική.

Στις μέρες μας, αντίθετα, το να αποθηκεύει κανείς στη μνήμη του πληροφορίες και γνώσεις όχι μόνο δεν θεωρείται απαραίτητο, αλλά είναι και περιττό αφού μπορεί να έχει κάθε στιγμή πρόσβαση στις πιο ετερογενείς πληροφορίες. Αρκεί να ανοίξει το κινητό ή τον υπολογιστή του και να μπει στο Διαδίκτυο.”

Υποθέτουμε ότι δεν υπάρχει αντίρρηση ως εδώ. Περιγράφονται πολύ γνωστές και καθημερινές καταστάσεις. Συνεχίζουμε:

«Παρά τις ασύλληπτες, μέχρι χθες, τεχνολογικές διευκολύνσεις, όλο και μεγαλύτερος αριθμός σχετικά νέων ανθρώπων στις ανεπτυγμένες κοινωνίες διαμαρτύρεται σήμερα ότι έχει ανεξήγητα κενά μνήμης και ότι, εκτός από τα σοβαρά αμνησιακά προβλήματα, αντιμετωπίζει επίσης μεγάλη δυσκολία συγκέντρωσης της προσοχής και αφομοίωσης νέων πληροφοριών. Οι σημερινοί τριαντάχρονοι φαίνεται να έχουν μικρότερες μνημονικές ικανότητες από τους γονείς τους. Υποφέρουν από … «τεχνολογική αμνησία»! Γιατί συμβαίνει αυτό;

Σύμφωνα με τη γνώμη αρκετών τολμηρών ειδικών, τα αίτια θα πρέπει να αναζητηθούν στη συστηματική χρήση των ψηφιακών συσκευών οι οποίες δημιουργήθηκαν για να διευρύνουν τις μνημονικές μας ικανότητες και για να απαλλάξουν το μυαλό μας από τα «περιττά» μνημονικά βάρη. Και το κάνουν τόσο καλά, ώστε κάποιες ζωτικές λειτουργίες του μυαλού των χρηστών – όπως η μνήμη και η αφομοίωση νέων πληροφοριών – έχουν αρχίσει να ατροφούν.

Το νέο φαινόμενο της «τεχνολογικής «αμνησίας», δηλαδή της κατάπτωσης ή του εκφυλισμού της ανθρώπινης μνήμης λόγω της χρήσης «έξυπνων» τεχνημάτων, διαπιστώθηκε και επιβεβαιώθηκε χάρη στις συστηματικές έρευνες του Ιαν Ρόμπερτσον, καθηγητή Νευροεπιστημών στο Trinity College του Δουβλίνου.

Ανάλογες έρευνες έχουν πραγματοποιηθεί στις πιο αναπτυγμένες χώρες. Και, δυστυχώς, όλες καταγράφουν μια δραματική πτώση των μνημονικών ικανοτήτων στις νεότερες γενιές.»

Αυτό είναι λοιπόν, σε γενικές γραμμές, το θέμα αυτής της εισήγησης. Με μια διαφορά που τη θεωρούμε ουσιαστική και όχι ορολογίας. Ο συντάκτης του πιο πάνω σχολίου μιλάει για «κενά μνήμης», για «αμνησιακά προβλήματα», για «τεχνολογική αμνησία». Εμείς θα μιλήσουμε για λήθη, και για την παραγωγή της λήθης σαν σκόπιμη, εμπρόθετη διαδικασία. Ελπίζουμε να δείξουμε τη σημασία αυτής της προσέγγισης.

Ας πιάσουμε τώρα το θέμα απ’ την αρχή.

Η κοινότυπη παρατήρηση με την οποία θα ξεκινήσουμε είναι ότι η μνήμη είναι ικανότητα των ζωντανών οργανισμών, όλων των ζωντανών οργανισμών, ακόμα  κι αν δεν ξέρουμε ακριβώς πως θυμούνται αυτοί που θεωρούνται κατώτεροι.

Μια δεύτερη παρατήρηση: ενώ η μνήμη συμβαίνει σίγουρα και ατομικά, δηλαδή κάθε άτομο οποιουδήποτε ζωντανού είδους θυμάται, σίγουρα συμβαίνει και συλλογικά. Δεν ξέρουμε (και δεν είναι κάτι που πρέπει να επιμείνουμε) αν υπάρχει γενική «μνήμη είδους» ή υπάρχουν μνήμες των κοινοτήτων κάθε είδους. Δηλαδή η μνήμη παλιότερων κοινών εμπειριών, κοινών κινδύνων, κοινών επιτυχιών, κοινών αποτυχιών, κοινών κατορθωμάτων. Πάντως για τις ανάγκες του συγκεκριμένου θέματος είναι αρκετό να πούμε ότι σίγουρα υπάρχει συλλογική μνήμη, και ότι αυτές οι δύο εκφάνσεις, η ατομική μνήμη και η συλλογική μνήμη, έστω για το είδος μας, βρίσκονται σε διαρκή, αλληλένδετη και δυναμική σχέση.

Τρίτη παρατήρηση, ή ίσως και θέση. Αυτή η μνήμη για την οποία μιλάμε, η ζωϊκή μνήμη, η μνήμη των ζωντανών, είναι μνήμη σωματική / διανοητική, δηλαδή πάλι σωματική. Δεν είναι μόνο μνήμη «εικόνων», αν αυτό σκεφτόμαστε σήμερα, αλλά μνήμη πόνων και χαράς, δηλαδή συναισθημάτων, είναι μνήμη αισθήσεων, είναι μνήμη κινήσεων και πράξεων, είναι μνήμη συμπάθειας ή μνήμη εχθρότητας… Νομίζουμε ότι γενικά δεν μπορεί να χωριστεί αυτή η μνήμη από μια μεγάλη γκάμα συναισθημάτων.  Σ’ αυτήν την μνήμη λοιπόν, και στη διάρκειά της στο χρόνο, πρέπει να περιλάβουμε διάφορα ήθη και έθιμα, όπως τον χορό και το τραγούδι, τετριμμένες καθημερινές ασχολίες όπως το μαγείρεμα, το κυνήγι ή η φροντίδα των μωρών, πιο ιδιαίτερες γνώσεις όπως η αναγνώριση των εχθρών, των φίλων ή των επικίνδυνων φυτών, ζώων ή περιστάσεων, και εμπειρίες «τοπολογικές» όπως μέρη ορεινά ή θαλάσσια, διαδρομές, δυσκολίες και ευκολίες σ’ αυτές, κλπ.

Τέταρτη παρατήρηση, εγκυκλοπαιδική αυτή, είναι ότι σε διάφορες κοινωνίες, σε διάφορες μορφές ιεραρχικής κοινωνικής οργάνωσης, αναπτύχθηκαν τεχνικές ενίσχυσης, βελτίωσης της μνήμης. «Μνημονικές τεχνικές». Ξέρουμε για παράδειγμα, από αρχαιολογικά ευρήματα, ότι στην αρχαία Αίγυπτο, στη Μεσοποταμία ή στη Φοινίκη, η κατά το δυνατόν ακριβέστερη μνήμη ήταν σημαντικό στοιχείο της άσκησης της εξουσίας.  Υπήρχε μια συγκεκριμένη ειδικότητα υπαλλήλων στις αυλές των παλατιών, που η δουλειά τους ήταν να «θυμούνται» συζητήσεις, απόψεις, διαφωνίες και συμπεράσματα. Μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε βάσιμα ότι η γραφή και η καταγραφή τέτοιων στοιχείων γεννήθηκε σε τέτοια περιβάλλοντα, περιβάλλοντα άσκησης κοσμικής ή/και ιερατικής εξουσίας, προκειμένου να βελτιωθεί η μνήμη. Για λογαριασμό της εξουσίας.  Αυτή η δουλειά του να «θυμάσαι», είτε με τις δικές σου δυνάμεις είτε μέσω καταγραφών (και των σχετικών γνώσεων), θα πρέπει να ήταν τότε αυτό που σήμερα λέμε γραμματέας. Αν το καλοσκεφτούμε μεγάλο μέρος της δουλειάς της σύγχρονης γραμματείας είναι αυτό. Το να «θυμάται» για λογαριασμό του εργοδότη.

Στις πόλεις – κράτη της αρχαίας Ελλάδας υπήρχε ο θεσμός / επάγγελμα του «μνήμονα». Αυτός ήταν άμεσα σχετισμένος με τη λειτουργία των δικαστηρίων. Κατέγραφε τις αποφάσεις, αλλά έπρεπε και να θυμάται την ταξινόμησή τους και να μπορεί εύκολα να ανασύρει κάποια. Αργότερα, οι ρωμαίοι πολιτικοί και δικαστικοί είχαν δούλους εκπαιδευμένους στο να θυμούνται, έτσι ώστε να διευκολύνουν τους κυρίους τους είτε στα δικαστήρια είτε στις πολιτικές και κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Αυτοί οι ειδικής απασχόλησης δούλοι ονομάζονταν γραικύλοι, «μικροί έλληνες».

Οπότε θα κάνουμε τώρα μια βασική διάκριση. Υπάρχει, έχει υπάρξει ιστορικά, η μνήμη η νοερή / σωματική. Και η μνήμη η καταγραμμένη, πάνω σε διάφορα μέσα. Πέτρα, πάπυρο, χαρτί, και πολύ αργότερα άλλα. Ονομάζουμε την πρώτη ζωντανή μνήμη. Και τη δεύτερη νεκρή μνήμη. Αυτοί οι προσδιορισμοί δεν είναι αξιολογικοί. Δε θέλω να πω ότι η «νεκρή μνήμη» είναι κατώτερης αξίας, για πέταμα. Είναι μια διάκριση ανάλογη με εκείνη του Μαρξ ανάμεσα σε ζωντανή εργασία (την ανθρώπινη δυνατότητα εργασίας) και νεκρή εργασία, τις μηχανές δηλαδή, τις οποίες βάζει να δουλέψουν η ζωντανή εργασία. Νομίζω πως το ίδιο συμβαίνει και με τη νεκρή μνήμη, δηλαδή τις εγγραφές / καταγραφές οποιουδήποτε είδους. Χρειάζονται τη ζωντανή μνήμη να τις αξιοποιήσει.

Ζωντανή μνήμη – νεκρή μνήμη, λοιπόν. Με τη δεύτερη να αναπτύσσεται και να μένει για πολλούς αιώνες στο λογαριασμό της άσκησης των όποιων εξουσιών. Αυτές οι δύο εκφάνσεις, αυτές οι δύο μορφές μνήμης αν μπορούμε να τις πούμε έτσι, έχουν αξιοσημείωτα χαρακτηριστικά και διαφορές. Είπαμε ήδη ότι η ζωντανή μνήμη αναβλύζει μέσα σε συναισθήματα: χαράς, λύπης, φόβου, νοσταλγίας, τρυφερότητας, μίσους… Επιπλέον η ζωντανή μνήμη είναι ασταθής μέσα στη ζωή (άλλοτε θυμάται κανείς εύκολα και ακαριαία κι άλλοτε “σπάει το κεφάλι του” να θυμηθεί, άλλοτε θέλει να ξεχάσει και δεν μπορεί, άλλοτε ξεχνάει ενώ δεν θα το ήθελε) και είναι επίσης συχνά αιφνιδιαστική, όχι εμπρόθετη: θυμάσαι κάτι, μπορεί και δυσάρεστο, στα ξαφνικά, χωρίς να το έχεις επιδιώξει, μ’ όλη τη στεναχώρια που προκαλεί αυτή η αναθύμηση.

Απ’ την άλλη μεριά η νεκρή μνήμη, των καταγραφών, δεν κινδυνεύει από αμνησία, είναι «αντικειμενική» ή έστω «υπερυποκειμενική», δηλαδή γενικά απρόσωπη, μπορεί να συσσωρευτεί χωρίς περιορισμούς, τα σημάδια της μένουν σταθερά ίδια στο χρόνο.

Αυτά είναι οπωσδήποτε περιληπτικά, αλλά δε θα επιμείνουμε. Ελπίζουμε ότι έχουμε περιγράψει κάπως αυτό το δίπολο ζωντανή μνήμη – νεκρή μνήμη, με κάποιους υπαινιγμούς για την καταγωγή και τη σκοπιμότητα της δεύτερης.

Τώρα, μ’ αυτά δεδομένα, ποιος θα αναρωτιόταν, με μια ιστορική έννοια, «τι είναι η μνήμη»; Μια τέτοια ερώτηση δύσκολα θα προερχόταν απ’ την μεριά της ζωντανής μνήμης, γιατί θα ήταν το ίδιο παράξενη με την ερώτηση «τι είναι η αναπνοή». Προέκυψε μια τέτοια ερώτηση απ’ την μεριά φιλοσόφων, διανοούμενων επαγγελματιών, μπορεί και ιερέων, που είχαν κάποια εξοικείωση με τις εγγραφές, με τη νεκρή μνήμη. Συνήθως όταν δημιουργούνται τέτοιες ερωτήσεις κουβαλάνε εξ αρχής και τις απαντήσεις τους. Το ότι η απάντηση στην ερώτηση «τι είναι η μνήμη» ήταν αποθήκη μπορεί να φαίνεται μια χαρά με τα σημερινά ψηφιακά δεδομένα, αλλά δεν είναι τωρινή!

Για παράδειγμα, και δεν είναι καμιά συνεπής ιστοριογραφία εκ μέρους μας, αλλά το αναφέρουμε ενδεικτικά, στα τέλη του 17ου αιώνα, ο Τζων Λοκ, που θεωρείται πατέρας του σύγχρονου εμπειρισμού, αναφερόταν στη μνήμη σαν «την αποθήκη των ιδεών μας». Δεν ήταν εντελώς δική του η ιδέα. Χίλια χρόνια νωρίτερα, τον 7ο αιώνα, ο «άγιος» Αυγουστίνος, σημαντικότατος διανοούμενος του χριστιανισμού, έγραφε για τα «πολύτιμα παλάτια της μνήμης» και για τα «τεράστια σπήλαια της μνήμης με τις κρυφές και μυστηριώδεις γωνιές και ρωγμές». Σπήλαια, και μετά παλάτια. Σπουδαίες παρομοιώσεις! Η πρωτόγονη εικόνα και η βασιλική εικόνα.

Μπορούμε να σκεφτούμε ότι τέτοιες παρομοιώσεις ήταν εύλογες μεταξύ διανοούμενων που ασχολούνταν και με τη νεκρή μνήμη, με τις καταγραφές, με τις βιβλιοθήκες δηλαδή. Οπότε μετέφεραν την χωρική ιδέα της βιβλιοθήκης, την αποθήκευση και την ταξινόμηση, στη μνήμη συνολικά. Στη ζωντανή μνήμη, που δεν έχει σχέση με βιβλιοθήκες κλπ. Αντιλαμβάνονταν την ζωντανή μνήμη μέσω της νεκρής, όπως θα περίμενε κανείς από ειδικευμένους της εξουσίας.

Τώρα δεν είναι τολμηρό να αναρωτηθούμε: αυτή η παρομοίωση της μνήμης σαν αποθήκης δεν είχε άραγε ένα, έστω υπονοούμενο, περί ιδιοκτησίας; Αποθήκη σημαίνει πόρτα, σημαίνει κλειδαριά και κλειδιά. Κάποιοι έχουν τα κλειδιά της νεκρής μνήμης, των εγγραφών. Και αν δεν είναι κυριολεκτικά ιδιοκτήτες, είναι σίγουρα διαχειριστές στο όνομα των ιδιοκτητών.  Δεν είναι παράξενο αν θυμηθούμε την καταγωγή των καταγραφών, της νεκρής μνήμης. Οι πληβείοι δεν είχαν τέτοια. Οι άρχοντες είχαν όσο περισσότερη μπορούσαν.

Υποθέτουμε ότι για τους χριστιανούς, ο τελικός ιδιοκτήτης ήταν ο θεός.  Για τους αστούς -ο Τζων Λοκ ήταν ένας απ’ τους πρόγονους της αστικής κοσμοθεωρίας- το πράγμα εξελίχθηκε.

Κάνουμε εδώ την ανακεφαλαίωση. Νεκρή μνήμη – ζωντανή μνήμη. Ζωντανή μνήμη είναι ο τρόπος που θυμόμαστε ακόμα, νεκρή μνήμη είναι οι καταγραφές. Κρατείστε το αυτό το δίπολο, θα το χρειαστούμε στη συνέχεια.

Θα κάνουμε εδώ κάτι σαν παρένθεση, που θα μας πάει στο επόμενο κεφάλαιο. Είτε μιλάμε για τη ζωντανή μνήμη είτε μιλάμε για τη νεκρή μνήμη, είναι σαφές ότι μιλάμε για το παρελθόν. Δεν χωράει καμία αμφιβολία σ’ αυτό. «Μνήμη του μέλλοντος» είναι μια ποιητική, λογοτεχνική έκφραση.

Η μνήμη αφορά λοιπόν το παρελθόν. Κι αν έχει αξία η μνήμη, οποιαδήποτε αξία, συναισθηματική, οικονομική, κοινωνική, πολιτική, οτιδήποτε, αν έχει λοιπόν αξία η μνήμη, αυτό οφείλεται ότι τα άτομα και οι κοινωνίες αξιολογούν το παρελθόν σαν κάτι σημαντικό. Το παρελθόν δίνει εμπνεύσεις. Το παρελθόν δίνει ιδέες. Το παρελθόν δίνει κανόνες ηθικής. Το παρελθόν δίνει κατευθύνσεις. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, η σχέση με το παρελθόν λειτουργεί δημιουργικά για το σήμερα: αυτό είναι που δίνει αξία στη μνήμη.

Θα μπορούσε, λοιπόν, υπό κάποιες συνθήκες, το παρελθόν να μην έχει αξία, και κατά συνέπεια να μην έχει αξία ούτε η μνήμη; Όσο κι αν σας φαίνεται παράξενο μια τέτοια συνθήκη έχει υπάρξει, και έχει υπάρξει για συγκεκριμένους λόγους. Τον ίδιο αιώνα που ο Λοκ έλεγε ότι «η μνήμη είναι η αποθήκη των ιδεών μας» ένας άλλος μεγάλος διανοούμενος της ανερχόμενης αστικής τάξης, ο Ντεκάρτ, έλεγε ρητά ότι: «όταν πρόκειται για την κατάκτηση της γνώσης δε χρειαζόμαστε την μνήμη.» Και σε άλλο σημείο έλεγε «πρέπει να αποφεύγεται η μνήμη, προς όφελος της συστηματικής αναζήτησης της αιτιότητας, που είναι πάντα πρωτεύουσας σημασίας.» Η αναζήτηση της αιτιότητας ήταν πρωτεύουσας σημασίας για τον Ντεκάρτ, κι όχι η μνήμη.

Ο Ντεκάρτ λοιπόν, και άλλοι διανοούμενοι της ανερχόμενης αστικής τάξης, υποστηρίζουν ότι δεν είναι το παρελθόν το οποίο μπορεί να προσφέρει ιδέες, σκέψεις, κατευθύνσεις για το παρόν, για το τότε παρόν. Αντίθετα λένε, το παρελθόν είναι βάρος. Το παρελθόν είναι συντήρηση, το παρελθόν είναι φρένο, και γι’ αυτό το λόγο δεν χρειάζεται η μνήμη. Μπορεί να παραμείνει σαν ιδιωτική υπόθεση.  Να θυμάται ο καθένας τη ζωή του. Αλλά στην κοινωνική οργάνωση κοιτάμε μπροστά. Και κοιτώντας μπροστά ξεφορτωνόμαστε, περιορίζουμε αν θέλετε, την μνήμη.

Αυτό, το να αξιολογείται δηλαδή το παρελθόν σε σχέση με το παρόν και το μέλλον, όχι με έναν τρόπο αλλά με διαφορετικούς, ακόμα και αντίθετους τρόπους, που έχει σαν συνέπεια την αντίστοιχη αξιολόγηση της μνήμης, το εγκαινιάζει η επαναστατική αστική τάξη. Η αστική τάξη που πρόκειται να γκρεμίσει εξουσίες και παραδόσεις πολλών αιώνων, και να αλλάξει τις κοινωνίες, κατ’ αρχήν τις ευρωπαϊκές. Η αξιολόγηση του χρόνου, του παρελθόντος, αρχίζει να μπαίνει υπό ιδεολογική αίρεση.  Ως τότε το παρελθόν είχε πάντα αξία. Η αστική τάξη θα το αλλάξει κι αυτό.

Όμως για δυο λεπτά! Περί τίνος πρόκειται; Πρόκειται για μια τάξη ανθρώπων που πρόκειται να ζήσουν πράγματι χωρίς μνήμη; Πρόκειται για μια τάξη ανθρώπων που είναι αποφασισμένοι να μην έχουν παρελθόν; Όχι! Άλλο θα κάνουν. Και θα το κάνουν καθώς μεγαλώνει ο δυναμισμός της αστικής τάξης. Θα φτιάξουν τη δική τους μνήμη. Θα φτιάξουν τη δική τους νεκρή μνήμη, τη δική τους καταγεγραμμένη μνήμη. Θα φτιάξουν επίσης τη δική τους ζωντανή μνήμη. Μνημονικές μεθόδους δηλαδή, τρόπους να ασκείς τη ζωντανή μνήμη, για τους ίδιους και τα παιδιά τους, για τις επόμενες γενιές. Για το αστικό εκπαιδευτικό σύστημα που έχει αρχίσει να δημιουργείται.

Θα φτιάξουν λοιπόν τη δική τους αφήγηση για το παρελθόν, τη δική τους μνήμη, γυρίζοντας την πλάτη, όχι στη μνήμη γενικά, όχι στο παρελθόν γενικά, αλλά σε όλα όσα ως τον 18ο και τον 19ο αιώνα δεν τους έκαναν. Δεν τους ήταν χρήσιμα. Σαν παρελθόν, σαν μνήμη. Επειδή ήταν άλλων.

Συνεπώς, οι απόψεις του Ντεκάρτ και άλλων, πρακτικά δεν έδειχναν τον δρόμο για κοινωνίες χωρίς μνήμη, αλλά για κοινωνίες στις οποίες η μνήμη μπορεί να είναι επίδικο ζήτημα: αυτή η μνήμη να είναι χρήσιμη, η άλλη μνήμη να είναι άχρηστη· αυτή η μνήμη να είναι δημιουργική, η άλλη μνήμη να είναι βάρος.

Αυτή η διαχείριση είναι πολύ σημαντική καινοτομία. Διότι, τελικά, ήδη από τότε, απ’ τον 18ο και τον 19ο αιώνα, αυτή η εφευρετικότητα, αυτός ο νεωτερισμός πάνω στο πως διαχειριζόμαστε το παρελθόν και τη μνήμη, υποστηρίζει μια ειδική παραγωγικότητα της μνήμης, που είναι «η μνήμη μας να εξαφανίζει τις μνήμες των άλλων», «η μνήμη μας να γίνεται κυρίαρχη, να γίνεται ηγεμονική, έτσι ώστε άλλοι, με τις δικές τους μνήμες, είτε να υποτιμώνται, είτε να περιθωριοποιούνται είτε και να εξαφανίζονται». Είναι σαν, η μνήμη, ήδη απ’ τον 19ο αιώνα, να γίνεται πεδίο πολιτικής και ιδεολογικής αναμέτρησης… ακόμα και σύγκρουσης. Κατ’ αρχήν, σίγουρα, γίνεται πεδίο ιδεολογικής ηγεμονίας της αστικής τάξης, με την δική της άποψη για την μνήμη.

Αλλά τον 19ο αιώνα εμφανίζεται ένα καινούργιο πρόβλημα για την αστική τάξη. Μια άλλη τάξη, ανταγωνιστική, η εργατική τάξη, αρχίζει να αποκτάει τη δική της μνήμη. Την δική της ζωντανή μνήμη, και την δική της νεκρή / γραπτή μνήμη. Και η σύγκρουση δεν είναι μόνο για το παρόν και το μέλλον, αλλά ήδη απ’ τα μέσα του 19ου αιώνα η σύγκρουση τροφοδοτείται και απ’ το παρελθόν. Και της αστικής τάξης, και της εργατικής τάξης.

Οπότε, φαίνεται ότι απ’ τα τέλη του 19ου ή τις αρχές του 20ου αιώνα, εκτός απ’ το δίπολο ζωντανή – νεκρή μνήμη, έχει διαμορφωθεί άλλο ένα, που τέμνει κάθετα το προηγούμενο, το δίπολο αστική μνήμη – εργατική μνήμη. Δεν είναι το σχήμα «η μνήμη της εξουσίας, του άρχοντα» απ’ τη μια μεριά και «η μνήμη των υποτελών» απ’ την άλλη, σαν δύο διακριτοί, χωριστοί κόσμοι, που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Είναι οι διαφορετικές (αντίπαλες) μνήμες δύο δηλωμένα αντίπαλων τάξεων, που δρουν στα ίδια πεδία των κοινωνικών σχέσεων.

Μήπως αυτά που λέμε είναι αυθαιρεσίες; Όχι. Υπάρχει κάποιος που μπορεί αρκετοί ξέρετε, λέγεται Βάλτερ Μπένγιαμιν, κι αυτός το 1940, στις «θέσεις για τη φιλοσοφία της ιστορίας» λέει κάτι που δεν ξέρω αν το είχε πει άλλος πριν, αλλά είναι πάρα πολύ σημαντικό.  Ο Μπένγιαμιν κατηγορεί τους σοσιαλδημοκράτες της εποχής του ότι αυτοί φταίνε για την άνοδο του φασισμού. Και πως λοιπόν φταίνε; Μεταφέρουμε ένα σχετικό απόσπασμα:

«Υποκείμενο της ιστορικής γνώσης είναι η ίδια η μαχόμενη καταπιεσμένη τάξη. Στον Μαρξ εμφανίζεται σαν η τελευταία υποδουλωμένη, σαν η εκδικήτρια τάξη, που ολοκληρώνει το έργο της απελευθέρωσης…» προσέξτε «… στο όνομα γενεών ηττημένων. Αυτή η συνείδηση, που είχε μια σύντομη αναβίωση στον Σπάρτακο…» (αναφερόμενος στους Σπαρτακιστές, τους κομμουνιστές στη Γερμανία, στη Λούξεμπουργκ…) «…ήταν ανέκαθεν απορριπτέα από τους σοσιαλδημοκράτες. Κατόρθωσαν αυτοί, μέσα σε τρεις δεκαετίες, να εξαλείψουν σχεδόν το όνομα ενός Μπλανκί…» (πρόκειται για την Παρισινή Κομμούνα) «…που είχε συγκλονίσει με τον μεταλλικό ήχο του τον περασμένο αιώνα. Κολάκευαν τον εαυτό τους αποδίδοντας στην εργατική τάξη τον ρόλο ενός λυτρωτή των μελλουσών γενεών, ακρωτηριάζοντας έτσι τα νεύρα της πιο πολύτιμης δύναμής της. Γιατί μ’ αυτή τη διδασκαλία…» (ότι δηλαδή η εργατική τάξη αγωνίζεται για το μέλλον, για τις επόμενες γενιές,) «… η τάξη ξέχασε τόσο το μίσος όσο και το πνεύμα θυσίας…» Ξέχασε η εργατική τάξη, στη γερμανία, τη δεκαετία του ’30, τονίζουμε το ρήμα: «ξέχασε» τόσο το μίσος όσο και το πνεύμα θυσίας. «… Γιατί τρέφονται και τα δύο απ’ την εικόνα των υπόδουλων προγόνων και όχι απ’ το ιδανικό των απελευθερωμένων εγγονών».

Εμφανίζεται λοιπόν αυτός ο άνθρωπος και λέει, το 1940, ότι η μνήμη είναι ουσιαστική για τη συνείδηση. Και πως εάν στρέψεις, πολιτικά, την εργατική τάξη προς το μέλλον, φροντίζοντας να ξεχάσει τους προγόνους που πέθαναν υπόδουλοι, της στερείς το μίσος απέναντι στ’ αφεντικά. Το 1940 λοιπόν ο Μπένγιαμιν έχει συλλάβει την ταξική πόλωση της μνήμης, την ταξική πόλωση που έχει προηγηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες, και το τι σημαίνει η απαλλοτρίωση της εργατικής μνήμης.

Δεν το έχει συλλάβει όμως μόνον αυτός. Και οι ναζί και οι σταλινικοί, οργανώνουν διαδικασίες καταστροφής της μνήμης των άλλων. Οι διαδικασίες αυτές θα φαίνονταν χοντροκομμένες σήμερα: οι ναζί καίνε τα βιβλία, τη νεκρή / γραπτή μνήμη της εργατικής τάξης, οι δε σταλινικοί σβήνουν και διορθώνουν τις φωτογραφίες, εξαφανίζοντας διάφορους που συμμετείχαν στην επανάσταση σαν μπολσεβίκοι, αλλά μετά… Να, λοιπόν, γεγονότα, της δεκαετίας του 1930, γεγονότα όχι ανταγωνισμού ανάμεσα σε ζωντανή και νεκρή μνήμη, αλλά μάλλον ταξικού ανταγωνισμού μέσα στη μνήμη.

Έχουμε κι ένα τρίτο στοιχείο, ενισχυτικό του ότι δεν υποστηρίζουμε κάτι αυθαίρετα. Πρόκειται για το μυθιστόρημα «1984», το οποίο έγραψε ο Όργουελ και πρωτοκυκλοφόρησε το 1949. Μέσα εκεί ο Όργουελ περιγράφει σαν κρίσιμο μηχανισμό του καθεστώτος για να ελέγχει τους υποτελείς, αυτό που ονομάζει «τρύπα μνήμης». Memory hole. Τι κάνει το καθεστώς; Το καθεστώς επεμβαίνει στη νεκρή μνήμη και τη γράφει, την ξαναγράφει, τη διορθώνει, τη συμπληρώνει, την εξαφανίζει εδώ κι εκεί, για να ελέγχει μέσω της νεκρής μνήμης τη ζωντανή μνήμη των υπηκόων. Έτσι ώστε οι υπήκοοι να χάνουν τη δική τους μνήμη, και να ακολουθούν την αφήγηση του καθεστώτος.

Για τον Όργουελ το ξέρετε υποθέτουμε, είχε πολεμήσει στον Ισπανικό Εμφύλιο, ήταν με τους δικούς μας. Δεν ήταν κάποιος άκαπνος.

Έχουμε, λοιπόν, από διαφορετικές μεριές, και από την λογοτεχνία, και από την φιλοσοφία, και από την ιστορία, μαρτυρίες ότι ήδη στις αρχές του 20ου αιώνα η μνήμη είναι πεδίο συγκρούσεων. Ταξικών συγκρούσεων.

Το 1949, που ο Όργουελ έβγαλε το «1984»,  ο αμερικάνος Νόρμπερτ Βίνερ έβγαλε ένα πολύ σημαντικό βιβλίο, το οποίο λέγεται Κυβερνητική και Κοινωνία. Λέει πάρα πολλά πράγματα εκεί, προβλέπει πάρα πολλά, φαντάζεται πάρα πολλά, και μιλάει και για τη μνήμη. Αλλά τη μηχανική μνήμη πια.

Μεταφέρουμε ενδεικτικά μια μόνο φράση:

«… Η ιδιότητα της δυνατότητας να προσαρμόσουμε τη μελλοντική συμπεριφορά σε παρελθούσα… δηλαδή να σχετίσουμε το μέλλον μας με το παρελθόν μας,  δεν λέγεται μνήμη αλλά …λέγεται ανάδραση».

Κατά τον Βίνερ. Αυτό το 1949.

Για να μην σας κουράζουμε: στο διάστημα ‘40s – ’50s, δηλαδή ουσιαστικά στη διάρκεια του πολέμου, με το τέλος του, και ύστερα με την ανοικοδόμηση (της ευρώπης), υπάρχουν τα εξής ζητήματα, σε σχέση με τη μνήμη:

Κατ’ αρχήν υπάρχει η ταξική πόλωση της μνήμης.

Κατά δεύτερον έχει αποκτήσει ήδη μια ορισμένη κρίσιμη μάζα μια συγκεκριμένη μορφή ιδιωτικοποίησης της μνήμης, που τα επόμενα χρόνια, τις επόμενες δεκαετίες και ως τις μέρες μας θα γνωρίσει μεγάλη δόξα, που είναι η ψυχανάλυση. Και η ψυχολογία. Η ατομική αναδρομή, σα να λέμε, στο παρελθόν.  Αυτό έχει ωριμάσει στα μέσα του 20ου αιώνα.

Τρίτον, ξεκινάει η τεχνολογική αλλαγή στις μορφές της νεκρής μνήμης. Υπάρχει κι εκεί λοιπόν ένα ζήτημα, μια τεχνολογική αναδιάρθρωση που θα έλεγε κανείς ότι κατ’ αρχήν αφορά τη νεκρή μνήμη, όμως θα δούμε ότι δεν αφορούσε μόνον αυτήν. Και ακόμα υπάρχει εκεί, στα μέσα του 20ου αιώνα, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, ένας μόνιμος προσανατολισμός προς το μέλλον. Το μέλλον–το μέλλον–το μέλλον, που είναι λαμπρό… Που σημαίνει αξιολόγηση του χρόνου. Που σημαίνει για τη μνήμη ότι «εντάξει, δεν πολυχρειάζεται γενικά». Μόνο επιλεγμένα και κατάλληλα διαμορφωμένα κομμάτια της.

Θα περάσουμε πολύ γρήγορα αυτές τις δεκαετίες του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα, όπου, απλά να υπενθυμίσουμε πως όλες οι μορφές καταγραφών, όλες οι μορφές νεκρής μνήμης, δηλαδή το βιβλίο, η φωτογραφία, ο κινηματογράφος, η ηχογράφηση σε διάφορες μορφές, επεκτείνονται πάρα πολύ, οπότε φτάνουμε στα τέλη του 20ου και στις αρχές του 21ου όπου χάρη στην ψηφιακή τεχνολογία όλες οι μορφές της νεκρής μνήμης γίνονται μία, η ψηφιακή μνήμη, η οποία μορφή έχει απεριόριστη χωρητικότητα, είναι μια αποθήκη που χωράει τα πάντα, και τα πάντα των πάντων, και τα πάντα των πάντων των πάντων, δεν υπάρχει κανένας περιορισμός. Και απ’ την άλλη μεριά, όσο γεμίζει η αποθήκη, φαίνεται ότι αδειάζει η ζωντανή μνήμη· είναι το απόσπασμα που βάλαμε στην αρχή. Σα να μετατρέπεται η ζωντανή μνήμη στο ελάχιστο, σ’ έναν χειριστή (μπορεί και ανειδίκευτο χειριστή) της νεκρής μνήμης. Είναι σαν να άλλαξαν οι συσχετισμοί  ανάμεσα στη ζωντανή και τη νεκρή μνήμη. Δηλαδή σαν να έρχεται η νεκρή μνήμη και να κάθεται πάνω στη ζωντανή πολύ περισσότερο απ’ ότι είχε συμβεί κάτι τέτοιο στο παρελθόν. Και με καινούργια ποιοτικά χαρακτηριστικά.

Αλλάζει όμως, απ’ τον Β παγκόσμιο και μετά, όχι μόνο αυτό το δίπολο νεκρή – ζωντανή μνήμη, αλλά και το ταξικό δίπολο μέσα στη μνήμη. Φεύγει ο πόλεμος κατά της εργατικής μνήμης απ’ τις άγριες μορφές του ναζισμού, και πάει σε πιο ήπιες μορφές. Ορίστε ένα μικρό απόσπασμα που αφορά το θέμα μας -για να μην κρύβουμε το από που επηρεαζόμαστε!… Είναι κάτι που γράφτηκε το 1982, από τους Ρενάτο Κούρτσιο και Αλμπέρντο Φραντσεσκίνι, οι οποίοι, για όσους δεν τους ξέρουν ήταν αντάρτες πόλης στις Ερυθρές Ταξιαρχίες, και ήταν φυλακή το 1982.

“Η ιμπεριαλιστική αστική τάξη…” (είναι μια ορολογία που σε κάποιους μπορεί να φανεί ξένη) “…εκδηλώνει την επιδρομή της με στρατηγικές ενεργητικής λογοκρισίας και παραποίησης, με σκοπό, μέσα από τη δηλητηρίαση και τη γενοκτονία της προλεταριακής μνήμης να πετύχει τον προληπτικό έλεγχο των εν δυνάμει ανταγωνιστικών συμπεριφορών.

Μνήμη είναι η συσσώρευση προγραμματικών συμπεριφορών, ένα σύνολο απαγορεύσεων και οδηγιών που εκπαιδεύει τα μέλη του καπιταλιστικού σχηματισμού στην αναπαραγωγή ή τον μετασχηματισμό του. Εφόσον λοιπόν η περασμένη εμπειρία επηρεάζει τη μελλοντική, κι επομένως λειτουργεί σαν κώδικας αναπαραγωγής των δραστηριοτήτων που γεννούν οι υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις, είναι εύκολα αντιληπτό γιατί η διαδικασία μετατροπής της σε “συλλογική μνήμη” έχει τόσο μεγάλη σημασία για την άρχουσα τάξη. Φυσικά αυτή η τελευταία προσπαθεί να αναπαράγει μόνον εκείνες τις συμπεριφορές που, όντας προσανατολισμένες στο παρελθόν δεν έρχονται σε αντίθεση με την επιδίωξή της να συντηρεί τις υπάρχουσες καπιταλιστικές κοινωνικές σχέσεις.

Η συλλογική μνήμη που η ιμπεριαλιστική αστική τάξη επιδιώκει να δημιουργήσει είναι τραγικά κενή μέλλοντος, υπάρχει μέσα στο χρόνο, αλλά οι μελλοντικές προγραμματικές συμπεριφορές που προβλέπει είναι καθηλωμένες στην ατέρμονη επανάληψη του παρόντος, της αμετάβλητης και αέναης ποιότητάς του.

Είναι μνήμη…”(η μνήμη της εξουσίας για το πούμε αλλιώς) “…του υπάρχοντος τρόπου παραγωγής κι όχι της επαναστατικής υπέρβασής του, η οποία έχει σημαία της το σύνθημα ‘το αδύνατο γι’ αυτό το σύστημα είναι η δική μας δυνατότητα΄”

Το επαναλαμβάνουμε ότι αυτά γράφονται το ’82, και έχουν σχέση με την ταξική αντίθεση και τη διαχείριση της προλεταριακής μνήμης απ’ τα αφεντικά. Το 1982 δεν υπάρχουν ηλεκτρονικοί υπολογιστές σε ευρεία καθημερινή χρήση…

Τώρα, αν συνδυάσουμε αυτό που έλεγε ο Μπένγιαμιν, κι αυτό που είπαν οι Κούρτσιο και Φραντσεσκίνι  απ’ τη μια μεριά, βάζοντας στο λογαριασμό και τις “τρύπες μνήμης” στις οποίες αναφέρεται ο Όργουελ, κι απ’ την άλλη μεριά βάλουμε την καταιγιστική μηχανοποίηση της μνήμης, την ψηφιακή μνήμη, και την τεράστια συσσώρευση μέσα την ψηφιακή μνήμη, με παράλληλη μείωση των δυνατοτήτων μνήμης χωρίς την ψηφιοποίησή της, τότε μπορούμε να καταλήξουμε, αυτό τουλάχιστον είναι το δικό μας συμπέρασμα, ότι η μεγαλύτερη παραγωγικότητα της σύγχρονης νεκρής (δηλαδή: ψηφιακής) μνήμης, είναι η παραγωγή της λήθης. Η αποθήκη, η ψηφιακή αποθήκη, η διαρκώς επεκτεινόμενη ψηφιακή αποθήκη, που θέλει εμένα (κι εγώ το κάνω εθελοντικά) να είμαι χειριστής της,  αυτή η διαδικασία παράγει την δική μου λησμονιά.

Πρέπει να είναι, έτσι το καταλαβαίνουμε, αυτό που έλεγε ο Ντεμπόρ στην «Κοινωνία του Θεάματος», ότι φτάνουν οι κοινωνίες οι καπιταλιστικές σε μια κατάσταση όπου το «τώρα», το παρόν, εμφανίζεται να είναι αιώνιο. Δεν μπορεί πια κανείς να θυμηθεί άμεσα, σωματικά και νοερά, ότι κάποτε ήταν αλλιώς. Άρα δεν μπορεί να μισήσει το παρόν ενθυμούμενος τους υπόδουλους προγόνους.

Δυο τελευταίες κουβέντες.

Το πρώτο είναι ότι αυτή η τεράστια, καθολική, απέραντη, αχόρταγη αποθήκη, η ψηφιακή μνήμη,  έχει ιδιοκτήτες. Το είπαμε απ’ την αρχή, ότι ο παραλληλισμός της ζωντανής μνήμης με την αποθήκη έχει να κάνει με την ιδιοκτησία. Λοιπόν, η ψηφιακή μνήμη έχει ιδιοκτήτες, κι αυτοί δεν είναι οι χειριστές. Εμείς. Ιδιοκτήτες είναι είτε ιδιωτικές εταιρείες τύπου google, είτε κρατικές υπηρεσίες, του είδους nsa. Αυτοί είναι οι ιδιοκτήτες της ψηφιακής νεκρης μνήμης, ό,τι κι αν νομίζουμε εμείς.

Το δεύτερο, είναι μια κουβέντα που είπε κάποιος τσέχος συγγραφέας, ονόματι Μίλαν Κούντερα. Αυτός λοιπόν έγραψε κάποια στιγμή ότι:

“ο αγώνας ενάντια στην εξουσία είναι ο αγώνας της μνήμης ενάντια στη λήθη”

Αυτά.

]]>
“Ηλεκτρονικό προλεταριάτο _Η τεχνική σύνθεση της εργασίας” https://gameover.zp/2013/10/29/%ce%b7%ce%bb%ce%b5%ce%ba%cf%84%cf%81%ce%bf%ce%bd%ce%b9%ce%ba%cf%8c-%cf%80%cf%81%ce%bf%ce%bb%ce%b5%cf%84%ce%b1%cf%81%ce%b9%ce%ac%cf%84%ce%bf-_%ce%b7-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%cf%83/ Tue, 29 Oct 2013 10:20:48 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1306  Εισαγωγή

Θέλοντας να μιλήσουμε για το πώς οι κάθε φορά νέες τεχνολογίες οδηγούν τελικά στην εργατική υποτίμηση, θα ξεκινήσουμε την ανάλυση μας από αρκετά παλιά. Ήδη πριν από την είσοδο στη βιομηχανική εποχή, τα αφεντικά αναγνώριζαν πως ένας σίγουρος και εκ πρώτης όψεως ανώδυνος τρόπος* για να αυξάνουν την παραγωγικότητα στα εργαστήρια τους, στη συνέχεια στα εργοστάσια τους και ακόμη πιο μετά στα γραφεία τους, και κατ’ επέκταση την κερδοφορία τους, είναι η ένταξη στην παραγωγική διαδικασία τεχνολογιών και εφευρέσεων, οι οποίες θα έχουν ως σκοπό να αυτοματοποιούν ορισμένους τομείς της. Ιδωμένο από την σκοπιά των αφεντικών, αυτό που πετυχαίνεται από την εφαρμογή και χρήση τέτοιων τεχνολογιών και τον συνδυασμό της δουλειάς των εργατών και των εργατριών είναι ο διπλασιασμός, τριπλασιασμός, τετραπλασιασμός (και πάει λέγοντας) των παραγόμενων προϊόντων ή και υπηρεσιών ανάλογα μέσα στους ίδιους χρόνους.

Η πολύ απλή διαπίστωση των αφεντικών τους οδήγησε από νωρίς να ενδιαφέρονται για την εξέλιξη, επαναστατικοποίηση των τεχνολογιών και των γνώσεων που μπορούν να είναι εκμεταλλεύσιμες από την παραγωγική διαδικασία και για τον λόγο αυτό να την χρηματοδοτούν. Έτσι, η διαδικασία αυτή τροφοδοτεί σε μια διαρκή βάση μέχρι και σήμερα την καπιταλιστική παραγωγή με ολοένα και συνθετότερα εργαλεία. Παρόλα αυτά, μπορούμε να ξεχωρίσουμε τρείς διαφορετικές ιστορικές περιόδους, όπου οι νέες τεχνολογίες και γνώσεις που εφαρμόστηκαν οδήγησαν σε μια ριζική αναδιάρθρωση της καπιταλιστικής παραγωγής. Επιγραμματικά αναφέρουμε πως η πρώτη εντοπίζεται με την είσοδο της ατμομηχανής και των εφαρμογών της στην παραγωγική διαδικασία. Η δεύτερη εντοπίζεται με την γενικευμένη χρήση του ηλεκτρισμού, τη μηχανή εσωτερικής καύσης,  τη διύλιση πετρελαίου και την παραγωγή πετροχημικών και τις τηλεπικοινωνίες. καθώς και με την καθιέρωση της «αλυσίδας μαζικής παραγωγής» στις βιομηχανίες, δηλαδή το μοντέλο οργάνωσης της εργασίας που εφαρμόστηκε στα εργοστάσια του Φόρντ και που επινοήθηκε από τον Ταίηλορ**.

Η τρίτη και τελευταία αναδιάρθρωση που εντοπίζουμε και με αυτήν θα ασχοληθούμε στην συνέχεια είναι αυτή που συνέβη – συμβαίνει με την γενικευμένη εφαρμογή της πληροφορικής, των ρομποτικών τεχνολογιών, των τηλεπικοινωνιακών δικτύων και του ίντερνετ. Η τεχνική αναδιάρθρωση αυτή ξεκίνησε στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να μετασχηματίζει την οργάνωση της εργασίας. Οι αιτίες που έφεραν στο προσκήνιο τις τεχνολογίες αυτές ήταν, από την μια, η ανάγκη των αφεντικών να τελειοποιούν την οργάνωση της παραγωγής, στα πλαίσια της λογικής που περιγράψαμε. Από την άλλη, όμως, ήρθαν και σαν τους εγγυητές της ‘κοινωνικής ειρήνης’. Σε μια εποχή που οι ταξικοί-κοινωνικοί αγώνες ήταν σε γενικευμένη όξυνση και ένταση παγκόσμια, με περιεχόμενα και απαιτήσεις που ξεκινούσαν από την οργάνωση της εργασίας και άγγιζαν μέχρι ζητήματα σχετικά με την εκπαίδευση, την υγεία, την κοινωνικότητα και το περιβάλλον, οι ειδικοί των αφεντικών άρχισαν να εισάγουν σταδιακά ένα σύνολο τεχνολογιών, το οποίο πέρα από την ανυπολόγιστη αύξηση της παραγωγής που προκάλεσε, ήρθε ταυτόχρονα και σαν απάντηση σε όλα αυτά τα ζητήματα που τέθηκαν τις δεκαετίες του ’60 και του ’70. Και όλα αυτά, με τα αφεντικά να έχουν επιτύχει όλο αυτό το σύνολο των νέων τεχνολογιών και των επιστημονικών γνώσεων, να θεωρείται από την πλειοψηφία των εργατικών υποκειμένων ως ένας τομέας που μπορεί να συμβάλει στην ευημερία του. Η ίδια παλιά ιστορία δηλαδή, η αστική εξουσία-ιδεολογία, προτάσσοντας το κίνητρο της γνώσης από την ανθρωπιστική του διάσταση, μασκαρεύει το ουσιαστικό της κίνητρο, το οποίο δεν είναι άλλο από την αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση των σχέσεων στη παραγωγική διαδικασία, όπως ακριβώς και στην καταναλωτική.

Είναι προφανές πως οι αλλαγές που επιφέρουν οι νέες τεχνολογίες στην οργάνωση της εργασίες είναι πολλές και διαφορετικής φύσεως η κάθε μια. Αφορούν τόσο την παραγωγή αυτή καθ’ εαυτή, όσο και την διαδικασία της κατανάλωσης και την ιδεολογική συγκρότηση των εργατικών υποκειμένων. Είναι ζήτημα για εμάς ως εργάτες και εργάτριες το να διαπιστώσουμε και να αξιολογήσουμε το τι σημαίνουν οι αλλαγές αυτές για τις ζωές μας και αυτό θα προσπαθήσουμε να κάνουμε με τη σημερινή και με την αυριανή εισήγηση.

* Λέμε ‘εκ πρώτης όψεως ανώδυνος’ γιατί το ζήτημα της ενσωμάτωσης στη παραγωγή τεχνολογιών με σκοπό την αύξηση της δεν είναι τόσο απλή υπόθεση, όπως για συντομία την αναφέρουμε παραπάνω. Και αυτό γιατί η αύξηση της παραγωγής από την μια είναι γεγονός, αλλά από την άλλη δε συνεπάγεται υποχρεωτικά την συνεχή αύξηση της κερδοφορίας. Αυτό συμβαίνει γιατί, όσο αυξάνει η μηχανική μεσολάβηση και η ανθρώπινη εργασία κρίνεται ολοένα και περισσότερο περιττή, μπορεί να αυξάνεται η παραγωγή προϊόντων συνολικά, αλλά ταυτόχρονα συμβαίνει να περιορίζεται η δυνατότητα κατανάλωσης αυτών των προϊόντων, μιας και, θεωρητικά, ένα μεγάλο πλήθος εργατών αχρηστεύεται, με αποτέλεσμα η παραγωγή των προϊόντων αυτών να μη μεταφράζεται σε κέρδη, αλλά σε χασούρα. Η αντινομία αυτή οδηγεί σε κρίσεις, άλλοτε μικρότερης και άλλοτε μεγαλύτερης έντασης, έχοντας σαν συνέπεια να μεθοδεύονται από τα αφεντικά διαφόρων ειδών λύσεις. Σε κάθε περίπτωση η κουβέντα αυτή δεν θα απασχολήσει -προς το παρόν- την ανάλυση μας για πρακτικούς και μόνο λόγους.

** Ο φορντισμός – ταιηλορισμός παραπέμπει, κατ’ αρχήν σε ένα υπόδειγμα οργάνωσης της παραγωγής. Αντιπροσωπεύει την εκτεταμένη χρήση μηχανών με την μορφή της αλυσίδας παραγωγής, που μεταφέρει το υπό κατασκευή προϊόν στους εργαζόμενους, οι οποίοι συναρμολογούν με απολύτως και απαρέγκλιτα προγραμματισμένο τρόπο τα επιμέρους τμήματα, μέχρι να λάβει την τελική μορφή του. Σε αυτήν την διαδικασία, χρησιμοποιείται, από την μια, πλήθος μηχανών, που εξασφαλίζει την συνεχή ροή και, από την άλλη, πολύ μεγάλες ομάδες ανειδίκευτων ή ημιειδικευμένων εργαζομένων, που, χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις και δεξιότητες, απαιτείται να ανταποκρίνονται με απλές επαναλαμβανόμενες πράξεις, ταχύτατα και δίχως καθυστερήσεις στους ρυθμούς των μηχανικών συνόλων, τα οποία ενοποιούνται στη σειρά παραγωγής. Βασικός στόχος του φορντικού  μοντέλου είναι να επιτύχει την πλήρη αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει ο συνδυασμός του μηχανικού και του ανθρώπινου παράγοντα, ώστε να επιτευχθεί η μέγιστη παραγωγή προϊόντων στο μικρότερο χρόνο.

Α. Τι είναι η τεχνική σύνθεση της εργασίας και πώς μεταβάλλεται.

Ξεκινώντας την προσπάθεια αυτή, πρέπει να πάρουμε σαν δεδομένο πως οι εργάτες και οι εργάτριες ως συλλογικό υποκείμενο δεν μένουν αμετάβλητοι από τις αλλαγές που επιφέρουν κάθε φορά οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Με αυτό εννοούμε πως οι νέες τεχνολογίες είναι υπεύθυνες μεταξύ άλλων για την εξαφάνιση διαφόρων επαγγελμάτων, την δημιουργία νέων ή και την μετατροπή του περιεχομένου ήδη υπαρχουσών. Και είναι προφανές πως η σύνθεση των εργατών αλλάζει, απλά και μόνο αν σκεφτεί κανείς πως, σε προηγούμενα παραδείγματα, δε μπορούσαμε καν να μιλάμε για εργάτες και εργάτριες, αλλά μόνο για τους πρώτους. Λέμε, λοιπόν, πως η τεχνική σύνθεση της εργασίας μεταβάλλεται σταδιακά και όχι προς τυχαίες κατευθύνσεις. Οι αιτίες που οδηγούν στις αλλαγές αυτής της τεχνικής σύνθεσης ποικίλουν. Εδώ θα ασχοληθούμε μόνο με τις αλλαγές που επιφέρει η εκάστοτε καπιταλιστική τεχνική αναδιάρθρωση της παραγωγής.

Πιο αναλυτικά, με τον όρο ‘τεχνική σύνθεση της εργασίας’ αναφερόμαστε στον καταμερισμό των επαγγελμάτων και των ειδικοτήτων, καθώς και στην ιεράρχηση και την διατίμηση διαφόρων μορφών εργασίας σε «ανώτερες» και «κατώτερες», στοιχεία βασικά ώστε να δουλεύει καλά η εκμετάλλευση των πάντων. Η σύνθεση αυτή και τα στοιχεία που την αποτελούν κάθε φορά συνδέονται άμεσα με την διαδικασία παραγωγής των εμπορευμάτων κάθε είδους, αλλά και με την κατανάλωση τους. Όσο καλύτερα την οργανώνουν τα αφεντικά, τόσο πιο αποτελεσματική και δίχως εντάσεις γίνεται η εκμετάλλευση των εργατικών υποκειμένων. Και την λέμε ‘τεχνική’, γιατί, όπως εξηγήσαμε και προηγουμένως, η οργάνωση της παραγωγής εξαρτάται άμεσα από την τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού, δηλαδή την μηχανολογία, την τεχνολογία και τις γνώσεις τις οποίες μπορεί και εκμεταλλεύεται μια δεδομένη ιστορική περίοδο.

Στα στοιχεία που περιγράφουν την σύνθεση της εργασίας, χρήσιμο είναι να συνυπολογίζεται και ο ρόλος που παίζει η ιδεολογική συγκρότηση των εργατικών υποκειμένων, σαν ένα ακόμη απαραίτητο στοιχείο για την ομαλή διεξαγωγή των διαδικασιών παραγωγής και κατανάλωσης. Όταν αναφερόμαστε στην ‘ιδεολογική συγκρότηση’, εννοούμε ένα σύνολο από ψευδαισθήσεις και αυταπάτες που καλλιεργούνται με διάφορους τρόπους από τα αφεντικά και που σα στόχο έχουν να θολώνουν την πραγματικότητα γύρω από την εκμετάλλευση της εργασίας. Αν το τεχνικό περιβάλλον και οι γνώσεις, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιούνται κάθε φορά, διαμορφώνουν την παραγωγική διαδικασία, εξασφαλίζοντας την κερδοφορία των αφεντικών, τότε η ιδεολογία είναι αυτή που την περιφρουρεί.

Άρα η τεχνική σύνθεση της εργασίας και η ιδεολογία σαν ένας πρόσθετος παράγοντας, διαμορφώνονται κάθε φορά από τα αφεντικά βάσει των αναγκών τους και με στόχο πάντα την κερδοφορία τους σε βάρος της εργασίας, καθώς και την εξασφάλιση της κοινωνικής ειρήνης. Η διαμόρφωση αυτή συντελείται με την εφαρμογή των εκάστοτε νέων τεχνολογιών και επιστημονικών γνώσεων.

Επομένως, είναι σημαντικό, μετά από όλα αυτά,  να περιγράψουμε λίγο αναλυτικότερα το ποια είναι αυτή η σύνθεση της εργασίας σήμερα, έτσι όπως διαμορφώθηκε μετά από την τελευταία τεχνολογική αναδιάρθρωση του καπιταλισμού για την οποία μιλήσαμε καθώς και ποια είναι τα χαρακτηριστικά της.

Β. Ποια είναι η τεχνική σύνθεση της εργασίας σήμερα

 – οι νέες τεχνολογίες επανακαθορίζουν την τεχνική σύνθεση του καπιταλισμού

Ας δούμε ποια είναι τα στοιχεία που συνθέτουν σήμερα την πραγματικότητα της εργασίας. Από την μια, συμβαίνει μια αλλαγή παραδείγματος: από το φορντικό μοντέλο, με τη συνδρομή των νέων τεχνολογιών, περνάμε σε ένα νέο ευέλικτο καθεστώς. Ταυτόχρονα, συμβαίνει μια άνθιση του τριτογενούς τομέα των υπηρεσιών. Και όλα αυτά, πάντα σε συνδυασμό με την ολοένα και μεγαλύτερη εφαρμογή των νέων τεχνολογιών στο περιεχόμενο της εργασίας. Αυτά είναι λίγο πολύ τα στοιχεία που συνθέτουν την σημερινή εκδοχή της εκμετάλλευσης. Πρέπει, επίσης, να σημειωθεί πως η μετάβαση αυτή σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρηθεί απόλυτη, μιας και η βιομηχανική παραγωγή και το φορντικό μοντέλο οργάνωσης της δεν εξαφανίστηκε τελείως. Αντίθετα, η βιομηχανική παραγωγή σήμερα είναι μεγαλύτερη από ποτέ. Το γεγονός που προκαλεί σύγχυση εδώ είναι πως αυτή απομακρύνθηκε από την ‘αναπτυγμένη’ δύση και μεταφέρθηκε σε περιοχές όπου το κόστος εργασίας είναι κατά πολύ φτηνότερο. Αλλά ακόμη και  στον ίδιο τον ‘ανεπτυγμένο’ κόσμο, μπορούμε να πούμε πως περισσότερο διαπιστώνεται συνέχεια και διεύρυνση, παρά ρήξη με το φορντικό μοντέλο οργάνωσης της εργασίας. Αυτή η διάκριση μεταξύ βιομηχανικού και βιο-πληροφορικού παραδείγματος, είναι επομένως συμβατική, απλά και μόνο για να εστιάσουμε στα χαρακτηριστικά που συνθέτουν το δεύτερο.

Σταδιακά, από την δεκαετία το ’60 και μετά, το τεχνικό περιβάλλον που πλαισιώνει την εργασία μετασχηματίζεται ριζικά. Η ανάπτυξη της πληροφορικής, της ρομποτικής, η υπολογιστική δικτύωση, οι τηλεπικοινωνίες και οι βιοτεχνολογίες, αφενός, ήρθαν για να εξελίξουν την οργάνωση της παραγωγής και κατανάλωσης. Αφετέρου, όμως, διαμόρφωσαν ένα πλέγμα σχέσεων, το οποίο επεκτείνεται και έξω από την σφαίρα των υλικών ή άυλων εμπορευμάτων, επηρεάζοντας το σύνολο της κοινωνικής δραστηριότητας.

Η τεχνική σύνθεση της εργασίας, που τα αφεντικά μπορούν να αξιοποιήσουν, προς όφελός τους πάντα, διαμορφώνεται σε μια ρευστή πραγματικότητα, όπου οι νέες τεχνολογίες, ως υπαρκτές ισχυρές τάσεις μέσα στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση, επεμβαίνουν βίαια και αναμορφώνουν ολόκληρους τομείς της παράγωγης. Χωρίς να εξαντλούμε το θέμα, ενδεικτικά μπορούμε να αναφέρουμε τα εξής :

>η ρομποτική και η αντίστοιχη αυτοματοποίηση της παραγωγικής διαδικασίας στις βιομηχανίες μαζικής παραγωγής αντικαθιστά τους ανθρώπους με εξειδικευμένες μηχανές, που εκτελούν μια προκαθορισμένη σειρά κατεργασιών στα προϊόντα που παράγονται. Έτσι, τα περισσότερα μεγάλα εργοστάσια, στη δύση και όχι μόνο, έχουν αλλάξει σε μεγάλο βαθμό την εσωτερική χωροταξία τους, το τεχνικό καταμερισμό της εργασίας εντός τους, ακόμα και το πλήθος των εργατών τους που απασχολούν,  κάνοντας οποιαδήποτε ομοιότητα με αυτά της δεκαετίας του ‘60 δύσκολη.  Οι εφαρμογές της ρομποτικής επεκτείνονται και σε άλλους τομείς, όπως η ιατρική (κυρίως στη μικροχειρουργική), χωρίς όμως να αγγίζουν την ανάπτυξη εφαρμογής τους στη βιομηχανία.

>οι μικροϋπολογιστές , τα τηλεφωνικά δίκτυα και η υπολογιστική δικτύωση (είτε τοπική είτε παγκόσμια) έχουν συντελέσει σε ορισμένες τεράστιας κλίμακας αλλαγές στο τρόπο που οργανώνονται, διοικούνται και επικοινωνούν επιχειρήσεις, που ανήκουν, όχι μόνο στον στενά εννοημένο τομέα των υπηρεσιών, αλλά και σε όποιες εταιρείες επωφελούνται από το νέο αυτό τεχνικό περιβάλλον στο τομέα της διασκέδασης, της υγείας, ακόμη και της αγροτικής παραγωγής. Όμως, στα γραφεία είναι που δοκιμάζεται συνεχώς η δυνατότητα αξιοποίησης στο μέγιστο βαθμό αυτών των νέων τεχνολογιών από τις επιχειρήσεις, αλλάζοντας σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας τους σε σχέση με πριν 20 ή 30 χρόνια.

>οι βιοτεχνολογίες, σε συνδυασμό και με τις άλλες τεχνολογίες που αναφέρθηκαν, αλλάζουν εκ βάθρων την αγροτική παραγωγή, μειώνοντας ακόμα περισσότερο τον εργατικό πληθυσμό που απασχολείται σε αυτό τον τομέα. Ταυτόχρονα, με αυτές τις μηχανικές, ηλεκτρονικές και βιοτεχνολογικές εφαρμογές σε τόσες πλευρές του πρωτογενούς τομέα, αναπόφευκτα δημιουργείται ένας συνδυασμός ‘’ανειδίκευτης’’ εργασίας και μηχανικής μεσολάβησης, που αντικαθιστά τον προηγουμένως πιο εξειδικευμένο εργάτη της αγροτικής παραγωγής.

– πως μεταβάλλονται γενικά οι εργασιακές διαδικασίες και οι απαραίτητες γνώσεις

Η εισαγωγή νέων μηχανών και τεχνολογικών καινοτομιών και, φυσικά, η επακόλουθη αναδιοργάνωση των εργασιακών διαδικασιών επανακαθορίζει όχι μόνο το περιεχόμενο των γνώσεων, αλλά αλλάζει και τη διαδικασία μέσω της οποίας αυτές οι γνώσεις εντάσσονται στην παραγωγική διαδικασία.  Οι εργατικές δεξιότητες/γνώσεις είναι κεντρικής σημασίας για την καπιταλιστική αξιοποίησή τους στο καινούργιο αυτό τεχνικό περιβάλλον που, όμως, παραμένει ρευστό και ευμετάβλητο.

Επομένως, σε ό,τι αφορά την παραγωγή, είναι προφανές πως οι γνώσεις και οι ειδικότητες που, μια δεδομένη στιγμή, θεωρούνται απαραίτητες σε αυτές τις συνθήκες αλλάζουν συνεχώς με τον ίδιο ρυθμό που αλλάζει και η συνθετότητα των τεχνολογιών αυτών. Η πολυπλοκότητα των νέων μηχανών παραγωγής,  δηλαδή των υπολογιστών, των ρομπότ και των τηλεφωνικών δικτύων, είτε παράγονται μέσω αυτών πράγματα είτε υπηρεσίες, πράγματι γεννάει την ανάγκη διαφόρων κατηγοριών τεχνικών, επισκευαστών, συντηρητών, εφαρμοστών, οι οποίοι πιθανώς να χρειάζονται κάποια αυξημένη εξειδίκευση. Το πλεονέκτημα τους, όμως, αυτό είναι σχετικό, μιας και ο ρυθμός της τεχνολογικής εξέλιξης στους τομείς αυτούς είναι πολύ γρήγορος και ο χρόνος που τα υποκείμενα αυτά χρειάζονται για να το εκμεταλλευτούν είναι αρκετά περιορισμένος. Ταυτόχρονα, είναι εξίσου πραγματικό πως οι ολοένα και συνθετότερες μηχανές είναι σε θέση να αντικαθιστούν ειδικότητες που, ως πρόσφατα, έμοιαζαν ακλόνητης αξίας, όπως συμβαίνει με το παράδειγμα της ιατρικής. Η ραγδαία εξελισσόμενη μηχανοποίηση διάφορων τομέων της ιατρικής, η χρήση πολύπλοκων ρομπότ και άλλων θαυμάτων των νέων τεχνολογιών ανατρέπουν την τεχνική σύνθεση σε έναν ραγδαία αναπτυσσόμενο και κερδοφόρο τομέα.

Οι αλλαγές αυτές που περιγράφηκαν αφορούν μόνο ένα κομμάτι των εργατικών υποκειμένων και μάλιστα αυτό που, βάσει της ιεράρχησης που καθορίζεται από τα αφεντικά, θεωρείται ‘ανώτερο’ από τα υπόλοιπα. Για το πιο μεγάλο τμήμα των εργατών που βρίσκεται σε δουλειές που εισχώρησαν σταδιακά οι νέες τεχνολογίες, αυτό που συμβαίνει είναι να χάνεται μεγάλο μέρος των γνώσεων που ήταν απαραίτητες, να εξαφανίζεται, δηλαδή, ακόμη περισσότερο ο ήδη περιορισμένος έλεγχος που έχουν τα εργατικά υποκείμενα πάνω στο περιεχόμενο της δουλειάς τους, δίνοντας την θέση του σε ένα συνδυασμό «ανειδίκευτης» εργασίας και εφαρμογής νέων τεχνολογιών. Καταντούν βαθμιαία σε απλούς χειριστές προγραμμάτων, πιο ευέλικτοι, μιας και στους περισσότερους κλάδους μπορούν ανταπεξέρχονται σαν τέτοιο. Καταντούν τελικά φτηνότεροι.

ορισμένες αλλαγές της απασχόλησης στη βιομηχανική παραγωγή και στο γραφείο

Η ωρίμανση της επανάστασης της πληροφοριακής διαδικασίας, στη δεκαετία του ‘90, έχει αλλάξει την εργασιακή διαδικασία, εισάγοντας νέους τύπους κοινωνικού και τεχνικού καταμερισμού της εργασίας. Χρειάστηκε ολόκληρη του ‘80 για να εισχωρήσουν πλήρως οι βασισμένες στη μικρο-ηλεκτρονική μηχανές στη βιομηχανία και, μόλις στη δεκαετία του ‘90, διαδοθήκαν ευρέως σ’ όλες τις δραστηριότητες επεξεργασίας πληροφοριών του αποκαλούμενου τομέα υπηρεσιών. Στη δεκαετία του ’90, διάφοροι παράγοντες επιτάχυναν τον μετασχηματισμό της εργασιακής διαδικασίας: η τεχνολογία των υπολογιστών και των εφαρμογών τους, της οποίας η εξέλιξη γινόταν με διακριτά άλματα, έγινε όλο και πιο φτηνή και βελτιωμένη και γι’ αυτό πιο εύκολο να την αποκτήσει και να τη διαχειριστεί κανείς σε μεγάλη κλίμακα.

Όσο αφορά την αυτοματοποίηση του γραφείου, έχει περάσει από τρεις διαφορετικές φάσεις, καθορισμένες σε μεγάλο βαθμό από την διαθέσιμη τεχνολογία. Στη πρώτη φάση, χαρακτηριστική των δεκαετιών του ‘60 και του ‘70, χρησιμοποιήθηκαν πρώιμοι υπολογιστές για μαζική επεξεργασία πληροφοριών. Η διαχείριση των υπολογιστών από ειδικούς στα κέντρα επεξεργασίας δεδομένων αποτέλεσε την βάση ενός συστήματος που χαρακτηριζόταν από ακαμψία και ιεραρχικό έλεγχο των ροών πληροφοριών. Οι λειτουργίες καταχώρισης δεδομένων απαιτούσαν σημαντικές προσπάθειες, αφού στόχος του συστήματος ήταν η συσσώρευση μεγάλων ποσοτήτων πληροφοριών σε μια κεντρική μνήμη. Η εργασία τυποποιήθηκε, έγινε ρουτίνα και ουσιαστικά αποειδικεύτηκε για την πλειοψηφία των υπαλλήλων γραφείου. Τα επόμενα στάδια αυτοματοποίησης, ωστόσο, ήταν ουσιωδώς διαφορετικά.

Η δεύτερη φάση, στις αρχές της δεκαετίας του ‘80, χαρακτηρίστηκε από την έμφαση που δόθηκε στη χρήση μικροϋπολογιστών από τους απασχολούμενους στην πραγματική εργασιακή διαδικασία. Παρόλο που οι εργάτες αυτοί υποστηρίζονταν από συγκεντρωτικές βάσεις δεδομένων, εντός της διαδικασίας παραγωγής πληροφοριών αλληλεπιδρούσαν άμεσα, αν και συχνά χρειάζονταν την υποστήριξη ειδικών στους υπολογιστές. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘80, ο συνδυασμός της προόδου στις τηλεπικοινωνίες και τους μικροϋπολογιστές οδήγησε στον σχηματισμό δικτύων και κυριολεκτικά έφερε επανάσταση στις δουλειές γραφείου, μολονότι οι οργανωτικές αλλαγές που απαιτήθηκαν για την πλήρη χρήση των νέων τεχνολογιών καθυστέρησαν την ευρεία διάδοση του νέου μοντέλου αυτοματοποίησης ως την δεκαετία του ‘90.

Σε αυτήν την τρίτη φάση αυτοματοποίησης, τα συστήματα γραφείου ενοποιούνται και δικτυώνονται με πολλαπλούς μικροϋπολογιστές που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και με τον κεντρικό υπολογιστή, σχηματίζοντας έναν ιστό, ο οποίος έχει την δυνατότητα να επεξεργάζεται πληροφορίες, να επικοινωνεί και να παίρνει αποφάσεις σε πραγματικό χρόνο. Τα αλληλεπιδρώντα πληροφοριακά συστήματα, και όχι απλά οι υπολογιστές, αποτελούν την βάση του αυτοματοποιημένου γραφείου και των αποκαλούμενων «εικονικών» ή «εναλλακτικών» γραφείων, καθώς δικτυώνουν όσους εργάζονται σε διαφορετικές τοποθεσίες.

Επομένως, η τρίτη φάση αυτοματοποίησης του γραφείου αντί να εξορθολογίζει απλά την εκτέλεση, όπως συνέβη στην περίπτωση της μαζικής επεξεργασίας δεδομένων, μεταστρέφει ολόκληρη την διαδικασία, καθώς η τεχνολογία επιτρέπει τη σύγκλιση των πληροφοριών από πολλές διαφορετικές πηγές και διαδοχικά την αναδιανομή τους και την επεξεργασία τους σε διαφορετικές αποκεντρωμένες μονάδες εκτέλεσης. Έτσι, αντί να αυτοματοποιεί συγκεκριμένα καθήκοντα, όπως την δακτυλογράφηση, τους υπολογισμούς, το νέο σύστημα εξορθολογίζει μια ολόκληρη διαδικασία (για παράδειγμα, την ασφάλιση επιχειρήσεων, τις πωλήσεις ασφαλιστικών προϊόντων κλπ) και στην συνέχεια ενοποιεί τις διάφορες διαδικασίες που μπορεί να είναι από γραμμές παραγωγής μέχρι έρευνα αγοράς. Οι εργάτες, έτσι, ενοποιούνται λειτουργικά αντί να είναι οργανωτικά διασκορπισμένοι.

 – Η πρόσδεση των τεχνολογικών αλλαγών στο άρμα της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης

Η νέα πληροφοριακή τεχνολογία επανακαθορίζει εργασιακές διαδικασίες και περιεχόμενα και κατά συνέπεια την απασχόληση και την επαγγελματική δομή. Ενώ ένας σημαντικός αριθμός εργασιών έχουν αναβαθμιστεί από πλευράς δεξιοτήτων, μερικές φορές και από πλευράς μισθών και εργασιακών συνθηκών, στους δυναμικούς τομείς, ένας μεγάλος αριθμός εργασιών έχουν εξαλειφτεί/τροποποιηθεί λόγω της αυτοματοποίησης και στην βιομηχανία και στις υπηρεσίες. Αυτές είναι γενικά εργασίες που δεν είναι αρκετά ειδικευμένες, ώστε να ξεφύγουν από την αυτοματοποίηση, αλλά είναι αρκετά ακριβές ώστε να αξίζουν να επενδύσει μια επιχείρηση στην τεχνολογία για να τις αντικαταστήσει. Επομένως, ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά της νέας τεχνικής ταξικής σύνθεσης είναι η ανάδυση ενός μαζικού ‘’ηλεκτρονικού προλεταριάτου’’ στις καπιταλιστικές μητροπόλεις, μέσα από την πόλωση της εργατικής δύναμης, πλάι σε κάποια πιο ειδικευμένα ‘’πληροφοριακά επαγγέλματα’’ (στελέχη, ειδικευμένους επαγγελματίες και τεχνικούς).

Αν και οι νέες πληροφοριακές τεχνολογίες λαμβάνουν κεντρικό, στρατηγικό ρόλο στην παραγωγική διαδικασία, ένα εύρος αλλαγών που χαρακτηρίζουν αυτό το μεταφορντικό καθεστώς συσσώρευσης απέχει πολύ από τα αναπόφευκτα/μηχανιστικά αποτελέσματα της εφαρμογής των πληροφορικών τεχνολογιών που επικαλούνται τα εκάστοτε αφεντικά. Αυτή η άποψη, φυσικά, έχει αποδειχτεί πολύ χρήσιμη προκειμένου να αντιμετωπίζουν την προλεταριακή δυσαρέσκεια απέναντι στις απολύσεις, την ελαστικοποίηση των σχέσεων εργασίας ή την εντατικοποίηση του ρυθμού δουλειάς.

Μελέτες που έγιναν πάνω στη σχέση τεχνολογικής αλλαγής και καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 80, έδειξαν ότι, κατά βάση, οι νέες τεχνολογίες εισήχθησαν για να μειωθούν οι θέσεις εργασίας, να καθυποταχτούν τα σωματεία και να μειωθεί το κόστος, παρά για να βελτιωθεί η ποιότητα ή να αυξηθεί η παραγωγικότητα με μέσα διαφορετικά από την μείωση του μεγέθους της επιχείρησης.

Η επακόλουθη διακλάδωση των εργασιακών τύπων και η πόλωση της εργασίας δεν είναι απαραίτητα το αποτέλεσμα της τεχνολογικής προόδου ή αμείλικτων εξελικτικών τάσεων. Είναι κοινωνικά καθορισμένη και διοικητικά προσδεμένη στη διαδικασία της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης, που λαμβάνει χώρα στις γραμμές παραγωγής, μέσα στο πλαίσιο των νέων τεχνολογιών, στις ρίζες του πληροφοριακού παραδείγματος. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η εργασία, η απασχόληση και τα επαγγέλματα μετασχηματίζονται και η ίδια η έννοια της εργασίας και του χρόνου εργασίας νοηματοδοτούνται ξανά σε αυτό το νέο τεχνικό περιβάλλον. 

Γ. Ιδεολογική σύνθεση της εργασίας.

Η πλήρως ελεγχόμενη και προσεκτικά καθορισμένη οργάνωση της παραγωγής είναι ένα βασικό ζήτημα για τα αφεντικά και την εξασφάλιση της κερδοφορίας τους. Δεν είναι, όμως, το μόνο που πρέπει να έχουν υπό έλεγχο. Και αυτό γιατί, για να λειτουργεί στην εντέλεια το μοντέλο οργάνωσης της παραγωγής που διαμόρφωσαν σύμφωνα με τις απαιτήσεις της εποχής, πρέπει με κάθε τρόπο να εξασφαλίζεται και η ομαλότητα, η ‘κοινωνική ειρήνη’ όπως αναφέραμε και προηγουμένως.

Αυτό είναι ένα δίδαγμα το οποίο τα αφεντικά έλαβαν πολύ σοβαρά υπόψη τους, ιδιαίτερα μετά και από την κρίση του ’60 – ’70, όποτε και η τελευταία τεχνική αναδιάρθρωση άρχισε να μπαίνει σε εφαρμογή και να μετασχηματίζει την οργάνωση της εργασίας. Το γεγονός, μάλιστα, πως η κρίση αυτή εκφράστηκε, όχι μόνο στους χώρους δουλειάς σαν κρίση των σχέσεων παραγωγής, αλλά επεκτάθηκε και σε ζητήματα τα οποία άπτονται στοιχείων που πηγάζουν από την καθημερινή καταπίεση των παραδοσιακών κοινωνικών σχέσεων και απαγορεύσεων, οδήγησε τα αφεντικά και τους ειδικούς τους να αναζητήσουν εξίσου καθολικές απαντήσεις στις αρνήσεις αυτές.

Η οργάνωση της παραγωγής γινόταν πάντα υπό το πρίσμα του πώς οι αρνήσεις αυτές, οι οποίες οδήγησαν στην κρίση, δεν θα εκδηλώνονται, αλλά θα θάβονται ή θα μεσολαβούνται. Η ιδεολογική συγκρότηση, λοιπόν, των εργατικών υποκειμένων, είτε πατούσε σε παραδοσιακές εκδοχές της, είτε εφεύρισκε και νέες, δεν αποτελεί μια ξεχωριστή διεργασία που συνέβη τα τελευταία χρόνια, αλλά πραγματοποιήθηκε (και συνεχίζει να το κάνει) ταυτόχρονα με την οργάνωση της παραγωγής. Επίσης, αντίστοιχα με τις ανάγκες που έκαναν απαραίτητη την συνεισφορά της, οι ψευδαισθήσεις και οι αυταπάτες αυτές ξεπερνούσαν τους χώρους της στενά εννοούμενης εργασίας και επεκτείνονταν και στο σύνολο της κοινωνικής δραστηριότητας.

Αυτό που πέτυχαν τελικά τα αφεντικά με την διευρυμένη χρήση των νέων τεχνολογιών είναι η καθολική εξατομίκευση των εργατικών υποκειμένων. Αυτό που συμβαίνει είναι πως οι τεχνολογίες που βασίζονται στην πληροφορική και την ψηφιοποίηση, οι οποίες σταδιακά έγιναν κομμάτι της καθημερινότητας από την δεκαετία του ’60 και έπειτα, τα κινητά τηλέφωνα, οι υπολογιστές, το ίντερνετ και όλες οι συναφείς τεχνολογίες, συνέβαλαν στη διαμόρφωση μιας νέας τυποποίηση των κοινωνικών σχέσεων. Ο γενικός τύπος των σχέσεων αυτών, μέσα στο νέο βιο-πληροφορικό παράδειγμα που διαμορφώνεται, είναι η ιδέα του ‘ο καθένας μόνος του και όλοι μαζί χώρια’. Σε συνδυασμό πάντα με την εικονική μεσολάβηση της κοινωνικότητας αυτών των υποκειμένων από τις νέες τεχνολογίες.

Στην εργασία, αυτή η συνθήκη εκφράζεται μέσα από τον ατομισμό, τον ανταγωνισμό και γενικά τις ψευδαισθήσεις του καθενός και της καθεμίας πως, αργά η γρήγορα, σαν επιβράβευση των προσωπικών τους κόπων, θα αγγίξουν την πολυπόθητη ευημερία και καταξίωση. Οι εργάτες και οι εργάτριες, αντιλαμβανόμενοι τους εαυτούς τους σαν μικρούς ιδιοκτήτες, κεφάλαιο των οποίων θεωρούνται οι γνώσεις και η εξειδίκευση που απέκτησαν μέσα από την πολυετή τους εκπαίδευση, επιδιώκουν την ατομική τους διέξοδο από την κόλαση της μισθωτής σχέσης και την κοινωνική τους ανέλιξη, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι δεν τους αξίζει τίποτα λιγότερο.

Ο καθένας είναι ‘επιχειρηματίας του εαυτού του’ και σαν τέτοιος, μέσα στο σύστημα που μοιράζει αφειδώς ατομικές ευκαιρίες, το μόνο που έχει να κάνει είναι να παίξει σωστά τα χαρτιά του για να μην τον ξεπεράσει ο διπλανός του. Το μόνο πρόβλημα σε αυτή τη λογική είναι πως ο καπιταλισμός σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ένα τέτοιο σύστημα. Εδώ, ο κεντρικός χαρακτήρας είναι η εκμετάλλευση των εργατών και των εργατριών, μαζί με την παραγωγή κέρδους για τα αφεντικά. Και παρόλο που τα υποκείμενα αυτά αποφεύγουν να αυτοχαρακτηρίζονται ως εργάτες και εργάτριες (άλλο ένα επίτευγμα της ιδεολογίας), η πραγματικότητα δεν αλλάζει, με αποτέλεσμα τα υποκείμενα αυτά να οδηγούνται προς την απογοήτευση και στην εσωτερίκευση μιας υποτίμησης η οποία δεν μπορεί να εκφραστεί παρά μόνο ατομικά. Ή ακόμη και όταν προσπαθεί να εκφραστεί συλλογικά, με δυσκολία μπορεί να ξεφεύγει από εγωκεντρικές λογικές του τύπου, ‘θέλουμε πίσω το μέλλον που μας υποσχέθηκαν’, αφήνοντας εσκεμμένα στην άκρη το γεγονός ότι το μέλλον που θεωρεί ο καθένας ότι του αξίζει σημαίνει ταυτόχρονα την καταστροφή κάποιου άλλου.

Οι απαντήσεις που δόθηκαν σε κοινωνικό  επίπεδο στο πολύμορφο σώμα που αντέδρασε ενάντια στις παραδοσιακές καπιταλιστικές προσταγές, επί της ουσίας ήταν η ενσωμάτωση και η μεσολάβηση του λόγου και της κριτικής που το ίδιο άσκησε τις δεκαετίες του ’60-’70. Το σύνολο των επιθυμιών που, έως τότε, καταπιέζονταν από τις παραδοσιακές σχέσεις του καπιταλιστικού μορφώματος, καθώς και οι απαιτήσεις για ‘απελευθέρωση’ και ‘αυτοκαθορισμό’ των υποκειμένων που δέχονταν αυτήν την καταπίεση, μπήκαν στο επίκεντρο της προσοχής και του σχεδιασμού των αφεντικών. Με την βοήθεια των νέων τεχνολογιών, εφοδιασμένων με μια ρητορική που τις παρουσίασε σαν το κλειδί για την είσοδο στον μαγικό κόσμο των επιθυμιών, τα αφεντικά κατάφεραν να αντιστρέψουν το κλίμα αντίδρασης, εμπορευματοποιώντας και μεσολαβώντας τις καθημερινές τους σχέσεις. Από τις κουλτούρες και τα στυλ των νέων μέχρι τη γυναικεία σεξουαλικότητα, τα πάντα μπήκαν στην τροχιά της μηχανικής και ιδεολογικής μεσολάβησης, δημιουργώντας μάλιστα την ψευδαίσθηση πως βαδίζουμε προς μια πιο ελευθεριακή κατάσταση, την στιγμή που συνέβαινε το ακριβώς αντίθετο.

 

]]>