Γλώσσα – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp Συλλογικά συγκροτημένη διαδικασία έρευνας και δράσης για τις πραγματικές αιτίες της κρίσης και της παρακμής του υπάρχοντος μοντέλου εκπαίδευσης· και, ταυτόχρονα, επανασύνδεσης της κριτικής με την (και ενάντια στην) συγκυρία (γνωσιολογική, ιδεολογική, πειθαρχική) της «χρήσιμης καπιταλιστικά γνώσης». Sat, 23 May 2026 13:39:31 +0000 en-US hourly 1 https://wordpress.org/?v=7.0 https://gameover.zp/wp-content/uploads/2012/06/cropped-11954387511887014124johnny_automatic_fly.svg_.med_-32x32.png Γλώσσα – Game Over _ για τη διάσωση της αμήχανης σκέψης https://gameover.zp 32 32 Εισήγηση: Ο Ταίηλορ στη Silicon Valley _η τεχνοεπιστημονική διαχείριση της σκέψης https://gameover.zp/2016/04/16/%ce%b5%ce%b9%cf%83%ce%ae%ce%b3%ce%b7%cf%83%ce%b7-%ce%bf-%cf%84%ce%b1%ce%af%ce%b7%ce%bb%ce%bf%cf%81-%cf%83%cf%84%ce%b7-silicon-valley-%ce%b7-%cf%84%ce%b5%cf%87%ce%bd%ce%bf%ce%b5%cf%80%ce%b9%cf%83/ Sat, 16 Apr 2016 08:05:04 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1709

Εισαγωγή

Στη σημερινή εισήγηση ο ταιηλορισμός, για τον οποίο θα πούμε δυο τρία πράγματα στη συνέχεια, θα είναι το φόντο πάνω στο οποίο θα εξετάσουμε μια διαδικασία σχετικά σύγχρονη, που αφορά την διάλυση και την ανασύνθεση της σκέψης, του τρόπου που σκέφτονται και θα σκέφτονται οι υπήκοοι του καπιταλισμού στο νέο παράδειγμα. Υποθέτουμε πως είναι γενικά γνωστό ότι ο Τάιηλορ ανάλυσε, διέλυσε και ανασυνέθεσε με “επιστημονικό τρόπο” πολλές πλευρές της χειρωνακτικής εργασίας, και είναι ο πιο διάσημος απ’ τους αναμορφωτές του καπιταλιστικού / μηχανικού τρόπου οργάνωσης της εργασίας, απ’ τις αρχές του 20ου αιώνα. Έχοντας, λοιπόν, τον ταιηλορισμό σαν φόντο σε μια εισήγηση περί σκέψης έχουμε, κι αυτό είναι επιλογή μας, την μηχανοποίηση της χειρωνακτικής εργασίας σαν φόντο για την ανάλυση της μηχανοποίησης όχι μόνο της διανοητικής εργασίας αλλά, εν τέλει, της σκέψης γενικά. Κατά κάποιον τρόπο εμπνεόμαστε απ’ την γνώμη του καταστασιακού Mustafa Kayati για τις εργάτριες λέξεις:


Οι λέξεις απέχουν από τις ιδέες ένα μόνο βήμα κι αυτό το βήμα πάντα το κάνει η εξουσία και οι στοχαστές της. Όλες οι θεωρίες για το γλωσσικό σύστημα – απ’ τον ηλίθιο μυστικισμό του “όντος” μέχρι τον υπέρτατο (καταπιεστικό) ορθολογισμό της κυβερνητικής μηχανής – ανήκουν στον ίδιο κόσμο, στο λόγο της εξουσίας, που τον θεωρούν τον μοναδικό κόσμο στον οποίο μπορεί ν’ αναφέρεται κανείς σαν καθολική μεσολάβηση.

Η πραγματική οικειοποίηση των λέξεων που εργάζονται δεν μπορεί να γίνει εφικτή έξω από την ιδιοποίηση της ίδιας της εργασίας. Η νίκη της απελευθερωμένης, δημιουργικής δραστηριότητας θα φέρει τη νίκη της επιτέλους απελευθερωμένης αυθεντικής επικοινωνίας.
Οι λέξεις δεν θα πάψουν να εργάζονται όσο θα εργάζονται οι άνθρωποι.

Mustafa Kayati
(Από το 10ο τεύχος της επιθεώρησης της Καταστασιακής Διεθνούς, 1966)

Μέρος Α

Ο Ταίηλορ

Ο Ταίηλορ μελέτησε, ανέλυσε, κατέγραψε, χρονομέτρησε τις σωματικές κινήσεις διάφορων εργατών, τεχνητών και μη, σε διάφορες χειρωνακτικές εργασίες της εποχής του, στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα. Κομματιάζοντας αυτές τις δουλειές στα κατα το δυνατόν ελάχιστα κινησιολογικά συστατικά, μπόρεσε να δει ποιές είναι άχρηστες (κινήσεις τεμπελιάς, καθυστέρησης, χρονοτριβής) και ποιές είναι ουσιαστικές. Μπόρεσε επίσης να μελετήσει εάν διαφορετικά εργαλεία θα έκαναν τέτοιες επιμέρους κινήσεις πιο αποδοτικές, πιο γρήγορες, πιο αποτελεσματικές. Και, ύστερα, έκανε την ανασύνθεση των χρήσιμων κινήσεων, στην αποτελεσματική (κατ’ αυτόν) διάρκεια, σε γραμμικές αλληλουχίες, διαμορφώνοντας, τον σωστό, τον επιστημονικά σωστό τρόπο, με τον οποίο πρέπει να γίνεται η Α ή η Β χειρωνακτική δουλειά. Απ’ το κουβάλημα του χαμάλη ως το τορνάρισμα του μηχανουργού.

Το βιβλίο του Ταίλορ επιστημονική διαχείριση [της εργασίας] (1911) έγινε στη συνέχεια κάτι σαν ευαγγέλιο της βιομηχανικής οργάνωσης της εργασίας. Ήταν μια επανάσταση. Τι είδους επανάσταση όμως;

Μερικοί μελετητές του Ταίηλορ αργότερα (στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70) αντιμετώπισαν αμήχανα ή και επικριτικά το γεγονός ότι ο ταιηλορισμός ονομάστηκε scientific management· επιστήμη… Για παράδειγμα ο γενικά διεισδυτικός Braverman, στο εργασία και μονοπωλιακό κεφάλαιο, η υποβάθμιση της εργασίας στον 20ο αιώνα, γράφει (σελ. 102):


Το λεγόμενο επιστημονικό μάνατζμεντ ήταν μια απόπειρα εφαρμογής επιστημονικών μεθόδων για την επίλυση των προβλημάτων ελέγχου της εργασίας, τα οποία εμφανίζονταν με όλο και πιο περίπλοκες μορφές στο εσωτερικό των ραγδαία αναπτυσσόμενων καπιταλιστικών επιχειρήσεων, την περίοδο που το “κίνημα” έκανε την εμφάνισή του. Συνεπώς, το λεγόμενο επιστημονικό μάνατζμεντ δεν διαθέτει κανένα από τα χαρακτηριστικά μιας αληθινής επιστήμης, και αυτό γιατί οι αρχικές του υποθέσεις δεν είναι παρά οι απόψεις του καπιταλιστική σχετικά με τις παραγωγικές σχέσεις. Παρά τους περιστασιακούς ισχυρισμούς περί του αντιθέτου, το λεγόμενο επιστημονικό μάνατζμεντ δεν έχει τις αφετηρίες του στην ανθρώπινη αντίληψη και τις ανθρώπινες ανάγκες, αλλά στις αντιλήψεις του καπιταλιστή και τις δικές του ανάγκες, τις ανάγκες δηλαδή που συνεπάγεται η διοίκηση μιας διόλου συνεργάσιμης εργατικής δύναμης μέσα σ’ ένα πλαίσιο ανταγωνιστικών παραγωγικών σχέσεων. Το λεγόμενο επιστημονικό μάνατζμεντ δεν κάνει καμιά προσπάθεια να εντοπίσει τα αίτια αυτής της κατάστασης, αλλά τη δέχεται σαν αδιαμφισβήτητο δεδομένο, σαν “φυσική” συνθήκη. Δεν ερευνά την εργασία γενικώς, αλλά την προσαρμογή της εργασίας στις ανάγκες του κεφάλαιου. Και δεν εισέρχεται στους χώρους εργασίας σαν εκπρόσωπος της επιστήμης, αλλά σαν εκπρόσωπος των αφεντικών της παραγωγής που μεταμφιέστηκε άτσαλα σε επιστήμη φορώντας φύρδην μίγδην ό,τι κουρέλια βρήκε μπρος του.

Αν και μαρξιστής ο Braverman φαίνεται να έχει ξεχάσει, στο συγκεκριμένο σημείο τουλάχιστον, τα λόγια του Μαρξ ήδη απ’ την εποχή του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, για την επιστράτευση των “χθόνιων δυνάμεων” της επιστήμης και της τεχνικής από την αστική τάξη· χωρίς να αμφισβητεί ο Μαρξ το ότι αυτή η επιστρατευμένη επιστήμη είναι αληθινή (κι όχι μια … κουρελού). Συνεπώς ακόμα και ένας Braverman ηθικολογεί σε ότι αφορά την επιστημονικότητα του “επιστημονικού μάνατζμεντ”, αφήνοντας ουσιαστικά το θέμα στην άκρη.

Υπάρχει λοιπόν ένα σοβαρό λάθος εδώ. Το ότι ο Ταίηλορ και όλη η μεθοδολογία του στην ανάλυση, στην μέτρηση και στην ανασύνθεση διάφορων χειρωνακτικών εργασιών εξυπηρετούσαν τις ανάγκες των εργοδοτών, είναι βέβαιο. Όμως αυτό ΔΕΝ αποτελεί ούτε επιχείρημα ούτε απόδειξη το ότι η δουλειά του Ταίηλορ και τα συμπεράσματά του ΔΕΝ ήταν επιστημονικά!!! Γιατί έτσι έχει αναπτυχθεί αυτό το σώμα γνώσης που ονομάζεται επιστήμη: για να υπηρετήσει, σε γενικές γραμμές, τις ανάγκες του κεφάλαιου.

Τι θεωρούσε ο Taylor (και όχι μόνον αυτός άλλωστε) επιστημονικό σε σχέση με διάφορες μορφές χειρωνακτικής εργασίας και την αναδιοργάνωσή τους στα τέλη του 19ου αιώνα; Τα εξής:
α) την χρονομέτρηση κάθε επιμέρους κίνησης που κάνει ένας εργάτης σε οποιαδήποτε δουλειά·
β) την δημιουργία αναλυτικών καταλόγων “σειριακής” καταγραφής / χρονομέτρησης κινήσεων και χρόνων, μαζί με
γ) την καταγραφή (και χρονομέτρηση) των “νεκρών χρόνων” μεταξύ διαδοχικών κινήσεων·
δ) την μελέτη των “μέσων” (εργαλείων και μηχανών, απ’ τις πιο απλές ως τις πιο σύνθετες με βάση τα δεδομένα της εποχής) που απαιτούνται αφενός στην “παραδοσιακή” εργασία και αφετέρου σε μια διαφορετικού τύπου, “σειριακή” οργάνωσή της·
ε) την εφεύρεση μια διαφορετικής, πιο αποδοτικής σύνθεσης αυτών των κινήσεων, ακόμα και
στ) την ανάληψη ενός μέρους απ’ αυτές από βοηθητικούς εργάτες έτσι ώστε οι κυρίως εργάτες να μπορούν να ακολουθούν το scientific management απερίσπαστοι·
ζ) τέλος, την αξιοποίηση των όποιων πορισμάτων από επιστημονικές έρευνες σε διάφορα πεδία, απ’ την “πρώιμη” (τότε) ψυχολογία ως την μηχανολογία και την ανατομία.

Συνεπώς αυτό ακριβώς ήταν το επαναστατικό, το ριζοσπαστικά καινοτόμο στοιχείο στις έρευνες και την μεθοδολογία του Ταίηλορ: ότι μετέφερε αρχές, μεθόδους και κανόνες ενός ορισμένου σώματος γνώσης που ήταν πράγματι επιστημονικό, πάνω σε ένα άλλο σώμα γνώσης, πάνω στις αρχές, στις μεθόδους και στους κανόνες δουλειάς των χειρωνακτών, ειδικευμένων και ανειδίκευτων· αυτό το δεύτερο σώμα γνώσης μπορούμε να το πούμε εμπειρικό. Το επαναστατικό με τον Ταίηλορ είναι λοιπόν ότι έσπρωξε την επιστήμη του καιρού του, που ασκούνταν γενικά σε ευαγή και διαχωρισμένα ιδρύματα (πανεπιστήμια), βάζοντας την στον σκοτεινό και βρώμικο κόσμο των χειρωνακτικών δουλειών και των μικρότερων ή μεγαλύτερων εργαστηρίων και εργοστασίων, που ήταν γεμάτα αγράμματους και απείθαρχους εργάτες. Μπαίνοντας εκεί η επιστήμη θα έπρεπε να αποδείξει την αδιαμφισβήτητη υπεροχή της (με κριτήρια αποδοτικότητας, περιορισμού της σπατάλης χρόνου και υλικών) απέναντι στην εμπειρική γνώση των εργατών· και αυτό έκανε με πλήρη συνείδηση ο Ταίηλορ, ακόμα και έναντι δύσπιστων εργοδοτών. Γνώση εναντίον γνώσης λοιπόν, επιστήμη εναντίον εμπειρίας, και συντριπτική νίκη της επιστήμης πάνω στην εμπειρία, στις χειρωνακτικές δουλειές: αυτό ήταν μια πραγματική επανάσταση στις αρχές του 20ου αιώνα. Προς όφελος του κεφάλαιου…

Αυτή η εκστρατεία είχε και έναν καθαρό πολιτικό στόχο, τον οποίο ο Ταίηλορ τονίζει διαρκώς και ακατάπαυστα στο βιβλίο του. Το να φύγει οριστικά και αμετάκλητα ο έλεγχος της εργασίας (της έντασής της, των ρυθμών της, της παραγωγικότητάς της…) απ’ τα χέρια των τεχνητών, των μαστόρων, των εργατών, και να περάσει στα γραφεία σχεδιασμού, στους μηχανικούς, στη διοίκηση και την ιδιοκτησία των επιχειρήσεων. Συνεπώς ο ταιηλορισμός απ’ την μια έκανε τους χειρώνακτες απλά εκτελεστικά όργανα ενός “οργανογράμματος”, ανειδίκευτους. Απ’ την άλλη δημιούργησε ένα καινούργιο σώμα σχεδιαστών και ελεγκτών της εργασίας, που στον ένα ή τον άλλο βαθμό ήταν επιστήμονες, δηλαδή οι “φυσικοί” φορείς αυτού του επιστημονικού σώματος γνώσης.

Συγκρατούμε λοιπόν, επειδή θα μας χρειαστεί στη συνέχεια, αυτό το δεδομένο. Με τον ταιηλορισμό κορυφώνεται ένα είδος ακήρυχτου πολέμου μεταξύ δύο τρόπων γνώσης: της επιστήμης απ’ την μια, της εμπειρίας απ’ την άλλη. Σαν ένα σώμα γνώσης ήδη δουλεμένο ως προς τους κανόνες, τις αρχές και τις μεθόδους της, ιδιαίτερα εντατικά τον 19ο αιώνα, η επιστήμη νικάει κατά κράτος την εμπειρία στις χειρωνακτικές δουλειές, σ’ αυτές τουλάχιστον που έχουν κάποιο αφεντικό. Και επιβάλλεται: ανάλυση, μετρήσεις, αξιολόγηση τμήμα τμήμα, παραγοντοποίηση, συστήματα εξισώσεων, ενίσχυση κινήσεων με τα κατάλληλα εργαλεία, επανασυναρμολόγηση των κινήσεων (των σωμάτων): ιδού ο θρίαμβος του “διαφανούς” επιστημονικού λόγου / πράξης πάνω στο “σκοτεινό” και αδιαπέραστο εμπειρικό λόγο / πράξη.

Οι Ταίηλορ πριν τον Ταίηλορ

Ένα γνωσιολογικό / σχεσιακό μοντέλο, λοιπόν, το επιστημονικό, εναντίον ενός άλλου γνωσιολογικού / σχεσιακού μοντέλου, του εμπειρικού, σε ότι αφορά τις χειρωνακτικές εργασίες στα εργαστήρια και στα εργοστάσια, αυτός ο πόλεμος είναι που θα επισημοποιηθεί απ’ τον Ταίηλορ και το scientific management. Όμως τι είναι αυτό το ανώτερο γνωσιολογικό / σχεσιακό μοντέλο, η επιστήμη;

Ο 19ος αιώνας είναι μια εντατική και δυναμική περίοδος ανάπτυξης των επιστημών, σ’ όλον τον τότε καπιταλιστικό κόσμο. Η μητέρα όλων των επιστημών, το υπόδειγμα, αυτό στο οποίο θα έπρεπε να τείνει από μεθοδολογική και λογική άποψη κάθε επιμέρους επιστημονικός κλάδος, ήταν βέβαια (και παραμένει) η φυσική. Και από δίπλα της τα μαθηματικά. Παρότι στον 19ο αιώνα εμφανίζονται, μορφοποιούνται και εξελίσσονται πολλοί επιστημονικοί κλάδοι ή, πιο σωστά, πολλές εξειδικευμένες γνωσιακές διαδικασίες με αξιώσεις επιστημοσύνης, απ’ την βιολογία ως την κοινωνιολογία και την ανθρωπολογία, είναι σωστό να πούμε ότι η επιστήμη είναι βασικά φυσικομαθηματική. Η φυσική έχει καθιερώσει το δίπολο “πείραμα – απόδειξη”, και χωρίζει, αναλύσει, μετράει, μετράει, μετράει. Δίπλα της τα μαθηματικά εξελίσσονται κι αυτά, σαν ο κατεξοχήν τομέας μιας επιστήμης μετρήσεων, κατανομών, συσχετίσεων αλλά και μεταγλωτίσεων. Θα επανέλθουμε στη συνέχεια σ’ αυτό.

Χωρίς δυσκολία θα συμφωνούσαμε πως όποιος κι αν είναι ο ιδιαίτερος προσανατολισμός οποιασδήποτε επιστήμης, όσο κι αν εμπλέκεται και με πρακτικά καθήκοντα, όπως για παράδειγμα η κατασκευή του μικροσκοπίου, του τηλεσκοπίου, των ατμομηχανών ή του τηλέγραφου, ή η ανατομία σωμάτων, κληρονομικών σχέσεων, ή η χαρτογράφηση, αρχειοθέτηση και σύγκριση ηθών και εθίμων, η επιστήμη είναι σε μεγάλο βαθμό διανοητική διαδικασία. Σκέψη. Συνεπώς εάν η επιστήμη στον 19ο αιώνα είχε αρχίσει να συγκροτείται πυκνά και ώριμα σα σώμα γνώσης σε διάφορους τομείς, αυτό γινόταν παράλληλα με την συγκρότηση και την οργάνωση της επιστημονικής σκέψης σαν τέτοιας. Για να το πούμε διαφορετικά: το μακρύ οδοιπορικό της ανάπτυξης των επιστημών δεν ήταν μόνο η συγκρότηση ενός λόγου (και των ανάλογων πρακτικών) για το Α ή Β γνωσιακό αντικείμενο, αλλά επίσης η συγκρότηση ενός μοντέλου (του επιστημονικού) για το σκέπτεσθαι. Προκειμένου αυτό το μοντέλο να είναι ανώτερο από κάθε άλλο, θα έπρεπε να ικανοποιεί κρίσιμες προδιαγραφές.

Σε κάθε περίπτωση η επιστήμη σαν σύνολο αναπτύσσεται ραγδαία τον 19ο αιώνα στην ευρώπη και στην βόρεια αμερική, και απομακρύνεται πολύ γρήγορα απ’ το προηγούμενο υψηλότατου κύρους γνωσιολογικό Παράδειγμα, την φιλοσοφία.

Πράγματι, ο 19ος αιώνας είναι μια περίοδος εντατικής αναμέτρησης και διαλεκτικής σύνθεσης ανάμεσα σ’ εκείνο που επί αιώνες εξελισσόταν σαν φιλοσοφία, και σ’ αυτό που αναδύεται ρωμαλέο σαν επιστήμη. Οι πρώτες εφευρέσεις, διαπιστώσεις, επιστημονικές θεωρίες και εφαρμογές ασκούν μεγάλη επιρροή μεταξύ των διανοούμενων του 19ου αιώνα, απ’ το ξεκίνημά του ήδη. Ο ιδεαλισμός, η θεωρησιαρχική φιλοσοφία, μπαίνουν γρήγορα σε κρίση μπροστά στον αναδυόμενο επιστημονικό υλισμό και την επιστημονική φυσιοκρατία.

Όμως αυτή η αναμέτρηση για τον εγκυρότερο τρόπο σύλληψης της Αλήθειας – του – Κόσμου δεν είναι εύκολη, ούτε γίνεται μονομιάς. Ο πραγματισμός των επιστημών έπρεπε να “κλέψει”, για λογαριασμό του, το ήδη απ’ τον 15ο αιώνα ιερό δισκοπότηρο της φιλοσοφίας: την Λογική.

Αν ρωτούσε σήμερα κάποιος “γιατί το επιστημονικό σώμα γνώσης είναι ανώτερο από οποιοδήποτε άλλο;” η απάντηση θα ήταν επειδή έχει δημιουργήσει τόσα πολλά τεχνολογικά θαύματα, τόσες πολλές μηχανές. Aπάντηση φτωχή, ρηχή, που επιπλέον είναι ελέγξιμη. Το σίγουρο είναι ότι τον 19ο αιώνα η ανωτερότητα της επιστημονικής γνώσης και της επιστημονικής σκέψης δεν μπορούσε να τεκμηριωθεί μόνο με κριτήρια τα πρακτικά αποτελέσματά τους. Ήταν εντυπωσιακά μεν, αλλά η φιλοσοφική γνώση / σκέψη είχε πίσω της την εγκυρότητα αιώνων. Συνεπώς, το γιατί η επιστημονική γνώση και σκέψη, το γιατί δηλαδή ένα σώμα έρευνας και γνώσης δομημένο με συγκεκριμένους κανόνες ήταν μακράν ανώτερο από οποιοδήποτε άλλο, ήταν ένα ερώτημα που τον 19ο αιώνα απασχολούσε ιδιαίτερα τους ίδιους τους επιστήμονες, και ένα ερώτημα που θα έπρεπε να απαντηθεί χωρίς προσφυγή σε έναν τεράστιο γαλαξία εφευρέσεων. Το μόνο ή το πιο ουσιαστικό καταφύγιο απόδειξης αυτής της (επιστημονικής) ανωτερότητας ήταν να δώσει ένα επαρκές νόημα στην παλιά θεότητα – της – σκέψης, που εν τω μεταξύ έπρεπε να είναι τόσο εγκόσμια όσο η τάξη που ηγεμόνευε. Ένα καινούργιο νόημα για την Λογική. Εάν, για παράδειγμα, το scientific management του Ταίηλορ όφειλε να αποδείξει την ανωτερότητά του ως προς την αποτελεσματικότητα της εργασίας, αυτή η ανωτερότητα δεν θα έπρεπε να προκύπτει μέσα απ’ την βία (εάν μαστιγώνεις κάποιον μπορεί ίσως να δουλέψει γρηγορότερα…) αλλά μόνο μέσα απ’ την αξιοποίηση λογικών διαδικασιών.

Μ’ άλλα λόγια, για να έχουν την αξίωση το επιστημονικό σώμα γνώσης, η επιστημονική σκέψη και οι επιστημονικές αλήθειες σε όλο τους το εύρος να είναι ανώτερης τάξης, θα έπρεπε να είναι “απόλυτα λογικές” χωρίς να υποκύπτουν στα αναπόφευκτα λάθη του εμπειρισμού. Αυτή ήταν η έγνοια των επιστημόνων του 19ου αιώνα, και ακόμα εντονότερα των μαθηματικών. Γιατί ειδικά αυτών; Επειδή καινούργιες ελκυστικές έως τολμηρές μαθηματικές θεωρείες διατυπώνονταν εδώ κι εκεί, αλλά έμοιαζαν συχνά απογειωμένες ή και αυθαίρετες κατασκευές. Και σ’ άλλους επιστημονικούς τομείς, ειδικά στη φυσική, καινούργιες θεωρίες που δεν συμπλήρωναν αλλά αντικαθιστούσαν προηγούμενες, δημιουργούσαν μια ισχυρή αίσθηση αστάθειας για το τι είναι τι. Η Λογική λοιπόν, και μόνον αυτή, θα εγγυόταν την ανωτερότητα του επιστημονικού σώματος γνώσης και κάθε επιστημονικής σκέψης και θα καθάριζε τον επιστημονικό ορίζοντα απ’ τα ζιζάνια.

Τι ήταν όμως αυτή η θεότητα, η Λογική, τον 19ο αιώνα; Ή, πιο σωστά, τι γνώσεις είχαν οι επιστήμονες γι’ αυτήν τότε; Παράδοξο ή όχι, η μόνη διαθέσιμη συνεκτική και συστηματική θεωρία περί Λογικής ήταν εκείνη του Αριστοτέλη. Εάν οι επιστήμονες ήθελαν να έχουν την ευλογία της Λογικής, αυτή η ευλογία ήταν 2.000 χρόνων παλιά· κι ωστόσο κρατούσε ακόμα.

Τι ήταν, όμως η Αριστοτελική Λογική, και πως αυτή μπορούσε να θεωρηθεί όχι μόνο σαν ο ακρογωνιαίος λίθος αλλά σαν το μοντέλο της (επιστημονικής) σκέψης; Η Αριστοτελική Λογική ήταν ουσιαστικά μια συστηματική θεωρία για την σκέψη οργανωμένη σαν τυποποίηση της γλώσσας. Την εποχή του Αριστοτέλη η θέση ότι η γλώσσα (προφορική ή και γραπτή) είναι το μόνο σώμα της σκέψης ήταν μια φιλοσοφική θέση… Στον 19ο αιώνα η θέση ότι η επιστήμη οφείλει να είναι λογική, και ότι αυτό είναι ζήτημα συγκρότησης γλώσσας (που μπορεί και πρέπει να έχει μηχανικές προεκτάσεις και εφαρμογές) ήταν μια θέση πολιτική. Το γιατί θα το δούμε στη συνέχεια.

Η Λογική θα κατακτήσει τον θρόνο της στον ηρωϊκό από επιστημονική άποψη 19ο αιώνα, όχι πια σαν φιλοσοφία της ορθής σκέψης αλλά σαν η φυσική της ορθής σκέψης. Γιατί όχι σαν τα μαθηματικά της ορθής σκέψης επίσης; Εάν οι επιστήμες έπρεπε να θεμελειωθούν στη λογική αυτό σημαίνει ότι και η λογική με τη σειρά της θα έπρεπε να επιστημονικοποιηθεί, όχι στο δρόμο του Αριστοτέλη – αλλά πολύ μακρύτερα.

Σε μια εποχή που η επίδειξη επιστημονικής ικανότητας στη σκέψη και η διαμόρφωση επιμέρους σωμάτων επιστημονικής γνώσης ήταν η ανακάλυψη των νόμων (που διέπουν τα φυσικά φαινόμενα, αλλά και τα ανθρώπινα / κοινωνικά) η ίδια η ορθή σκέψη θα έπρεπε να υπόκειται σε κάποιους νόμους. Αυτό υποστήριξε ο George Boole (και όχι μόνο).

Το σημαντικό για το θέμα μας είναι ότι η διαμόρφωση και η συγκρότηση των γνώσεων και των τρόπων σκέψης που ονομάστηκαν επιστήμη στον 19ο αιώνα ήταν μια ασυνεχής διαδικασία, με τολμηρά άλματα, στασιμότητες, οπισθοχωρήσεις, διαφωνίες και συγκρούσεις μεταξύ επιστημόνων (και μη), σε ένα πεδίο που οριζόταν σίγουρα απ’ τα εξής:
α) την δυνατότητα ανάλυσης (που σε πρώτη φάση σήμαινε κομμάτιασμα) και καταμέτρησης των “συστατικών στοιχείων” οποιουδήποτε υπό μελέτη αντικειμένου·
β) την διαπίστωση και την καταγραφή των ιδιοτήτων αυτών των συστατικών στοιχείων·
γ) την δυνατότητα εξηγήσεων, συχνά μέσω μηχανικών αναλογιών, για την “λειτουργία” του ενός ή του άλλου·
δ) την συγκρότηση ενός πραγματιστικού τρόπου σκέψης με λογικά επιχειρήματα·
ε) την διαμόρφωση ειδικών επιστημονικών γλωσσών, κυρίως στη φυσική και στα μαθηματικά, μέσα απ’ τη χρήση καινούργιων συμβόλων και την διαμόρφωση “νόμων” για την σχέση μεταξύ τους.

Στην ουσία λοιπόν ο Ταίηλορ, στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου, δεν έκανε τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από έναν συνδυασμό των πιο πάνω, έναν συνδυασμό προσαρμοσμένο σ’ ένα φαινομενικά και κατ’ αρχήν ταπεινό αντικείμενο μελέτης, την χειρωνακτική εργασία των μαστόρων και των ανειδίκευτων στα εργαστήρια και στα εργοστάσια. Όμως ΠΡΙΝ το επιστημονικό σώμα γνώσης επιτεθεί και αντικαταστήσει το εμπειρικό σώμα γνώσης στις χειρωνακτικές δουλειές, είχε αποκτήσει έναν ικανό βαθμό συγκρότησης και αυτοπεποίθησης αναμορφώνοντας, κατά κάποιον τρόπο, την ίδια την σκέψη.

Εδώ ο George Boole είναι μια εμβληματική φυσιογνωμία. Από φτωχή οικογένεια και ουσιαστικά αυτοδίδακτος, λάτρης των μαθηματικών, κατάφερε να αποδείξει, μια και καλή, ότι η λογική επιχειρηματολογία (άρα η λογική σκέψη) θα μπορούσε να αναπαρασταθεί και να αναπτυχθεί σαν κλάδος των μαθηματικών. Ο Boole πήρε την Λογική από εκεί που την είχε αφήσει ο Αριστοτέλης 2.000 χρόνια πριν, και την έκανε υπόθεση και εργαλείο των μαθηματικών. Η περίφημη Άλγεβρά του “ολοκλήρωσε” αυτό που είχε αναλύσει ο Αριστοτέλης, και έδωσε μορφή σ’ αυτό που είχε ονειρευτεί ο Leibniz. Έφτιαξε ένα καινούργιο ρεπερτόριο συμβόλων, μια καινούργια γλώσσα, της οποίας το “συντακτικό”, οι κανόνες και οι νόμοι, είχαν τη λιτότητα και την αυστηρότητα των μαθηματικών.

Μπορούμε να βρούμε μια γενεαλογική σχέση ανάμεσα στην δουλειά του Boole και σ’ εκείνο που επιχείρησε και κατάφερε μερικές δεκαετίες αργότερα ο Ταίηλορ. Η Αριστοτελική Λογική είχε έτσι κι αλλιώς διαμελίσει την ποιητική της γλώσσας και τυποποίησε τις προτάσεις, τις μεταξύ τους σχέσεις και τα νοήματα, αφαιρώντας σαν περιττή (μη Λογική) κάθε αμφισημία, πολυσημία, κλπ. Ο Boole έδωσε μαθηματική έκφραση σ’ αυτήν την τυποποίηση, δηλαδή ανασυνέθεσε την αριστοτελική νομολογία της Λογικής σε σχέσεις μεταξύ συμβόλων. Ο Ταίηλορ, απ’ τη μεριά του, ανέλυσε / διαμέλισε το εργαζόμενο σώμα, απομόνωσε τις χρήσιμες σωματικές κινήσεις αφαιρώντας σαν περιττές (και επικίνδυνες) όσες σκόπευαν στην εξοικονόμηση χρόνου απ’ την εργατική σκοπιά, και ξανασυνέθεσε αυτές τις κινήσεις μέσα απ’ την μηχανική (φυσικομαθηματική) μεσολάβηση.

Το ενδιαφέρον είναι λοιπόν ότι μορφές “ταιηλοροποίησης – της – σκέψης”, μεταξύ των επιστημόνων κατά κύριο λόγο, είχαν προηγηθεί μερικές δεκαετίες απ’ τον ίδιο τον Ταίηλορ. Δεν είναι όμως μόνο ο Boole και άλλοι μαθηματικοί (όπως ο Frege) φωτεινά αστέρια σ’ αυτήν την διαδικασία. Υπήρξαν κάποιοι τολμηροί που υποστήριξαν, πάντα τον 19ο αιώνα, ότι οι διανοητικές διαδικασίες μπορούν να μηχανοποιηθούν. Ένας απ’ αυτούς είναι ο Charles Babbage. Ο Babbage θεωρείται σήμερα πρόδρομος της πληροφορικής και των ηλεκτρονικών υπολογιστών, επειδή σχεδίασε και σχεδόν έφτιαξε μια υπολογιστική μηχανή.


Ο Babbage, παίζοντας δύο φορές σκάκι εναντίον του “Tούρκου” στο Λονδίνο το 1821 (έχασε και τις δύο φορές) έβγαλε γρήγορα το συμπέρασμα ότι πρόκειται για απάτη. Η εμπειρία εκείνη όμως τον έκανε να σκεφτεί για την δυνατότητα μηχανοποίησης διανοητικών παιχνιδιών, συμπεριλαμβανόμενου του σκακιού. Μετά τις ήττες του απ’ τον “Τούρκο” έγραψε στο “The Author’s Contributions to Human Knowledge” ότι κάθε παιχνίδι δεξιοτήτων θα μπορούσε, θεωρητικά, να παιχτεί από μια αυτόματη μηχανή. Ενώ η Difference Engine μπορούσε να κάνει μόνο μια λειτουργία κάθε φορά, ο Babbage άρχισε να σκέφτεται την πιθανότητα προγραμματισμού μιας μηχανής έτσι ώστε να κάνει πολλές διαφορετικές λειτουργίες. Ονόμασε αυτή την ιδέα του Analytical Engine. Θα προγραμματιζόταν μέσω διάτρητων καρτών, μια ιδέα που την πήρε απ’ την υφαντουργική βιομηχανία, ειδικά τις μηχανές του Jacquard.
Ποιό ήταν το καθεστώς της σχέσης μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας; Θα μπορούσαν οι διανοητικές δυνατότητες να μηχανοποιηθούν όπως γινόταν ήδη σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό με τις χειρωνακτικές δυνατότητες; Η γκάμα των αντιδράσεων απέναντι στην υψηλής ακρίβειας τεχνολογία, στον 19ο αιώνα, είχε να κάνει σε μεγάλο βαθμό με τις πολιτιστικές πεποιθήσεις της εποχής…. Οι απαντήσεις σ’ αυτές και σε παρόμοιες ερωτήσεις δεν διαμόρφωσαν μόνο την βρετανική κοινωνία του 19ου αιώνα, αλλά επηρρέασαν και την γνωσιολογία της φυσικής. Στον 19ο αιώνα άρχισε να αναδύεται μια επαγγελματική τάξη (κυρίως) ανδρών, οι επιστήμονες, που αφιερώθηκαν στη μελέτη της φύσης. Καθώς η εξειδίκευση της εργασίας άρχισε να μεγαλώνει τόσο στην κοινωνία γενικά όσο και μέσα στην επιστημονική κοινότητα ειδικά, ζητήματα που αφορούσαν την φύση και την σχέση της τεχνικής (χειρωνακτικής) γνώσης και της επιστημονικής γνώσης και της δικής της οπτικής άρχισαν να ανακύπτουν όλο και πιο έντονα· και με πολιτικές προεκτάσεις.

Ένας άλλος τολμηρός, που δεν έφτιαξε κάποια μηχανή αλλά διατύπωσε θεωρητικά το ζήτημα της μηχανοποίησης της σκέψης, ήταν ο Alfred Marshall:


O Alfred Marshall υπήρξε εξίσου σημαντικός σε ότι αφορά τον “προβληματισμό” για τις διανοητικές και ψυχοσυναισθηματικές διαδικασίες, και την μηχανική αναλογία τους. Ο Marshall έμεινε τελικά γνωστός στην ιστορία σαν θεωρητικός της (καπιταλιστικής) οικονομίας με το Principles of Economics (1890). Όμως η “οικονομολογία” της εποχής δεν είχε σχέση με την σημερινή, ούτε άλλωστε οι επιστήμες (εντός ή εκτός εισαγωγικών…) είχαν καταμεριστεί και εξειδικευτεί όπως τις ξέρουμε σήμερα. Ο Marsall, σαν οικονομολόγος, ήταν μάλλον ένας “φυσικός (ή “μηχανικός”….) των ανθρώπινων οικονομικών συναλλαγών”. Και απ’ αυτή τη θέση μπορούσε να κινείται εύκολα σε πεδία όπως η ψυχολογία, η ηθική, ακόμα και η συνείδηση και η γνώση, μιλώντας γενικά για το είδος μας, τα κίνητρα των πραξεών του, τα όρια των γνώσεών του, τους τρόπους να μετακινεί αυτά τα όρια μαθαίνοντας.
O Marshall, λοιπόν, στα τέλη της δεκαετίας του 1860, έγραψε 4 κείμενα με σκοπό να οργανώσει την ψυχολογία – σαν – επιστήμη δίνοντάς της σταθερές βάσεις. Το τρίτο κείμενο εκείνης της σειράς (γράφτηκε το 1868) είχε τίτλο “Ye Machine” και σ’ αυτό ο Marshall παρουσίαζε ένα μηχανικό μοντέλο για την κατανόηση του πως “δουλεύει η ανθρώπινη σκέψη”. Σύμφωνα με την ιδέα του Marshall αυτό που συμβαίνει στο κεφάλι μας μπορεί να παρουσιαστεί σαν η λειτουργία / συνεργασία δύο μηχανικών τμημάτων. Το ένα είναι ανάλογο του εγκεφάλου, το άλλο είναι ανάλογο της παρεγκεφαλίδας. Το δεύτερο, (το “κατώτερο”) επεξεργάζεται τα εισερχόμενα αισθητηριακά ερεθίσματα διαμορφώνοντας ιδέες με βάση αυτά τα ερεθίσματα. Σχηματίζει έτσι την ιδέα μιας πράξης. Το πρώτο μηχανικό κύκλωμα (το “ανώτερο”) “επεξεργάζεται” τις συνέπειες της μίας ή της άλλης πράξης σε σχέση με το περιβάλλον· την αποτελεσματικότητα της μίας ή της άλλης πράξης, κλπ.
Το τι σχέση έχει αυτή η ιδέα του Marshall για την “μηχανική αναπαράσταση” της σκέψης, ιδέα του 1860, με τις μεταγενέστερες διευθετήσεις της “αρχιτεκτονικής” των υπολογιστών, είναι ένα θέμα. Προς το παρόν όμως αξίζει να τονιστούν τα εξής:
α) Πηγή έμπνευσης του Marshall ήταν η Αναλυτική Μηχανή του Babbage, και οι “ρυθμίσεις” που είχε εφεύρει εκείνος για την διεκπεραίωση όλων των υπολογισμών, άσχετα απ’ το αριθμητικό μέγεθός τους. Στην αυτοβιογραφία του ο Babbage περιέγραψε ως εξής τον στόχο του όταν σχεδίαζε την Αναλυτική Μηχανή του:
… Τίποτα λιγότερο εκτός απ’ την δυνατότητα να διδάσκεται η Μηχανή έτσι ώστε να προβλέπει και, στη συνέχεια, να δρα με βάση την πρόβλεψή της, δεν μπορεί να με εμπνέει για το αντικείμενο που θέλω…
Η “ικανότητα πρόβλεψης” ήταν πρακτικά, για τον εφευρέτη της Αναλυτικής Μηχανής, η δυνατότητα προγραμματισμού της… Ο Babbage ήθελε, “ονειρευόταν”, θεωρούσε εφικτή την “σκεπτόμενη μηχανή”. Ο Marshall, απ’ την μεριά του, θεωρούσε την (ανθρώπινη) σκέψη σαν αναπαραστάσιμη με όρους μηχανής…
β) Στο κέντρο του ενδιαφέροντος ΔΕΝ βρίσκεται ο χειρώνακτας! Όχι ακόμα· θα έρθει ο Taylor, αλλά αυτός αργότερα. Στο κέντρο του ενδιαφέροντος βρίσκονται διανοητικές διαδικασίες: το πως ο εγκέφαλος τροφοδοτείται απ’ τα ερεθίσματα των αισθήσεων και πως τα επεξεργάζεται· το πως οι παρελθούσες εμπειρίες / γνώσεις οργανώνουν τις τωρινές και τις μελλοντικές· το πως δουλεύει το νευρικό σύστημα “τροφοδοτώντας” την γνώση και την συνείδηση…

Ο Boole, ο Babbage, ο Marshall, και πολλές δεκάδες άλλοι, μαθηματικοί, φιλόσοφοι των επιστημόνων, εφευρέτες, προηγήθηκαν του Ταίηλορ. Και ανήκουν σε μια διαχωρισμένη μεν εποποιία δε: την συγκρότηση των επιστημών σαν τέτοιων, την συγκρότηση των επιστημονικών γνώσεων, της επιστημονικής σκέψης, την αναζήτηση εφαρμογών αυτής της σκέψης. Η επιθετική σχέση της επιστημονικής γνώσης / σκέψης απέναντι στην εμπειρική γνώση / σκέψη είχε ήδη σημαντικές επιτυχίες πριν ο Ταίηλορ εκδόσει το scientific management. Και οι επιτυχίες δεν αφορούσαν την χειρωνακτική εργασία. Αφορούσαν πλευρές (ή και το σύνολο) των διανοητικών διαδικασιών. Της σκέψης.

Όμως αυτές οι όποιες επιτυχίες ήταν γνωστές μόνο μεταξύ των ειδικών και των φίλων των επιστημών. Δεν αφορούσαν το ευρύτερο κοινό, τις κοινωνίες της εποχής.

Μέρος Β

Οι Ταίηλορ μετά τον Ταίηλορ

Τι είναι η σκέψη; Και τι σχέση έχει με τη γλώσσα; Τα ερωτήματα έχουν αποκτήσει πια τεράστιες διαστάσεις, απόδειξη του μεγάλου ενδιαφέροντος, επιστημονοτεχνολογικού βέβαια, να βρεθούν λειτουργικές (και γιατί όχι; κερδοφόρες) απαντήσεις μηχανικών μεσολαβήσεων.

Στα τέλη του 19ου αιώνα όμως οι (επιστημονικές) απαντήσεις θα μπορούσαν να είναι απλές. Απλές και Αριστοτελικές. Μια συνεπής παρουσίαση αυτής της άποψης θα ήταν κάπως έτσι:


Για τον Αριστοτέλη υπάρχει στενή σχέση γλώσσας και πραγματικότητας: η σωστή χρήση της γλώσσας αντανακλά τη σωστή λειτουργία της σκέψης, και η σωστή λειτουργία της σκέψης αποκαλύπτει στοιχεία για την αντικειμενική δομή του κόσμου.

Η αριστοτελική λογική ξεκινά από την ανάλυση των απλών προτάσεων της γλώσσας.

Οι προτάσεις λοιπόν συνδέουν συνήθως ένα ατομικό υποκείμενο με ένα γενικό κατηγορούμενο. Ο Αριστοτέλης, πεπεισμένος για τη στενή σχέση γλώσσας και πραγματικότητας, θα προχωρήσει περισσότερο. Αφού οι προτάσεις μας αποτελούνται από ένα ατομικό υποκείμενο και ένα γενικό κατηγορούμενο, αυτό σημαίνει ότι και η σκέψη μας, που λειτουργεί με έννοιες, λειτουργεί με δύο κατηγορίες εννοιών: τις ατομικές έννοιες και τις γενικές έννοιες. Η στοιχειώδης λειτουργία της σκέψης συνίσταται στη σύνδεση μιας γενικής και μιας ατομικής έννοιας, στην απόδοση μιας ιδιότητας (μιας γενικής έννοιας) σε ένα άτομο. Αντιστοίχως, και η ίδια η πραγματικότητα αποτελείται από δύο κατηγορίες όντων: τα συγκεκριμένα πρόσωπα, ζώα και πράγματα που μας περιτριγυρίζουν … (ο Αριστοτέλης τα ονομάζει όλα αυτά “καθ έκαστον”)· και το σύνολο των χαρακτηριστικών και των ιδιοτήτων που αποδίδουμε σε αυτές τις ατομικές οντότητες… (αυτά ο Αριστοτέλης τα ονομάζει “καθόλου”).
Επομένως η γλώσσα χρησιμοποιεί υποκείμενα και κατηγορούμενα, η σκέψη λειτουργεί με ατομικές και με γενικές έννοιες, και η πραγματικότητα αποτελείται από “καθ έκαστον” και από “καθόλου”.

Ακόμα κι αν μια τέτοια άποψη σήμερα θεωρείται ξεπερασμένη (στην πραγματικότητα αναδιαμορφωμένη μέσα από λεπτεπίλεπτες κατηγοριοποιήσεις και έρευνες), στις αρχές του 20ου αιώνα το να πει κάποιος

χωρίς τη γλώσσα η σκέψη είναι ένα αόριστο, αχαρτογράφητο νεφέλωμα

αν όχι ταυτίζοντας απόλυτα την σκέψη με την γλώσσα υποστηρίζοντας σίγουρα ότι η γλώσσα είναι που μας προσφέρει ό,τι θα ήταν δυνατόν να ξέρουμε για την σκέψη, αυτός λοιπόν που θα υποστήριζε κάτι τέτοιο δεν θα ήταν καθόλου αυθαίρετος ή αντιεπιστημονικός.

Ο άνθρωπος που έκανε την πιο πάνω δήλωση έχει ένα πολύ σημαντικό όνομα στην ιστορία της γλωσσολογίας και όχι μόνο. Λέγεται Ferdinand de Saussure, και οι ρηξικέλευτες απόψεις του για τη γλώσσα έγιναν γνωστές το 1916, όταν οι μαθητές του εξέδωσαν τις πανεπιστημιακές του διαλέξεις / παραδόσεις στο πανεπιστήμιο της Γενεύης, μεταξύ 1907 και 1911. Επηρρέασαν όλους τους σημαντικούς γλωσσολόγους (και όχι μόνο) ως και μεγάλο μέρος του δεύτερου μισού του 20ου αιώνα· ανάμεσα σ’ αυτούς και τον τελευταίο ως τώρα “μεγάλο” της γλωσσολογικής ανάλυσης, τον Noam Chomsky.

Ο Saussure είναι, τολμάμε να υποστηρίξουμε, ένα ισοδύναμο του Ταίηλορ σε έναν πολύ διαφορετικό (και για τον 20ο αιώνα εξίσου κεντρικό με την χειρωνακτική εργασία και τον έλεγχό της) τομέα, εάν και εφόσον οι λέξεις εργάζονται…

Ο Saussure ήταν πολύγλωσσος από σχετικά μικρός. Αλλά αυτό δεν θα μπορούσε να είναι αρκετό· θα πρέπει να προσθέσουμε ότι ο πατέρας του ήταν μεταλλειολόγος, εντομολόγος και ταξινομιστής. Στα 19 του ο Saussure μπήκε στο γερμανικό πανεπιστήμιο του Leipzig (το δεύτερο παλιότερο εν ενεργεία στον κόσμο)· ήταν το ακαδημαϊκό περιβάλλον που ταίριαζε στα ενδιαφέροντά του για την γλώσσα. Μπορεί να προκαλέσει εντύπωση, μπορεί όχι, αλλά ένας απ’ τους πιο διάσημους (παλιούς) απόφοιτους του πανεπιστημίου, τον καιρό που ο Saussure πήγε εκεί για σπουδές (το 1876), λεγόταν Leibniz… Περισσότερο άμεσα σχετισμένη με την κατεύθυνση των προσεγγίσεων του Saussure στη γλώσσα πρέπει να θεωρηθεί η “σχολή των neogrammarians” (στην πράξη όλο το τμήμα γλωσσικών σπουδών) του πανεπιστημίου του Leipzig, που στα 1876 αριθμούσε τουλάχιστον 10 καθηγητές του ιδρύματος. Η έρευνα και οι θέσεις των neogrammarians εστίαζαν στα φωνήματα, στις αλλαγές τους και στην επίδραση αυτών των αλλαγών στο φώνημα μιας λέξης στο σύνολο των κοντινών λέξεων (και των φωνημάτων τους). Οι neogrammarians θεωρούνται οι πρώτοι που αντιμετώπισαν τη γλώσσα σαν σύστημα και προσπάθησαν να την αναλύσουν με επιστημονικό τρόπο…

Η δουλειά του Saussure είναι γενικά γνωστή. Ήταν αυτός που χώρισε το σημαίνον από το σημαινόμενο των λέξεων, ξαναενώνοντας τα στο σημείο. Θεωρείται, όχι άδικα, “πατέρας της σημειολογίας” και πρόδρομος του στρουκτουραλισμού.

… Όλος ο μηχανισμός της γλώσσας εξαρτιέται από την αρχή…. πως το σημαίνον [σ.σ.: το άκουσμα των λέξεων] …ξετυλίγεται μέσα στο χρόνο μόνο, κι έχει τα χαρακτηριστικά που δανείζεται από τον χρόνο… μπορεί να μετρηθεί μέσα σε μια μόνο διάσταση, τη γραμμή… … Tα ακουστικά σημαίνοντα [σ.σ.: οι λέξεις όπως τις ακούμε] δεν διαθέτουν παρά τη γραμμή του χρόνου· τα στοιχεία τους παρουσιάζονται το ένα ύστερα από το άλλο· σχηματίζουν αλυσίδα. O χαρακτήρας αυτός φαίνεται αμέσως από τη στιγμή που τα παριστάνει κανείς με τη γραφή…

Θαυμάσια η ιδέα της χρονικής αλυσίδας ακουστικών σημαινόντων· τόσο παράξενα συγγενική με την αλυσίδα συναρμολόγησης που εμπνεύστηκε ο ταιηλορισμός…

Αξίζει πάντως να υπενθυμίσουμε την ακόλουθη δήλωση του Saussure, επειδή είναι κεντρική στη συλλογιστική του:

… μια γλώσσα αποτελεί ένα σύστημα…. το σύστημα αυτό είναι ένας περίπλοκος μηχανισμός· δεν μπορεί κανείς να τη δαμάσει παρά μόνο με τη σκέψη· κι αυτοί οι ίδιοι που κάνουν καθημερινή χρήση αυτού του μηχανισμού, τον αγνοούν βαθύτατα…

Η βεβαιότητα του Saussure είναι Αριστοτελική: η γλώσσα είναι ό,τι κοντινότερο στη σκέψη μπορούμε να ψηλαφίσουμε (σαν επιστήμονες…). Και, φυσικά, επειδή “είμαστε επιστήμονες”, δηλαδή κάτοχοι μιας ανώτερης σκέψης, δεν μπορούμε παρά να ισχυριστούμε ότι
α) η γλώσσα (το αποτύπωμα της σκέψης των πολλών…) είναι μηχανισμός, και μάλιστα περίπλοκος· και
β) αυτόν τον περίπλοκο μηχανισμό ΔΕΝ τον ξέρουν όσοι μιλάνε (ή γράφουν…).

Πρόκειται για έναν, καταρχήν, καθαρόαιμο Ταιηλορικό ισχυρισμό, με την εξής, από πρώτη ματιά, διαφορά. Ο Ταίηλορ δεν υποστήριξε ότι η χειρωνακτική εργασία είναι, σαν τέτοια, ένας “περίπλοκος μηχανισμός” τον οποίο “αγνοούν όσοι χρησιμοποιούν καθημερινά”. Αλλά φρόντισε να την κάνει τέτοιον, έτσι ώστε να εξασφαλίσει την άγνοια των “χρηστών” (και την αποκλειστικότητα γνώσης των τεχνικών και των μηχανικών). Αντίθετα ο Saussure ισχυρίζεται ότι “έτσι είναι τα πράγματα”… Όμως αυτή η διαφορά είναι επιφανειακή. Γιατί ο Saussure (όπως και ο Ταίηλορ σε άλλο αντικείμενο) θα κατασκευάσει μια ανάλυση της γλώσσας τέτοια που η γλώσσα να παρουσιάζεται σαν “περίπλοκος μηχανισμός”, ώστε να τον / την αγνοούν βαθύτατα όσοι μιλάνε!

Πρόκειται για ένα εξαιρετικά τολμηρό εγχείρημα, απ’ την σύλληψή του την ίδια. Εδώ δεν πρόκειται να βγουν “άσχετοι” κάποιοι χειρώνακτες μπροστά στους ειδικούς που θα τους διδάξουν πως να έχουν (πολύ) μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα στις δουλειές με βάση επιστημονικούς κανόνες. Εδώ πρόκειται να κηρυχτούν “άσχετοι” οποιοιδήποτε μιλούν (ή γράφουν) ενόσω μιλούν και γράφουν (και χωρίς να πρέπει να εκπαιδευτούν σε κάποια αποτελεσματικότερη χρήση της γλώσσας) επειδή – και μόνο – ο γλωσσολόγος (ο πρωτοπόρος Saussure εν προκειμένω) θα βρει και θα μελετήσει τους κανόνες που (υποτίθεται πως) αυτοί δεν ξέρουν, αν και είναι καθ’ όλα ικανοποιητικοί ομιλούντες. Υπάρχει η σύγκρουση των δύο “σωμάτων γνώσης”, του εμπειρικού και του επιστημονικού, και στις δύο περιπτώσεις. Αλλά στον ταιηλορισμό η επίθεση του επιστημονικού σώματος γνώσης στο εμπειρικό γίνεται ανοικτά, καθαρά, “κατά μέτωπο”. Αντίθετα στον σωσσυρισμό (και στη συνέχεια στον στρουκτουραλισμό) αυτή η επίθεση είναι αόρατη: ο ταιηλορισμός της σκέψης προχωράει (ακόμα, και θα συνεχίσει για δεκαετίες) “στα κρυφά”. Όχι από πρόθεση αλλά για λόγους που θα δούμε στη συνέχεια.

Αυτό σημαίνει ότι η κατασκευή μιας μηχανιστικής αναπαράστασης / ανάλυσης της γλώσσας γίνεται “εν θερμώ”: αυτή (η γλώσσα) δεν πρέπει να “σταματήσει” και να ανασυντεθεί με διαφορετικό τρόπο (όπως στους στόχους χειρωνακτικής εργασίας του Ταίηλορ και του ταιηλορισμού)· αρκεί να συμβαίνει, να είναι ζωντανή, να μην “σωπαίνει”. Ποια είναι η διαφορά; Για τον Saussure δεν υπάρχει ζήτημα “αλλαγής στη χρήση της γλώσσας” ή “αλλαγής γλώσσας” (αυτά θα γίνουν πολύ αργότερα, με την “γλώσσα προγραμματισμού” και τους αλγόριθμους) αλλά μόνο η κατασκευή εκείνων των “μυστικών μηχανισμών” που ο επιστήμονας, και μόνον αυτός, μπορεί να βρει, να μελετήσει, να αναδείξει. Και ο Ταίηλορ και ο Saussure είναι “κατάσκοποι”, ο καθένας στον τομέα του. Αλλά ο Ταίηλορ είναι, επίσης, ριζικός αναμορφωτής. Αντίθετα ο Saussure είναι κατ’ αρχήν “αποταμιευτής”: κάνει ταμείο (αναλύσεων, γνώσεων – που – δεν – έχουν – οι – καθημερινοί – χρήστες) χωρίς να τον απασχολεί η αποδοτική επένδυση αυτού του (γνωσιολογικού του) κεφάλαιου… Και ο Ταίηλορ και ο Saussure φτιάχνουν τους (αντίστοιχους στον τομέα του ο καθένας) ανειδίκευτους. Ο ανειδίκευτοι του Ταίηλορ το καταλαβαίνουν ότι είναι τέτοιοι. Οι ανειδίκευτοι του Saussure όχι.

Δεν θα επιμείνουμε περισσότερο στη δουλειά του Saussure, εκτός από ένα ιστορικό / πολιτικό ζήτημα σχετικά μ’ αυτήν. Σ’ ένα σημείο των διαλέξεών του6, και προκειμένου να δείξει ότι ο “παράγοντας χρόνος” είναι ιδιαίτερα σημαντικός για το πως η γλωσσολογία αντιλαμβάνεται και οργανώνει το αντικείμενό της, ο Saussure κάνει την εξής ενδιαφέρουσα συσχέτιση:

Πολύ λίγοι γλωσσολόγοι υποπτεύονται ότι η επέβαση του παράγοντα “χρόνος” είναι η ικανή να δημιουργήσει δυσκολίες, και ότι τοποθετεί την επιστήμη τους μπροστά σε δύο δρόμους που διαχωρίζονται μεταξύ τους.
Οι περισσότερες από τις άλλες επιστήμες αγνοούν τη ριζική αυτή δυαδικότητα· ο χρόνος δεν προκαλεί σ’ αυτές ιδιαίτερα αποτελέσματα… Αντίθετα, η δυαδικότητα για την οποία μιλάμε επιβάλεται κιόλας επιταχτικά στις οικονομικές επιστήμες. Εδώ … η πολιτική οικονομία και η οικονομική ιστορία αποτελούν δύο επιστημονικούς κλάδους εντελώς χωριστούς μέσα σε μια και την ίδια επιστήμη…
Είναι μια εντελώς όμοια αναγκαιότητα που μας υποχρεώνει να χωρίσουμε τη γλωσσολογία σε δύο μέρη, που το καθένας τους έχει τη δική του αρχή.
Aκριβώς εδώ, όπως στην πολιτική οικονομία, βρισκόμαστε μπροστά στην έννοια της αξίας· και στις δύο επιστήμες πρόκειται για ένα σύστημα ισοδυναμίας μεταξύ διαφορετικών τάξεων: στη μία έχουμε μια εργασία και ένα μισθό, στην άλλη ένα σημαινόμενο και ένα σημαίνον.

Είναι κατ’ αρχήν δύσκολο να καταλάβουμε το πως ο Saussure συσχέτισε την εργασία και τον μισθό απ’ τη μια μεριά, με το σημαινόμενο και το σημαίνον απ’ την άλλη. Καταστασιακός δεν ήταν!!! Όμως από διάφορα σημεία του έργου του προκύπτει πως έχει μια αόριστη (;) συναίσθηση ότι αυτό το οποίο πραγματεύεται είναι όντως μέρος μιας καινούργιας (από θεωρητική άποψη) πολιτικής οικονομίας. Πολιτικής οικονομίας της γλώσσας, ή, πιο σωστά, ακριβώς επειδή “βρισκόμαστε μπροστά στην έννοια της αξίας”, πολιτικής οικονομίας της (ανθρώπινης) επικοινωνίας.

Αυτή η συναίσθηση ίσως δεν είναι ακόμα κατασταλαγμένη στον Saussure – βρισκόμαστε στις αρχές του 20ου αιώνα. Στις επόμενες δεκαετίες, χάρη και στη “σημειολογία”, η ανάλυση, το κομμάτιασμα, η τυποποίηση και η ανασυναρμολόγηση των γλωσσών και των νοημάτων δεν θα είναι πια μερικές ακόμα “άλγεβρες Boole”. Δεν θα αφορούν, δηλαδή, ειδικές κατηγορίες επιστημόνων – θα αφορούν το ευρύτατο πεδίο των κοινωνικών σχέσεων. Θα προκύψουν έτσι γοητευτικές ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές αναλύσεις για την “άγρια σκέψη” (Claude Levi-Strauss), υπερφίαλες θεωρίες για τα media και την πρωτοκαθεδρία του “μέσου” (Marsall Mac Luan), ή έξυπνες φλυαρίες περί (ανάλυσης της) ψυχής (Lacan).

Μπορούμε, λοιπόν, σε ότι αφορά τη δουλειά του Saussure, να μιλήσουμε για την εκκίνηση ενός είδους scientific management της γλώσσας και, αν όχι της σκέψης σαν τέτοιας, οπωσδήποτε των εκφράσεών της. Η εμμονή της γενικής “γλωσσοποίησης” των κοινωνικών σχέσεων τις επόμενες δεκαετίες, και σ’ αυτή τη βάση η αναζήτηση ακόμα και δυνατοτήτων μηχανικής μεσολάβησής τους, ξεκινάει με τον σχετικά αθώο διαμελισμό των λέξεων και των νοημάτων στην τριαδική σχέση σημαίνον – σημαινόμενο – σημείο.

Εν τω μεταξύ, την ίδια περίοδο, τις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, σημαντικές εξελίξεις γίνονταν σε τομείς των μαθηματικών. Επιφανειακά αυτές οι εξελίξεις έμοιαζαν άσχετες με αυτό που θα λεγόταν, γενικά, “γλώσσα” και “σκέψη”. Αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο, ακριβώς, για εκστρατείες σ’ αυτήν την ήπειρο, οργανωμένες όχι από γλωσσολόγους αλλά απο μαθηματικούς. Οι συμβολικές γλώσσες υπολογισμών είχαν εδραιωθεί, αλλά τα ερωτήματα της λογικής επάρκειας και ακρίβειας των μαθηματικών αναλύσεων ήταν ανοικτά, ή αυτό υποστήριζαν ορισμένοι θεωρητικοί (Hilbert).

Σ’ αυτό το χρονικό σημείο και σ’ αυτό το πεδίο, την δεκαετία του ‘30, ανέτειλλε το άστρο του Alan Turing. Ο Turing είναι γνωστός για πολλά επιτεύγματά του στη συνέχεια της ζωής του, αλλά το κρίσιμο βήμα του, κι αυτό που μας ενδιαφέρει εδώ, είναι ότι ανάλυσε βήμα – βήμα αυτό που θα μπορούσε να ονομαστεί ανθρώπινη διανοητική διαδικασία υπολογισμών. Η ανάλυσή του αυτή υπήρξε ευφυέστατη, και από πολλές απόψεις (είτε το είχε συνείδηση είτε όχι) εντελώς Ταιηλορική.

Αυτή ήταν η καινοτόμα ιδέα και πρόταση του Turing: πως άπαξ και οποιοδήποτε υπολογισμός μπορεί να διαταχθεί με τέτοιον απλό τρόπο, μπορεί να γίνει από μια κατάλληλα φτιαγμένη μηχανή. Ακόμα πιο πέρα: άπαξ και οποιοσδήποτε συλλογισμός (οποιαδήποτε λογική σκέψη) μπορεί να διαταχθεί, μέσω κατάλληλων συμβόλων, σαν αναλυτικός υπολογισμός, τότε μια κατάλληλα φτιαγμένη μηχανή μπορεί να “σκεφτεί”. Η “Μηχανή Turing”, πολύ πριν υπάρξει με οποιαδήποτε υλική μορφή, υπήρξε μια ιδεατή σύλληψη με το κατάλληλο θεωρητικό έδαφος. Φυσικά, κανείς δεν διανοήθηκε να μιλήσει για “κουρελού, μεταμφιεσμένη σε επιστήμη”!!!

Μέρος Γ

Ο Ταίηλορ στην Καλιφόρνια

Η διαδρομή που πολύ συνοπτικά περιγράψαμε νωρίτερα διατάσσοντας την με τέτοιον τρόπο ώστε να περιστρέφεται γύρω απ’ τον Ταίηλορ, τον ταιηλορισμό και τη μηχανοποίηση της χειρωνακτικής εργασίας, είναι μια πολύ συγκεκριμένη ιστορικά διαδρομή. Στην καρδιά της βρίσκεται μια παράξενη σύντηξη, αυτή ανάμεσα στον συλ-λογισμό, τον ορθο-λογισμό και τον υπο-λογισμό, μια σύντηξη που έγινε (ιστορικά) με τέτοιο τρόπο ώστε να είναι γενικεύσιμη η μηχανική μεσολάβηση σε διανοητικές διαδικασίες.

Εύκολα προσέχει κανείς ότι και οι τρεις αυτές λέξεις / έννοιες, που έχουν διαφορετικά νοήματα, έχουν σαν κοινό συστατικό τη λέξη λογισμός. Η σύμπτωση δεν είναι προϊόν κάποιου παιχνιδιού.

Θα ήταν, άραγε, ανίερο, θα ήταν προσβλητικό, εάν υποστήριζε κανείς ότι “η σκέψη είναι μια μηχανή”; Ή, έστω, ότι οι δραστηριότητες του νου μπορούν να παρομοιαστούν με ηλεκτρομηχανικές; Η φράση “η σκέψη είναι μια μηχανή”, εάν τοποθετηθεί μέσα στο κατάλληλο περιβάλλον παραδοχών, έχει την δύναμη αξιώματος: εάν δεν διαψευστεί ισχύει.

Ωστόσο, το να πει κάποιος “η σκέψη είναι μια μηχανή” δεν είναι αρκετό. Θα πρέπει να αναλυθούν τα συστατικά της και ο τρόπος με τον οποίο δουλεύει. Σ’ αυτό το κρίσιμο σημείο τοποθετήθηκε εκείνο που λέγεται γλώσσα. Αν για τον Ταίηλορ οι κινήσεις του σώματος ήταν το υλικό που μελέτησε, ανάλυσε, μέτρησε και αναδιέταξε, για την ανάλυση της σκέψης το προς έρευνα, μέτρηση, αναδιάταξη “κινούμενο σώμα” (ή εργαζόμενο σώμα…) ήταν (έγινε) η γλώσσα. Η γλώσσα δίνει μορφή στην κίνηση της σκέψης. Μπορεί γλώσσα και σκέψη να μην ταυτίζονται απόλυτα. Όμως είναι σίγουρο ότι η “ανταλλαγή σκέψεων”, αυτό που ονομάζεται επικοινωνία, γίνεται μέσω της γλώσσας. Συνεπώς, η ανάλυση, τυποποίηση, “καταμέτρηση” της γλώσσας (των γλωσσών) και η ανασύνθεση / αναγωγή τους σε λειτουργίες μηχανής μπορεί κάλλιστα να έχει σαν στόχο εκείνον που είχε ο Ταίηλορ: την δημιουργία των βέλτιστων, δηλαδή γρηγορότερων και αποδοτικότερων διε-ργασιών νόησης.

Ο ίδιος ο Ταίηλορ, που δεν ασχολήθηκε ποτέ με τέτοια ζητήματα, είχε την διαίσθηση ότι αυτό που ονόμασε scientific management και εφάρμοσε στις χειρωνακτικές εργασίες θα μπορούσε να πάει μακρυά. Στην εισαγωγή του βιβλίου του γράφει:

Αυτή η αναφορά γράφτηκε με τρεις στόχους.
Πρώτον, να δείξει μέσα από μια σειρά απλών παραδειγμάτων, τις μεγάλες απώλειες που έχει ολόκληρη η χώρα εξαιτίας της αναποτελεσματικότητας σχεδόν στο σύνολο των καθημερινών μας ενεργειών.
Δεύτερο, να προσπαθήσει να πείσει τον αναγνώστη ότι η αντιστροφή αυτής της αναποτελεσματικότητας έγκειται στη συστηματική διαχείριση και όχι στην αναζήτηση κάποιων ασυνήθιστων ή σπάνιων ανθρώπων.
Τρίτον, για να αποδείξει ότι η καλύτερη διαχείριση είναι μια αληθινή επιστήμη, που βασίζεται σε ξεκάθαρους νόμους, κανόνες και αρχές, σαν θεμέλιά της. Και επιπλέον, να δείξει ότι τα βασικά στοιχεία της επιστημονικής διαχείρισης είναι εφαρμόσιμα σε όλα τα είδη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων, απ’ τις απλούστερες ατομικές πράξεις ως το έργο των μεγάλων επιχειρήσεών μας, που απαιτούν την πιο αποδοτική συνεργατικότητα. Και, σύντομα, μέσα από μια σειρά παραδειγμάτων, να πείσει τον αναγνώστη πως οπουδήποτε αυτά τα βασικά στοιχεία εφαρμόζονται σωστά, τα αποτελέσματα θα έρθουν· αποτελέσματα που θα είναι στ’ αλήθεια εντυπωσιακά.

Ελπίζω ότι θα γίνει καθαρά στους αναγνώστες ότι τα ίδια βασικά στοιχεία μπορούν να εφαρμοστούν σε όλες τις κοινωνικές δραστηριότητες: στη διαχείριση των σπιτιών μας· στη διαχείριση των κτημάτων μας· στη διαχείριση των εμπορικών μας εγκαταστάσεων, μικρών και μεγάλων· στις εκκλησίες μας, στα φιλανθρωπικά μας ιδρύματα, στα πανεπιστήμιά μας και στις κυβερνητικές υπηρεσίες μας.

Ξέρουμε το όνομα αυτής της διαδικασίας. Λέγεται αλγόριθμοι και είναι παντού όπου υπάρχουν και λειτουργούν οι πληροφορικές μηχανές.

Ένας απ’ τους διεθνώς γνωστούς σχολιαστές των τεχνοεπιστημονικών εξελίξεων, ο αμερικάνος Nicholas Carr έγραφε το 2008 μεταξύ άλλων (σε ένα άρθρο με τίτλο Μας κάνει η google ηλίθιους; που προκάλεσε έναν κάποιο ντόρο διεθνώς):

… Το σύστημα του Ταίηλορ είναι πάντα ανάμεσά μας… Χάρη στην αυξανόμενη επιρροή των μηχανικών υπολογιστών και των προγραμματιστών πάνω στη διανοητική ζωή μας, η ιδέες του Ταίηλορ έχουν αρχίσει να κυβερνούν τα μυαλά μας. Το Ίντερνετ είναι μια μηχανή σχεδιασμένη για την αποτελεσματική και αυτόματη συλλογή, μεταφορά και χειραγώγηση των πληροφοριών, και λεγεώνες προγραμματιστών έχουν αφιερωθεί στην εφεύρεση της “μίας ενιαίας μεθόδου” – του τέλειου αλγόριθμου – που θα διεκεπεραιώνει κάθε διανοητική διεργασία, οτιδήποτε έχουμε ιστορικά ονομάσει “διανοητική εργασία”….

Προφανώς δεν είναι ο κυβερνοχώρος, σαν τέτοιος, που υποκαθιστά την ικανότητά μας για συλλογισμούς. Είναι, όμως, το εντυπωσιακό πεδίο όπου η μηχανοποίηση των διανοητικών διεργασιών γενικά (και όχι μόνο εκείνου που θα ορίζαμε στενά σαν “εργασία”) επιδεικνύει τις δυνατότητές της. Η μέθοδος υποκατάστασης της ζωντανής σκέψης απ’ τη νεκρή είναι οι αλγόριθμοι – είχαμε αναλύσει πέρυσι αυτή τη διαδικασία.

Μπορούμε λοιπόν, χωρίς να κάνουμε λάθος, να εννοήσουμε το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων στις διανοητικές (αλλά και στις συναισθηματικές) διαστάσεις τους σαν ένα τεράστιο εργοτάξιο· το κοινωνικό εργοστάσιο. Ο Ταίηλορ που μπήκε σ’ αυτό για να βάλει “σε μια τάξη” τα πράγματα δεν ήταν βέβαια ένα άτομο (όπως δεν ήταν μόνος του ο ίδιος ο Ταίηλορ τότε). Ήταν η αφρόκρεμα πολλών επιστημονικών κλάδων, απ’ τον 19ο αιώνα ήδη, και χιλιάδες επώνυμοι και ανώνυμοι τεχνικοί. Η μετάβαση απ’ τον συλλογισμό στον υπολογισμό ξεκίνησε αθόρυβα και συνεχίζεται εδώ και μερικές δεκαετίες με πολύ μεγάλη επιτυχία.

Κι όπως συνέβη με τον Ταιηλορισμό σε σχέση με την χειρωνακτική εργασία, έτσι και τώρα, αλλά σε πολύ πιο μεγάλη κλίμακα, η διαδικασία μηχανοποίησης παράγει, υποχρεωτικά, ανειδίκευτους. Ένα εντελώς καινούργιο είδος ανειδίκευτων: ανειδίκευτους στη σκέψη. Ανθρώπους που ΔΕΝ μπορούν να κάνουν ολοκληρωμένους συλλογισμούς (αντί γι’ αυτό ανταλλάσουν διανοητικά clips πηδώντας από θέμα σε θέμα). Ανθρώπους που ΔΕΝ μπορούν να έχουν γενική διανοητική εποπτεία οποιουδήποτε θέματος, αλλά είναι ικανοί χειριστές των πληροφορικών μηχανών, που γίνονται όλο και πιο “έξυπνες”. Ανθρώπους που ΔΕΝ μπορούν να ξεμπλέξουν με την σκέψη τους κάτι, ακόμα και μέτριας συνθετότητας, αλλά “σκέφτονται” με απλές / απλοϊκές φόρμουλες.

Ο Mustafa Kayati έγκαιρα παρατήρησε:


Οι έννοιες και οι λέξεις της ριζικής κριτικής γνωρίζουν την ίδια τύχη με το προλεταριάτο: τις στερούν από την ιστορία τους, τις ξεκόβουν απ’ τις ρίζες τους. Έτσι γίνονται καλές μόνο για τις σκεψομηχανές της εξουσίας…

Μόνο που τώρα πια δεν πρόκειται μόνο για τις λέξεις και τις έννοιες της ριζικής κριτικής, αλλά ακόμα και για τις πιο καθημερινές σκέψεις, τις πιο “ταπεινές” διανοητικές διαδικασίες.

]]>
Translation Memory Automatic https://gameover.zp/2015/05/06/translation-memory-automatic/ Wed, 06 May 2015 11:02:40 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1459 Untitled-1

Η νύχτα είναι μία φράουλα.

Louis Penny

Πρόλογος

Σημείο 1ο

Τον Οκτώβρη του 2013, ως game over, είχαμε παρουσιάσει την εισήγηση για το ηλεκτρονικό προλεταριάτο. Πρόκειται, για όσους δεν είχαν την ευκαιρία να την παρακολουθήσουν, για την παρουσίαση μίας εργατικής έρευνας και των συμπερασμάτων της από εργατική σκοπιά, που διεξήχθη σε μορφή συνεντεύξεων σε εργατικές φιγούρες που κάνουν εκτενή και πολλές φορές μοναδική χρήση των νέων τεχνολογιών στις δουλειές τους. Δεν θέλουμε εδώ να την παρουσιάσουμε ξανά, μόνο να τονίσουμε πως το σημερινό θέμα, άπτεται αυτής ακριβώς της θεματολογίας, μέσω ενός πιο συγκεκριμένου παραδείγματος: τη δουλειά του μεταφραστή.

Ο μεταφραστής είναι ένα από τα επαγγέλματα που, όπως και ο αρχιτέκτονας, η γραμματέας, ο λογιστής, ακροβατεί ακόμα ανάμεσα στο παλιό και το νέο παράδειγμα. Αυτό σημαίνει πως ένα μεγάλο κομμάτι της δουλειάς του έχει μηχανοποιηθεί και ο ίδιος δουλεύει σχεδόν αποκλειστικά με τις νέες τεχνολογίες, hardware και software. Ωστόσο σε διάφορους τομείς είτε εξειδίκευσης, είτε της διαδικασίας της δουλειάς αυτής καθαυτής, συνεχίζει να μεταφράζει με τον «παλιό τρόπο».

Σημείο 2ο

Η παρούσα μικρή εκδήλωση θέλει να αποφύγει να σταθεί μόνο στο επάγγελμα του μεταφραστή και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του στο σήμερα. Περισσότερο μάλλον θεωρούμε, πως το επίπεδο αυτοματοποίησης της μεταφραστικής εργασίας αλλά και πρακτικής, και η ιστορία του με όρους ιστορίας των τεχνολογιών, αποκαλύπτει για ακόμα μια φορά τις αλλαγές που έχει υποστεί η αντίληψη για ένα εύρος βιωματικών τομέων της γνώσης, παραδείγματος χάριν τη γλώσσα, τη μνήμη και τη σκέψη.

Πάλι θα ανατρέξουμε σε δύο εκδηλώσεις του game over, αυτήν περί ψηφιοποίησης της μνήμης και την εκδήλωση γλώσσα και νέες μηχανές. Όσον αφορά την σκέψη, προσεχώς στο επόμενο φεστιβάλ του game over.

***

Η βασική ιδέα παραμένει η εξής: Η ιστορία κάλυψης αναγκών με νέα τεχνολογικά μέσα ξεκινάει από τον στρατό και επεκτείνεται στη γραφειοκρατία, περνάει πάνω από την εργασία, μέχρι να φτάσει σήμερα να καλύπτει κάθε πτυχή της καθημερινότητας, αγγίζοντας μέχρι και τις επιθυμίες. Διαδικασίες ριζωμένες στη βιωμένη γνώση, που αποτελούσαν αναπόσπαστα κομμάτια η μία της άλλης, καθώς και αλληλοτροφοδοτούσαν η μία την άλλη, ξεχωρίζονται με διαδικασίες που θυμίζουν ανατομία και ορίζονται ξανά για να χωρέσουν στην μηχανή. Ο χρήστης αυτών των μηχανών, στην εργασία και στην καθημερινότητα του, αδρανοποιεί σιγά σιγά οτιδήποτε μπορεί να αναθέσει στη μηχανή.

Με τη σταδιακή καθολικοποίηση της χρήσης της μηχανής, ένα εύρος διαδικασιών αφήνεται πίσω, ή αφήνονται πίσω ολόκληρα κομμάτια του. Είναι αυτή η εγκατάλειψη, η λήθη, η σωματική αδράνεια, που το game over αναγνωρίζει και σαν ηθελημένη κλοπή από τα πάνω. Ή τουλάχιστον σαν πρωτόγνωρα χρήσιμη για τον καπιταλισμό. Στο παράδειγμα των μεταφραστικών μνημών η αντίληψη για την γλώσσα και η κλοπή της μνήμης μέσα από τις μηχανές, είναι τουλάχιστον πρωτοφανής.

 

Από τη ζήτηση στη παγκόσμια αγορά _στη διαμόρφωση του νέου τεχνολογικού περιβάλλοντος.

Localization

 

Ποιες μεταφραστικές εργασίες αφορούν οι νέες τεχνολογίες μετάφρασης;

«Μη μιλάτε νοηματική και αυνανίζεστε ταυτόχρονα.
Εκτός αν μεταφράζεται κάποιο προεδρικό διάταγμα.»

(Όπου θα προσπαθήσουμε να σκιαγραφήσουμε τους τομείς μετάφρασης που έχουν αυτοματοποιηθεί σχεδόν πλήρως.)

Όπως αναφέραμε συνοπτικά παραπάνω, στην περίπτωση του παραδείγματος του μεταφραστή λογοτεχνίας, αυτός μεταφράζει ακόμα «με το χέρι». Χωρίς μουτζούρες βέβαια, μα ακόμα σβήνοντας και γράφοντας, ακολουθώντας τη σειρά και επιλέγοντας τις αποδόσεις/ λέξεις που είτε του αρέσουν είτε θεωρεί πως είναι οι κατάλληλες, χρησιμοποιεί το PC και το word, διαδικτυακά και ηλεκτρονικά λεξικά και forum, τεχνικές ηλεκτρονικής αποθήκευσης και αρχειοθέτησης, και τέλος πάντων ένα εύρος μηχανοποιημένων διαδικασιών.

Οι νέες τεχνολογίες ακόμα υπολείπονται στο να πετύχουν αυτόματες μεταφράσεις κάποιας ποιότητας στον τομέα της δοκιμιογραφίας, της λογοτεχνίας, της φιλοσοφίας κλπ. Ωστόσο, όπως και στο παρελθόν, ένα μεγάλο κομμάτι των μεταφραστών απασχολούνται σε εξειδικευμένους τομείς μετάφρασης (επιστημονικές, νομικές, τεχνογνωσίας, και ένα μεγάλο κομμάτι που αφορά τις νέες τεχνολογίες), όπου η χρήση μηχανών αυτόματης μετάφρασης είναι ο κανόνας. Για μία πιο γενική εικόνα, μεταφραστές έχουν δουλέψει πάνω:

  • Στη μετάφραση των εγχειριδίων (manual) για όλες τις γνωστές και άγνωστές μας συσκευές
  • Στη μετάφραση κειμένων που αφορούν περισσότερο ή λιγότερο τις ανά τον κόσμο και ανά τομέα γραφειοκρατείες
  • Στην μετάφραση ιατρικών κειμένων, εγχειριδίων, διαγνώσεων
  • Στη μετάφραση λιστών επιστημονικής ορολογίας κάθε είδους
  • Και τέλος, σε αυτό που θα μπορούσαμε να πούμε ενδοδιαδικτυακές και προγραμματιστικές μεταφράσεις, δηλαδή μεταφράσεις ιστοσελίδων, προγραμμάτων, βάσεων δεδομένων,
  • Και σε πολλούς άλλους τομείς που μπορούμε να φανταστούμε όταν ένα τυπωμένο ή διαδικτυακό κείμενο φτάνει στα χέρια μας ή στο PC μας.

Τα κοινά αυτών των μεταφράσεων είναι πολλά και αφορούν τόσο την αντίληψη για την μετάφραση όσο και την διαδικασία παραγωγής της: Πρόκειται για κείμενα στεγνά, με ορισμένη σύνταξη (που μπορεί ενδεχομένως να διαφέρει από αντικείμενο σε αντικείμενο), τυποποιημένα σχεδόν πλήρως σε συγκεκριμένα format, όπου η βάση τους και ο πυρήνας ενδιαφέροντος, είναι η ίδια η ορολογία.

Παράδειγμα:

Η μετάφραση μίας ιστοσελίδας δεν έχει παρά ελάχιστα συμφραζόμενα, όπου τουλάχιστον δεν είναι δομημένη σε σώμα κειμένου. Μπορεί να αφορά τις εντολές, τα κουτάκια, το about και το help. Το format της είναι ορισμένο, και μέσα σε αυτά τα όρια πρέπει να παρέμβει ο μεταφραστής, χωρίς καθόλου να μπορεί να το αλλάξει. Η ορολογία της είναι κοφτή και σύντομη (βλ πχ ελληνικό msn).

Τα κοινά αυτών των μεταφράσεων έχουν τον δικό τους τομέα εξειδίκευσης, τον πιο σύγχρονο και ευρύ τομέα απασχόλησης στη μετάφραση: Το Localization

Τι είναι το Localization;

Δεν θα μπορούσε να της ταιριάζει παρά μια άτσαλη είτε περιφραστική μετάφραση. Το Localization στα ελληνικά μεταφράζεται ως τοπικοποίηση, ή αλλιώς τοπική προσαρμογή. Στην πραγματικότητα ο όρος αναφέρεται σε ένα εύρος πραγμάτων, από τον «εντοπισμό» στις στρατιωτικές επιχειρήσεις, μέχρι και τα μαθηματικά ή την οικονομία. Κανείς δεν θα μπορούσε μάλλον να φανταστεί πριν την επιστημονική ανάλυση της γλώσσας, ότι θα αφορά μια μέρα και τον γραπτό λόγο.

Παραθέτουμε επακριβώς τον πιο λιτό και περιεκτικό, κατά τη γνώμη μας, ορισμό του Language Localization:

«Τοπικοποίηση της γλώσσας ονομάζεται η διαδικασία προσαρμογής ενός προϊόντος, που έχει ήδη προηγουμένως μεταφραστεί σε διαφορετικές γλώσσες, σε μία συγκεκριμένη χώρα ή περιοχή. Αποτελεί τη δεύτερη φάση μίας ευρύτερης διαδικασίας της μετάφρασης προϊόντων και της πολιτισμικής απόδοσης (για συγκεκριμένες χώρες, περιοχές και ομάδες) και αφορά στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που εμφανίζουν διαφορετικές αγορές, μία διαδικασία που ονομάζεται διεθνοποίηση και τοπικοποίηση.

Η τοπικοποίηση της γλώσσας διαφέρει από την μεταφραστική διαδικασία καθώς περιλαμβάνει μελέτη κατανόησης του πολιτισμού-στόχου έτσι ώστε να προσαρμόσει το προϊόν στις τοπικές ανάγκες.»

Wikipedia

Θα αφήσουμε τον ορισμό σε αυτό το σημείο, καθώς μάλλον εγείρει ήδη αρκετά το ενδιαφέρον και θα συνεχίσουμε με την επεξήγηση του.

Η τοπικοποίηση (της γλώσσας του προϊόντος), όπως αναφέρεται, αφορά τη δεύτερη φάση μίας ευρύτερης διαδικασίας, που όσο περίεργο και αν φαίνεται δεν είναι άλλη από αυτήν της παγκοσμιοποίησης (της γλώσσας του προϊόντος). Η διαδικασία είναι ανάποδη απ’ ότι θα μάντευε κανείς. Πρώτα σχεδιάζεται το προϊόν σε παγκόσμιο επίπεδο και μετά μεταφέρεται στο τοπικό. Αυτό σημαίνει πως για τη διάχυση των προϊόντων σε παγκόσμια κλίμακα, τα ίδια τα προϊόντα πρέπει να σχεδιάζονται με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο έχοντας υπόψιν τους αυτή την κλίμακα. Ο σκοπός είναι να μειωθεί το κόστος και να εξασφαλιστεί η ίδια ποιότητα σε κάθε περιοχή. Όπως λένε οι ειδικοί  «οργανώνεται για την στήριξη των διεθνών αγορών». Σε αυτήν την φάση, όλα όσα θα ακολουθήσουν, στην τοπικοποίηση δηλαδή, πρέπει να έχουν ήδη προβλεφθεί και υπολογιστεί, έτσι ώστε να μην παρουσιαστεί κανένα κόλλημα, όταν πχ το προϊόν έρθει στα χέρια του έλληνα καταναλωτή. Πρόκειται για μία κυκλική διαδικασία. Αυτή η διαδικασία και σχεδίαση περιλαμβάνει λοιπόν και την σχεδίαση του έλλογου, ας πούμε κομματιού του προϊόντος. Και καλεί ένα πολυπληθές εργατικό δυναμικό να δουλέψει στην επιμέρους αυτή φάση, ως μεταφραστές.

«… Τα τελευταία 15 χρόνια ο κλάδος των γλωσσικών υπηρεσιών έχει μεταμορφωθεί. Και από μια εμβρυϊκή μορφή, μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’90, έχει μετεξελιχθεί σ’ έναν κλάδο που προσφέρει εξειδικευμένες υπηρεσίες, οι οποίες είναι προσαρμοσμένες στις προδιαγραφές του κάθε πελάτη, δηλαδή, στην περίπτωσή μας, βιομηχανίες ή εταιρείες από κάθε κλάδο της αγοράς.

Η τεχνολογία άλλαξε, οι όγκοι άλλαξαν, απαιτείται εξειδίκευση, ταχύτητα για την κυκλοφορία προϊόντων στην αγορά, μεγαλύτερο value for money. Η γλώσσα και το περιεχόμενο (αγγλικά: content) ανοίγουν νέες αγορές, δημιουργούν ευκαιρίες για πώληση, και παρέχουν ανταγωνιστικό πλεονέκτημα».[1]

Όπως και στους περισσότερους τομείς εργασίας στις νέες τεχνολογίες, αυτό το εργατικό δυναμικό δεν είναι ενιαίο και ομοιογενές. Δεν έχει ούτε την ίδια γνώση της εργασίας που καλείται να φέρει εις πέρας, ούτε πληρώνεται το ίδιο κάθε φορά. Το μόνο που είναι σίγουρο είναι πως πρόκειται για μια δουλειά που γίνεται κατά κανόνα με το κομμάτι, με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση, ανάλογα την εταιρία που οργανώνει την ζήτηση. Μπορεί δηλαδή να αφορά την Mercedes ή την Microsoft, μπορεί όμως και να αφορά και μία ινδική εταιρία που πληρώνει 0,02 cent την λέξη.

Ο μεταφραστής στο localization μπορεί να δουλεύει σε γραφείο ή και στο σπίτι. Συνήθως όμως είναι διαρκώς online από το smartphone και το PC. Είναι σε διαρκή διαδικασία αναμονής, καθώς καλείται να ανταποκριθεί στην ζήτηση της εργασίας του μέσω mail σε χρονικά διαστήματα που η αποδοχή ή η απόρριψη της δουλειάς μπορεί να αφορά από δεκαπέντε λεπτά (και να πάρει άλλος την δουλειά) μέχρι μια μέρα. Δεν βλέπει σχεδόν ποτέ το μεγάλο ή το μικρότερο αφεντικό στο πρόσωπο. Μπορεί να είναι εντελώς ανειδίκευτος ή εξαντλητικά εξειδικευμένος. Και το σημαντικότερο. Η εργασία του καθορίζεται και διεκπεραιώνεται από την αρχή (το mail του) μέχρι το τέλος της, στον υπολογιστή, με τη χρήση προγραμμάτων αυτόματης μετάφρασης, που οργανώνουν από την ίδια τη διαδικασία της δουλειάς τους μέχρι και την κοστολόγησή της.

Μηχανές Αυτόματης Μετάφρασης και Μεταφραστικές μνήμες

Σύντομη Ιστορία

Οι προσπάθειες να φτιαχτεί μία μηχανή μετάφρασης χρονολογούνται από τα μέσα του 1930. Η πρώτη προσπάθεια που μοιάζει να ευοδώνεται ανήκει στην IBM και το πολυσυζητημένο (στους μεταφραστικούς κύκλους) πείραμα της Georgetown το 1954. Το μηχάνημα που παρουσιάζεται προκαλεί δημόσιο θόρυβο, και αργεί πολύ να αποδειχθεί ότι δεν λειτουργεί παρά στο ελάχιστο των προσδοκιών. Όπως λέγανε «μοιάζει περισσότερο με παιχνίδι», έτσι δεν έμοιαζαν στην αρχή οι περισσότερες μηχανές άλλωστε; Στρέφει ωστόσο το ενδιαφέρον προς την αυτόματη μετάφραση και συγκεκριμενοποιεί περαιτέρω τους στόχους της. Οι προσπάθειες να φτιαχτεί μία τέτοια μηχανή παίρνουν φωτιά το 1960 με τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην Αμερική και τη Σοβιετική Ένωση. Χρειάζονται, τότε, μία μηχανή που για το γλωσσικό ζεύγος αγγλικής-ρωσικής, και να μπορεί να αποδίδει αδρά νοήματα, επιστημονικών περιοδικών και τεχνικών εγγράφων, στην πάλη να ξεπεράσει ο ένας τον άλλον στην επιστημονική και τεχνολογική ανάπτυξη. Τα πειράματα συνεχίζουν ωστόσο να αποτυγχάνουν σε σχέση με τους στόχους που τίθενται. Έτσι και με μεγαλύτερη ψυχραιμία, το 1966, η ALPAC (Automatic Language Processing Advisory Committee) εκδίδει μία έκθεση που αναλογίζεται πως η ικανότητα της μηχανής να μεταφράζει θα αργήσει πολύ να φτάσει την ανθρώπινη. Πρέπει οι προσπάθειες να απομακρυνθούν για λίγο από το συνολικό σκοπό και να επιστήσουν την προσοχή τους στην δημιουργία εργαλείων, που θα βοηθήσουν τους μεταφραστές, όπως πχ αυτόματα λεξικά, τις σημερινές μεταφραστικές μνήμες. Σε αυτό το σημείο η Αμερική εγκαταλείπει τις προσπάθειες και τα πειράματα για περίπου μια δεκαετία. Ξανά, ο πρώτος τομέας που θα χρησιμοποιήσει κάτι σαν προγόνους των μηχανών και συστημάτων αυτόματης μετάφρασης, θα είναι ο στρατός και συγκεκριμένα η αμερικανική αεροπορία, και αργότερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή Κοινοτήτων. Και ο Καναδάς στα μετεωρολογικά δελτία. Στρατός και Γραφειοκρατία δηλαδή. Και ο Καναδάς.

Οι μηχανές αυτόματης μετάφρασης στο σήμερα

Η μηχανή που τελικά θα επιτύχει την αυτόματη μετάφραση, δεν είναι άλλη από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Σε αυτόν εγκαθίστανται σήμερα, τα προγράμματα αυτόματης μετάφρασης, με βασιλιά το Trados, που χρησιμοποιούνται ευρέως και οργανώνουν την εργασία του μεταφραστή.

Πρόκειται για προγράμματα ελεγχόμενου περιβάλλοντος -αν μπορείτε να φανταστείτε ένα Photoshop για μεταφραστές. Σε αυτό ο μεταφραστής δημιουργεί ένα project, ένα πακέτο μεταφράσεων (ένα ολόκληρο ας πούμε εγχειρίδιο) είτε μία μεμονωμένη μετάφραση. Στο Trados, το πιο εύκολο παράδειγμα πάει κάπως έτσι:

(VISUAL AID)

  1. Ο μεταφραστής φορτώνει το κείμενο-πηγή.
  2. Το κείμενο αυτόματα κατατέμνεται πρώτον με όρους format, δηλαδή επικεφαλίδες, bullets, κουτάκια
  3. και τους υπέρ-συνδέσμους στην περίπτωση των ιστοσελίδων και
  4. δεύτερον με όρους σύνταξης δημοτικού. Αριθμημένες προτάσεις, μικρές παράγραφοι, ουσιαστικά και ρήματα που στέκονται μόνα τους.

 Παραδείγματα

Έντυπο με το Πρόγραμμα ενός Συλλόγου για ένα Συνέδριο

1 Σύλλογος για το Συνέδριο Οδικής Ασφάλειας

2 Εκπαίδευση στην Οδική Ασφάλεια στα Εθνικά μας Ιδρύματα

3 Park Hotel, Δουβλίνο 6, Ιρλανδία, 23 Μαρτίου 2013

4 Ο Σύλλογος για το Συνέδριο Οδικής Ασφάλειας καλεί όλους τους…

5 Για περισσότερες πληροφορίες

6 Ατζέντα

7 12:00

8 14:00

17 Χρονολόγιο

23 Πρόγραμμα

Εντολές σε λογισμικό κινητού τηλεφώνου

 13 Αντιγραφή στο τηλέφωνο

14 Αντιγραφή στην SIM

15 Μετακινήθηκε, Αλλαγή Ονόματος

16 Μετακινήθηκε, Αλλαγή Ονόματος

17 Αριθμός πολύ μεγάλος

18 Όνομα πολύ μεγάλο

19 Αντικατάσταση υπάρχοντος

20 Αντικατάσταση;

 Αυτές οι αριθμημένες κατατετμημένες προτάσεις, που ονομάζονται segments, δηλαδή τμήματα, δε μεταφράζονται πάντα και ολόκληρες από τον μεταφραστή. Τις περισσότερες φορές αντικαθίστανται αυτόματα με τις μεταφρασμένες τους αντίστοιχες, λέξη προς λέξη. Τις λέξεις αυτές, του τις έχουν ήδη παρέχει οι εταιρείες σε μία Μεταφραστική Μνήμη.

Μεταφραστικές Μνήμες

Ας πάρουμε το παράδειγμα της Nokia: η Nokia, στο πλαίσιο που αναφέραμε, αυτό της παγκοσμιοποίησης στη σχεδίαση του προϊόντος, έχει, ήδη από πριν, προσλάβει έναν μεταφραστή για να μεταφράσει τις λέξεις που θα χρησιμοποιηθούν στο λογισμικό της συσκευής, από τα αγγλικά στα ελληνικά. Κάποιον που θα φτιάξει μία μεγάλη Μεταφραστική Μνήμη με τίτλο ας πούμε «Nokia Lumia 520» (τη μάρκα του κινητού). Έχει δηλαδή, προσλάβει ήδη έναν μεταφραστή για να φτιάξει το λεξικό της στα ελληνικά. Ο επόμενος μεταφραστής, θα πάρει έτοιμο το λεξικό του προηγούμενου, τη Μεταφραστική Μνήμη της Nokia. Αυτό που θα κάνει, είναι να φορτώσει την Μνήμη στο πρόγραμμα, το οποίο αυτόματα θα αντικαταστήσει όλες τις λέξεις με τις αντίστοιχες ελληνικές. Από την αγγλική στην ελληνική ορολογία. Ο μεταφραστής στο τέλος, θα κληθεί να κάνει απλά μια δουλειά τελικής επιμέλειας. Να ισιώσει λίγο από δω, να φτιάξει κανένα εκφραστικό, πάλι στα πολύ περιορισμένα πλαίσια του έτοιμου format και της γλώσσας της μηχανής. Δεν μπορεί δηλαδή να μεταφράσει το: Copy to SIM->Μήπως θα θέλατε να αντιγράψετε το όνομα της επαφής σας στην κάρτα SIM.

(Έτσι έχουν γεννηθεί άλλωστε και τα καλύτερα διαμάντια της αυτόματης μετάφρασης στα Windows, που με όρους απόδοσης της γλώσσας, είναι πραγματικά σαχλά.)

Συζητώντας με έναν μηχανολόγο, είναι για αυτόν ξεκάθαρο, ότι ποτέ καμιά μηχανή, όσο αυτοματοποιημένη και αν είναι η διαδικασία παραγωγής της, δεν φεύγει από το εργοστάσιο, αν δεν την τσεκάρει ανθρώπινο χέρι. Τα προγράμματα αυτόματης μετάφρασης αντικαθιστούν, με μία παρόμοια αντιστοιχία, τον μεταφραστή (είτε μεταφραστή λεξικού λέξη προς λέξη, είτε) με έναν επιμελητή τελικής φάσης, απόλυτα ελεγχόμενο από το περιβάλλον μέσα στο οποίο δουλεύει. Ο έλεγχος αυτός είναι διπλός. Από τη μία αφορά την προσαρμογή του στο πρόγραμμα, από την άλλη, όλη η εργασία του ελέγχεται από τα αφεντικά του από την αρχή μέχρι το τέλος της. Στο δεύτερο κομμάτι, η συζήτηση για το πώς αυτό έχει υποτιμήσει την εργασία του, τον έχει καταστήσει επί της ουσίας ανειδίκευτο μπροστά στο χειρισμό της μηχανής, και πως αυτός διαρκώς υπάγεται σε επιτήρηση και μέτρημα, δεν είναι επί της παρούσης. Οι μηχανές αυτόματης μετάφρασης και οι μεταφραστικές μνήμες δεν αλλάζουν και επανακαθορίζουν μόνο την γνώση του μεταφραστή-μάστορα (αν δεν ήταν χοντροκομμένο να το πούμε έτσι), αλλά δείχνουν κατευθύνσεις για τους αυτοματισμούς στην γλώσσα, τις αποθήκες μνήμης, και την κατάτμηση της σκέψης στη μετάφραση, μέχρι αυτή να φτάσει να είναι μία απόλυτα αυτόματη διαδικασία.

 

Γλώσσα και μνήμη: Η καθολική γλώσσα της μηχανής και η κλεμμένη μνήμη

Για άλλη μια φορά, το όραμα για μια καθολική γλώσσα προηγείται

Όσοι θεωρητικοί και ειδικοί επί των τεχνολογιών αυτόματης μετάφρασης παρουσιάζουν τα νέα αυτά ευρήματα, τείνουν πάνω στον ενθουσιασμό τους, όπως πολλοί επιστήμονες πάνω από την καινούρια εφεύρεση, να καταφεύγουν σε θέσεις – οράματα πανανθρωπισμού.

Η μεταφραστική εργασία ήταν ένα πολύ εύκολο πεδίο για να εξυμνηθεί αυτός ο παναθρωπισμός, με δεδομένο πως ο στόχος ήταν πάντα η διάχυση των γλωσσών και του λόγου. Τα think tank-εταιρίες (όχι πια με αμιγώς στρατιωτικούς ή κρατικούς σκοπούς, όπως είχαν ας πούμε αυτοί που εξέδωσαν την έκθεση ALPAC, αλλά περισσότερο προσανατολισμένοι στην αγορά), δεν αποτελούν εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα. Πρόκειται για αυτούς που διαχειρίζονται τα μεγαθήρια των διαδικτυακών μεταφραστικών μνημών-βάσεων δεδομένων, τα προγράμματα, και τη διακίνηση της φαινομενικά free lance εργασίας των μεταφραστών.

Για τον μεταφραστή χρησιμοποιείται πολύ συχνά η εξής μεταφορά: Μία φιγούρα που στέκεται απέναντι από τον πύργο της Βαβέλ και προσπαθεί να βγάλει άκρη. Αυτή η μεταφορά αποκάλυπτε σε όσους έχουν δουλέψει ως μεταφραστές, τον πλούτο και τη μαγεία που έκαναν ενδιαφέρουσα τη δουλειά ακόμα και στις πιο τεχνοκρατικές εκδοχές της. Όντως, πολλές φορές η κατάλληλη λέξη έκρυβε μέσα της την ιστορία των πολιτισμών και την καλύτερη κατανόησή τους. Τα think tank που αναφέραμε παραπάνω, κατάφεραν να προβληματοποιήσουν αυτήν τη μεταφορά με όρους αποτελεσματικότητας της εργασίας. Οι μεταφράσεις που πρέπει να παράγουμε πρέπει να έχουν ένα κοινό υπόβαθρο, που να διασφαλίζει, πρώτον την αποτελεσματικότητά τους, και δύο, την ποιότητα τους. Πρέπει επίσης να χρησιμοποιούμε «κοινές αποθήκες λέξεων», αν μπορούσαν να τις πούνε έτσι, στις οποίες θα ανατρέχουμε κάθε φορά. Αυτή η κοινή πλατφόρμα θα μπορούσε, λέγανε ρομαντικά, να είναι μία κοινή πανανθρώπινη γλώσσα με αξιώσεις κιόλας ειρηνευτικής δύναμης ανάμεσα στους λαούς. Κάτι σαν τα αποτυχημένα Esperanto. Αυτές οι κοινές αποθήκες λέξεων, θα μπορούσαν να είναι ένα σύστημα οργανωμένο πάνω σε αυτήν την κοινή πλατφόρμα, κάτι σαν μία μεγάλη παγκόσμια βιβλιοθήκη για μεταφραστές.

Αυτή η κοινή πλατφόρμα εν τέλει υλοποιήθηκε στη γλώσσα της μηχανής. Δεν αφορούσε την αποτελεσματικότητα και την ποιότητα γενικά και αόριστα, αλλά προσπαθούσε να τα διασφαλίσει σε μια παγκόσμια αγορά που ζητούσε πλέον και την οργάνωση των μεταφράσεων. Η θεωρία του localization ήταν που επέτρεψε να βρεθεί τελικά, ένας τρόπος να σχεδιάζεται το προϊόν ενιαία και να συμπεριλάβει και την γλώσσα. Οι λέξεις σε αυτήν τη γλώσσα, τη γλώσσα του παγκόσμιου εμπορεύματος, δεν είναι παρά σύμβολα προς τοποθέτηση σε προδιαγεγραμμένες διαδικασίες. Η ενιαία σχεδίαση του προϊόντος ήταν η κοινή παγκόσμια σύνταξη, όπου τα συμφραζόμενα παραμένουν καθαρά και συγκεκριμένα για κάθε καταναλωτή, εμπορευμάτων ή υπηρεσιών, και οι λέξεις μονοσήμαντες περισσότερο από ποτέ.

Γλωσσικά Συστήματα και Πληροφορία

Δουλειά του μεταφραστή είναι να αποδεσμεύσει στη δική του γλώσσα την καθαρή εκείνη γλώσσα που βρίσκεται στη μαγική εξουσία μίας άλλης, να απελευθερώσει τη γλώσσα που είναι φυλακισμένη σε ένα έργο αναδημιουργώντας το.

Για να γίνουν όλα αυτά, έπρεπε να προηγηθεί, εκτός από τα πειράματα για τις μηχανές μετάφρασης ή την παγκόσμια θεώρηση της γλώσσας του εμπορεύματος, μια γενικότερη θεωρία τόσο για τις μηχανές, όσο και για τη γλώσσα, που χρονολογείται πολύ πιο πίσω ή και παράλληλα.

Η ανάγκη να εννοηθούν οι γλώσσες ως συστήματα ήταν σε πρώτο βαθμό μια ανάγκη για να διευκολυνθεί η μελέτη τους. Έχουμε, στην εκδήλωση γλώσσα και νέες μηχανές, εξιστορήσει πώς η βάση που τέθηκε από διανοούμενους και επιστήμονες της εποχής του Levi Strauss και του Chomsky, αξιοποιήθηκε από τους ειδικούς των νέων τεχνολογιών στη μηχανοποίηση της γλώσσας. Πρόκειται για μία βάση θεωρητική που φαντάστηκε το πέρασμα της θέασης της γλώσσας από θεωρία σε σύστημα, σε μαθηματικά και τέλος σε μηχανή.

Όσο έτρεχαν αυτές οι διαδικασίες που θα θεμελίωναν μία νέα αντίληψη για τη γλώσσα, παράλληλα κινούνταν και οι πειραματισμοί για τους πρώτους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Οι θεωρητικοί από αυτήν την μεριά, είχαν ήδη κατασκευάσει την ιδέα της πληροφορίας. Πρόκειται για την ελάχιστη νοηματική μονάδα, αυτό που άλλοτε το σχολείο μας μάθαινε σαν λέξη. Έτσι, τα κείμενα που φιλοξενούνται στο διαδίκτυο, αλλά και σχετίζονται με την κυκλοφορία του εμπορεύματος, αντιμετωπίζονταν επί της ουσίας σαν σύνολα πληροφορίας σε κειμενική μορφή.

Αυτή η γλώσσα που περιγράψαμε λοιπόν παραπάνω, αυτή που ο μεταφραστής στις αυτόματες μηχανές μετάφρασης δομεί σε λεξικά ή επιμελείται, είναι η γλώσσα του εμπορεύματος, της γραφειοκρατίας, της επικοινωνίας μέσα από τις νέες μηχανές. Είναι μία γλώσσα πρώτα παγκόσμια, και δομημένη σε σύνολα πληροφορίας. Είναι μια γλώσσα εύληπτη και μονοσήμαντη. Είναι μία γλώσσα που λειτουργεί ως κομμάτι του παγκόσμιου κεφαλαίου, χρηστική, παραγωγική και αποτελεσματική. Η κακή της μετάφραση θα ήταν μπλοκάρισμα στη γραμμή παραγωγής, θα μπορούσε να είναι μορφή σύγχρονου σαμποτάζ.

Μεταφραστική μνήμη / Μνήμη του Μεταφραστή

Οι Μεταφραστικές Μνήμες, είναι οι αποθήκες αυτών των ελάχιστων νοηματικών μονάδων, της πληροφορίας των λέξεων. Είναι τα συστήματα ταξινόμησης και αρχειοθέτησής τους. Είναι τα λεξικά του σήμερα, όπου δεν χρειάζεται επεξήγηση, παρά αντιστοιχίες νοημάτων. Οι μεταφραστικές μνήμες είναι αυτές ακριβώς οι αποθήκες μνήμης που περιγράφαμε στην εκδήλωση για την ψηφιοποίηση της μνήμης. Επίσης δεν είναι μνήμες του μεταφραστή, έστω του μεταφραστικού προγράμματος, είναι μεταφραστικές μνήμες, μνήμες που μεταφράζουν, καθώς αντικαθιστούν από μόνες τους τις λέξεις.

Πρόκειται περί άλματος σε σχέση με την αντίληψη της κεντρικότητας της μνήμης στη μετάφραση. Ο μεταφραστής του παρελθόντος αντιλαμβανόταν τη μνήμη του σαν το πιο πολύτιμο εργαλείο του, ποτέ δεν θεωρούσε όμως πως ήταν το μόνο που χρειαζόταν. Και σίγουρα δε θεωρούσε πως το λεξικό ήταν ο τόπος και ο χρόνος της. Αντίθετα, αντιλαμβανόταν τη μνήμη σαν μνήμη βιωματική, μνήμη της γλώσσας, κριτική σκέψη και υποκειμενικότητα μαζί. Ήταν αυτή του η δυνατότητα να αντιλαμβάνεται την γλώσσα και τη μνήμη μαζί, τον ιστορικό χρόνο ανάποδα και ταυτόχρονα, που τον έκανε καλό ή κακό στη δουλειά του και του τραβούσε εξαρχής το ενδιαφέρον. Επίσης, κάτοχος της μνήμης του δεν ήταν ούτε το λεξικό, ούτε και το αφεντικό του. Όλες οι διεργασίες της μετάφρασης, ήταν καλά κρυμμένες στο κεφάλι του ή τα γραπτά του, διέφεραν από μεταφραστή σε μεταφραστή, και ήταν αυτοί οι υποκειμενισμοί που δημιουργούσαν ολόκληρες σχολές μετάφρασης, κριτικές, και πηγαίνανε μπροστά τη γλώσσα, ειδικά στο κομμάτι της λογοτεχνίας.

Η μνήμη του μεταφραστή τείνει να αντικατασταθεί από τη μνήμη της μηχανής που χειρίζεται και την μνήμη του διαδικτύου, όταν τη διοχετεύει διαρκώς σε αυτό μέσω forum – εθελοντικής εργασίας «για το καλό του μοιράσματος μέσα στην κοινότητα». Η μνήμη αυτή δεν ανήκει σε αυτόν, παρά σε ελάχιστες περιπτώσεις, αφού συνήθως παραδίδεται αυτούσια στο αφεντικό το οποίο τη χρησιμοποιεί και συνεχίζει να βγάζει αξία από αυτήν. Η γλώσσα του είναι ένα μάτσο λέξεις, και η κονσέρβα που τις συγκεντρώνει είναι ακόμη φτωχότερη από το λεξικό. Είναι ένα λεξικό συνωνύμων ορολογίας. Και η εργασία του είναι μία διαρκής αναμονή, μία επαναληψιμότητα κινήσεων -η ίδια επαναληψιμότητα που διακήρυσσαν ότι θα σταματήσουν οι αυτόματες τεχνολογίες μετάφρασης.

 

[1]     Εισήγηση με τίτλο προκλήσεις του σήμερα για τους μεταφραστές, στη “2η συνάντηση για τη μετάφραση”, 31 Μάη 2013, Αθήνα. Αναδημοσίευση αποσπάσματος από το περιοδικό Sarajevo, τεύχος 78

 

]]>
Εισήγηση: Γλώσσα και νέες μηχανές _μηχανοποίηση της γλώσσας https://gameover.zp/2014/10/25/%ce%b3%ce%bb%cf%8e%cf%83%cf%83%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%bd%ce%ad%ce%b5%cf%82-%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%ad%cf%82_%ce%bc%ce%b7%cf%87%ce%b1%ce%bd%ce%bf%cf%80%ce%bf%ce%af%ce%b7%cf%83%ce%b7/ Sat, 25 Oct 2014 15:03:30 +0000 http://gameoversite.gr/?p=1316 Σήμερα φόρεσα ένα
ζεστό κόκκινο αίμα
σήμερα οι άνθρωποι μ’ αγαπούν
μια γυναίκα μου χαμογέλασε
ένα κορίτσι μου χάρισε ένα κοχύλι
ένα παιδί μου χάρισε ένα σφυρί

Σήμερα γονατίζω στο πεζοδρόμιο
καρφώνω πάνω στις πλάκες
τα γυμνά άσπρα ποδάρια των περαστικών
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κανείς δεν τρομάζει
όλοι μείναν στις θέσεις που πρόφτασαν
είναι όλοι τους δακρυσμένοι
όμως κοιτάζουν τις ουράνιες ρεκλάμες
και μια ζητιάνα που πουλάει τσουρέκια
στον ουρανό

Δύο άνθρωποι ψιθυρίζουν
τι κάνει, την καρδιά μας καρφώνει;
ναι, την καρδιά μας καρφώνει
ώστε λοιπόν είναι ποιητής

Μίλτος Σαχτούρης, Τα δώρα

 

Περιγράφοντας ένα πέρασμα

Εισαγωγή

«Τη ‘γλώσσα’ μπορούμε να την προσεγγίσουμε μόνο μέσω του ‘λόγου’, ξεπερνώντας με ένα βήμα αφαίρεσης την ατομική ποικιλία, θα μας πει ο Saussure. […] Σκοπός της θεωρητικής γλωσσολογίας είναι να διατυπώσει μια θεωρία της δομής και των λειτουργιών της γλώσσας. Αντίθετα, η εφαρμοσμένη ενδιαφερόταν πάντοτε για τις πρακτικές εφαρμογές που θα μπορούσε να έχει η θεωρητική έρευνα της γλώσσας και των γλωσσών – μέχρι να αρχίσει να αναπτύσσει και αυτή τη δική της θεωρία.»

Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, Γενική Γλωσσολογία

Με την εμφάνιση των υπολογιστών δημιουργείται ήδη από πολύ νωρίς η ανάγκη για μία computer compatible γλώσσα, δηλαδή για μία εφαρμόσιμη στη νέα μηχανή γλωσσολογική θεωρία. Πρέπει άμεσα ο ίδιος ο ανθρώπινος λόγος να χωρέσει στη μηχανή, να διαμεσολαβείται από αυτήν ο διάλογος, να αναπαράγεται από την μηχανή, διαδικασίες που σήμερα ως χρήστες βιώνουμε ως αυτόματες και μαγικές. Τέτοια παραδείγματα ξεκινούν από το word και τα chat και φτάνουν μέχρι τους αυτόματους πωλητές. Για τις ανάγκες αυτές αρχίζει να γεννάται περίπου τη δεκαετία του ’50 ένας καινούριος επιστημονικός κλάδος για τη γλώσσα, η υπολογιστική γλωσσολογία, για να φέρει εις πέρας όλα τα παραπάνω και πολλά ακόμα. Αυτός ο κλάδος δεν εμφανίστηκε από το πουθενά, παρά βασίστηκε στις ήδη θεμελιωμένες θεωρίες για τη γλώσσα, αρχίζοντας σιγά-σιγά να χτίζει κι αυτός τη δική του θεωρία.

Με την εισήγηση αυτή θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε πως η θεωρητική γλωσσολογία έθεσε τις βάσεις για την ανάπτυξη αυτού του σύγχρονου κλάδου, της εφαρμοσμένης υπολογιστικής γλωσσολογίας. Αυτό το πέρασμα θα το δούμε μέσα από το παράδειγμα δύο γλωσσολόγων που καλύψανε ο καθένας με τον τρόπο του βασική απόσταση για να χωρέσει η γλώσσα στη μηχανή, με χρονολογική απόκλιση έξι δεκαετιών ο ένας από τον άλλο. Τέλος, θα μιλήσουμε για την υπολογιστική γλωσσολογία αυτή καθαυτή, μέσα από τους ήδη εκπληρωμένους και μη στόχους της απέναντι στη γλώσσα.

Το θέμα που πιάνουμε σήμερα είναι μόνο ένα μικρό ερέθισμα για το ζήτημα της γλώσσας στις νέες μηχανές μέσα από δύο κεντρικές θεωρίες που προηγούνται της μηχανοποίησης της. Ως game over επιφυλασσόμαστε να κοιτάξουμε πολλές ακόμα από τις πτυχές και τις κλοπές στη γλώσσα στο μέλλον. Για τη διάσωση και του α-μήχανου λόγου λοιπόν, λίγα και ενδιαφέροντα και μόνο για αρχή.

Μηχανοποίηση της γλώσσας

Λίγα πρώτα λόγια

Ο κλάδος της υπολογιστικής γλωσσολογίας είναι που καθιστά εφικτή την μηχανοποίηση της γλώσσας. Όπου μηχανοποίηση της γλώσσας, ονομάζουμε το σύνολο της επεξεργασίας της ανθρώπινης γλώσσας με σκοπό αυτή να χωρέσει στις νέες μηχανές.

Οι υπολογιστικοί γλωσσολόγοι, οι ειδικοί που έχουν επωμιστεί το ανωτέρω έργο έπρεπε, και πρέπει ακόμα πιο εξονυχιστικά, να επιτύχουν συνοπτικά τρεις σκοπούς απέναντι στην ανθρώπινη γλώσσα.

Έπρεπε να την περιγράψουν, να την τεχνολογήσουν και τέλος, έπρεπε να δώσουν στην ίδια τη μηχανή τη δυνατότητα να «παράγει» λόγο. Για τα πρώτα δύο η υπολογιστική γλωσσολογία είχε ήδη μπροστά της μεγάλο κομμάτι έτοιμης δουλειάς από την ίδια την κλασική γλωσσολογία.

Συνοπτικά για αυτά τα τρία και για το πώς θα τα δούμε εδώ:

Η περιγραφή της γλώσσας έγινε πάνω σε ένα κλασσικό μοτίβο, που στο game over έχουμε συναντήσει παραπάνω από συχνά στις συζητήσεις μας. Την κατάτμηση της σε κομμάτια που μπορείς να κοιτάξεις έξω από τα συμφραζόμενα τους, με μία ταιηλορική διαδικασία. Αυτή η διαδικασία ξεκινά από πολύ νωρίς, από τα πρώτα ιερά τέρατα της θεωρητικής γλωσσολογίας. Εδώ θα στηρίξουμε πως η πιο βασική τομή για να γίνουν εφικτές περαιτέρω κατατμήσεις συντελείται με κεντρική τη θεωρία του Ferdinand de Saussure.

Η τεχνολόγηση της, δεν είναι παρά η προσπάθεια να ξαναγραφτεί αυτή με τέτοιο τρόπο, ώστε να μπορούν να την κατανοήσουν και να την μιμηθούν οι υπολογιστές. Σα μαθηματικά δηλαδή. Αργότερα αυτό έγινε εφικτό με το φιλτράρισμα της γλώσσας από αλγορίθμους που εφαρμόζονται τελικά στο σήμερα για ένα εύρος πολύ ειδικών σκοπών. Ξεκινά και αυτό από την θεωρητική γλωσσολογία. Ο πρώτος γλωσσολόγος που καταφέρνει να αντιμετωπίσει την γλώσσα κατά τέτοιο τρόπο, δηλαδή σαν καθαρά θετική επιστήμη είναι ο Noam Chomsky.

Τέλος, η παραγωγή της ήταν ένα άμεσο ζητούμενο εξαρχής, η δυνατότητα δηλαδή του ίδιου του υπολογιστή να παράγει λόγο κατανοητό σε τέτοιο βαθμό που ο άνθρωπος να μην μπορεί να καταλάβει τη διαφορά ανάμεσα στον ανθρώπινο λόγο και το λόγο της μηχανής. Σε αυτό δε θα σταθούμε καθόλου εδώ – και οι υπολογιστικοί γλωσσολόγοι έχουν ακόμα πολύ δρόμο να κάνουνε.

Καμμία από τις τρείς αυτές βασικές διαδικασίες δεν μπορεί να ειδωθεί ξεχωριστά όσον αφορά την εφαρμογή στις νέες μηχανές. Αντίθετα, τελούν και οι τρεις σε άμεση και ταυτόχρονη σχέση εξάρτησης αναμεταξύ τους, δεν εξελίσσονται πλέον γραμμικά, πρώτη δεύτερη και τρίτη, αλλά παράλληλα, μέσω του κλάδου της υπολογιστικής γλωσσολογίας , ή πιο ενδιαφέρον στα αγγλικά, του Natural Language Processing (Επεξεργασία Φυσικής Γλώσσας), γνωστού και ως NLP, για τον οποίο θα μιλήσουμε αναλυτικά στο τέλος.

Κατάτμηση της γλώσσας

Τι εννοούμε με την έννοια της κατάτμησης

Οι γλωσσολόγοι είχαν ήδη από πολύ νωρίς αντιληφθεί την περιγραφή της γλώσσας σαν μία διαδικασία κατάτμησης. Ένα κοίταγμα από το μικρότερο στο μεγαλύτερο, από το ειδικό στο γενικό. Για να γίνει πιο σαφές, μία απλή κατάτμηση είναι ο τρόπος που επικρατεί μέχρι σήμερα στο πως μαθαίνουμε γλώσσες, από την μητρική μας μέχρι τις παθητικές ξένες, όταν περνάμε την πόρτα του σχολείου. Η αντίληψη αυτή λέει πως μέσα από την κατανόηση (και την ορθότητα) των μικρότερων μονάδων που αποτελούν ένα σύνολο, μία πρόταση ένα κείμενο κλπ, μπορεί κανείς να συνθέσει ήδη από την πρώτη παιδική ηλικία ένα όλον, που να βγάζει νόημα και να μην είναι λάθος, γραμματικά ή συντακτικά.

Για να το καταφέρουν αυτό οι γλωσσολόγοι, και αργότερα να περάσει και στη σχολική παιδεία, εντοπίσανε και ορίσανε με φαινομενικά λογικές διαδικασίες τέτοια μικρότερα κομμάτια, τους φθόγγους και τα φωνήεντα, τις συλλαβές και τη στίξη, που κάποια συναντάμε αυτούσια στην γραμματική και τη σύνταξη. Μέσα στην ανάλυση τους ωστόσο, είχανε ήδη ξεκινήσει την κατάτμηση πολύ πριν φτάσουν σε ένα φωνήεν α, με συγκεκριμένες ιδιότητες και χρήση, ανακαλύπτοντας ένα τεράστιο εύρος διακρίσεων και διαφορών τμημάτων της γλώσσας. Οι διαχωρισμοί αυτοί τους χρησίμευαν  στην πιο αναλυτική μελέτη της γλώσσας από μέσα προς τα έξω και δεν τους συναντά κανένας από εμάς, σε κανένα σημείο της σχολικής του ζωής, και της ζωής του γενικότερα, εκτός αν επιλέξει να ασχοληθεί με το αντικείμενο. Πχ Οι γλωσσολόγοι είχαν χωρίσει το επικοινωνιακό σύστημα γλώσσα σε γλώσσα, λόγο και ομιλία, βγάζοντας ένα εύρος θεωρίες για αυτήν τους την κατάτμηση, είχανε διακρίνει τη γλώσσα σε μορφή και ουσία κλπ. Αργότερα χωρίσανε σε μέρη του λόγου, υποκείμενα, ρήματα αντικείμενα και μελετήσανε αντίστοιχα τις ιδιότητες τους. Με αυτό τον τρόπο καταφέρανε να αποκαλύψουν τους μηχανισμούς βάσει των οποίων λειτουργεί και σχηματίζεται πχ μία πρόταση.

Ο βασικότερος ωστόσο διαχωρισμός, πάνω στον οποίο και βασίστηκαν και έγιναν επιτρεπτά όλα τα παραπάνω ανήκει στον Ferdinand de Saussure. Αν και πλέον αυτονόητος στη γλωσσολογία, ο διαχωρισμός του Saussure είναι, όπως τα μεγαλύτερα των θεωρητικών ευρημάτων, καλά κρυμμένος από την σχολική καθημερινότητα μέχρι την υπολογιστική χρήση της γλώσσας. Πρόκειται για τον διαχωρισμό σημαίνον – σημαινόμενο.

Γλώσσα Σύστημα – Διαχωρισμός Σημαίνον Σημαινόμενο

Γλώσσα Σύστημα

Ή πώς για πρώτη φορά η γλώσσα αποκολλάται από τον ομιλητή

Ο Ferdinand de Saussure παρουσιάζει ως κύκλο μαθημάτων στη Γενεύη, τα έτη 1906-1907, 1908-1909, 1910-11, τα Μαθήματα Γενικής Γλωσσολογίας. Σε αυτά τα μαθήματα διατυπώνει τις βασικές του θεωρίες για πρώτη φορά ολοκληρωμένες σε μια προσπάθεια να χτίσει μία γενική θεωρία για τη γλώσσα. Τα μαθήματα αυτά διασώθηκαν μέσω των σημειώσεων των φοιτητών του.

Ο Saussure περιγράφει για πρώτη φορά σε αυτά τα μαθήματα τη γλώσσα ως σύστημα, δηλαδή σαν ένα οργανωμένο σύνολο σχέσεων. Αυτό όχι μόνο θα του επιτρέψει να προχωρήσει παρακάτω, αλλά θα σπρώξει μαζί του ολόκληρη τη γλωσσολογία μέχρι σήμερα και θα θέσει τον πυρήνα του στρουκτουραλισμού του 20ου αιώνα.

Τι σημασία έχει για αυτήν την εισήγηση αυτή η αντίληψη;

«Μία γλώσσα αποτελεί ένα σύστημα […] Το σύστημα αυτό είναι ένας περίπλοκος μηχανισμός. Δεν μπορεί κανείς να την δαμάσει παρά μόνο με τη σκέψη. Κι αυτοί οι ίδιοι που κάνουν χρήση αυτού του μηχανισμού, τον αγνοούν βαθύτατα. […]»

Σύμφωνα με τον Saussure η γλώσσα είναι ένα σύστημα, δηλαδή ένα οργανωμένο πλέγμα σχέσεων στοιχείων αναμεταξύ τους. Για να μπορέσει κανείς να την αναλύσει πρέπει να σταθεί στις σχέσεις των στοιχείων μεταξύ τους και να τα ορίσει ανάλογα με αυτές τις σχέσεις. Τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να ειδωθούν και να κατανοηθούν ξεχωριστά. Αυτά συνοπτικά για το πώς εννοούσε το σύστημα. Βάσει αυτής του της θέσης ο Saussure ξεκινά να επιδίδεται σε ένα εύρος διαχωρισμών και κατατμήσεων, να βάζει δηλαδή σε τάξη και να ορίζει τα στοιχεία αυτά και τις σχέσεις μεταξύ τους.

Δεν θα σταθούμε στο πως περιέγραψε ο Saussure αυτό το σύστημα, πρώτον γιατί θα άνοιγε ζητήματα καθαρά του αντικειμένου της γλωσσολογίας και δεύτερον γιατί δεν είναι αυτό που αφορά την εισήγηση, όσο το δεύτερο σημείο που ακολουθεί τη θέση αυτή: Η γλώσσα είναι σύστημα – που αγνοείται από τον ομιλητή της. Ο ομιλητής μπορεί να χρησιμοποιεί τη γλώσσα, αγνοεί ωστόσο το περίπλοκο σύστημα που κρύβεται πίσω από αυτήν του τη χρήση, τη λειτουργία του. Το πρώτο και άμεσο αποτέλεσμα αυτής της σκέψης του Saussure είναι η απομάκρυνση του υποκειμένου, (για τον γλωσσολόγο πρόκειται για το άτομο – ομιλητή, που μονολογεί τη γλώσσα του) άλλα και για ολόκληρα κοινωνικά σώματα που μοιράζονται το λόγο, από την γνώση της γλώσσας του/τους. Το δεύτερο αποτέλεσμα κοιτάει προς τον νέο ειδικό – αυθεντία που δημιουργείται. Ο γλωσσολόγος, ο καθ’ ύλην αρμόδιος επιστήμονας επί της γλώσσας, αναλαμβάνει διπλό ρόλο. Ένα να περιγράψει αυτό το σύστημα και δύο να μπορέσει να το διδάξει στον αδαή ομιλητή1. Για πρώτη φορά η γλώσσα νοείται σαν κάτι που ξεπερνά το υποκείμενο που την μιλάει, και χωράει επιστημονικής διερεύνησης, τοποθετείται έτσι στο μικροσκόπιο της επιστήμης. Η ανατομία, και σε δεύτερο χρόνο οι χειρουργικές τομές στα όργανα της γλώσσας και τις χρήσεις τους, πατάει πρώτα πάνω στην αντίληψη του συστήματος.

Για εμάς είναι προφανές πως οι ομιλητές, από την παιδική ηλικία μέχρι το τραγούδι την ποίηση τον διάλογο, έχουν πλήρη την επίγνωση της γλώσσας τους, όχι σαν ένα σύστημα που επιλέγουν κάθε φορά να συνθέσουν και να χρησιμοποιήσουν, αλλά μέσα από το κοινωνικό βίωμα της χρήσης της γλώσσας. Όπως δηλαδή είχαν και του σώματος τους, των ασθενειών και των χαρών του, χωρίς να γνωρίζουν τις βασικές θέσεις της ιατρικής για αυτό, το πώς πχ συνδέεται το μυαλό με το στομάχι. Την επίγνωση αυτή τη χάσανε (και την εγκαταλείψανε) αφού οι διάφορες επιστήμες μονοπώλησαν την αλήθεια της.

Με την απομάκρυνση του υποκειμένου από τη γνώση της γλώσσας συντελείται η πρώτη κλοπή εις βάρος τόσο του ίδιου όσο και της γλώσσας του. Η γλώσσα κλέβεται από τον ομιλητή, την μιλάει «τυχαία» (αυτή η τυχαιότητα έχει ήδη πάρει τις βάσεις της από την ψυχολογία και δεν αναφέρεται φυσικά ως τέτοια), αν όχι «αυτόματα». Ο κοινωνικός πλούτος που συνοδεύει την ομιλία μπαίνει στην άκρη σαν δευτερεύουσας σημασίας, οι ιστορικοί κοινωνικοί λόγοι αποκρύβονται, μπορούν και να μην ενδιαφέρουν.

Μικρή Παρένθεση

«Πριν τη γλωσσοποίηση δεν υπάρχουν προπαρασκευασμένες ιδέες. Πριν τη γλωσσοποίηση στο μυαλό είναι όλα σαν ένα νέφος και τίποτα δεν είναι υποστασιοποιημένο.»

Ένα δεύτερο υπό-σημείο, στο οποίο όμως δεν θα σταθούμε αλλά το αναφέρουμε ως τροφή για σκέψη, είναι ένα βήμα παραπάνω στην θεωρία του Saussure και αυτό που νομιμοποιεί το βάρος της θέσης του για το σύστημα. Ο Saussure έχει ανεβάσει τη γλώσσα σε ένα βάθρο και αυτή κοιτάζει τις σκέψεις και τις ιδέες από ψηλά. Όχι απλά αγνοεί κανείς την γλώσσα που μιλάει, αλλά πριν αντιληφθεί το λόγο σαν τρόπο να εκφράζεται δεν έχει καθαρές ιδέες. Πριν το λόγο, λέει ο Saussure, στα κεφάλια μας επικρατεί αταξία.

Σημαίνον και σημαινόμενο

Ή πως για πρώτη φορά η γλώσσα αποκολλάται από τη σημασία της

Ο Saussure παρουσιάζει σε αυτά τα μαθήματα για πρώτη φορά το γλωσσικό σημείο. Γλωσσικό σημείο είναι η λέξη σαν ακουστική εικόνα, η εκφορά της στον προφορικό λόγο και η σημασία της. Αυτό το παρουσιάζει ως έναν συνδυασμό δύο ψυχολογικών στοιχείων. Μίας έννοιας – αυτό που ονομάζει σημαινόμενο και μίας ακουστικής εικόνας – που ονομάζει σημαίνον.

Ο συνδυασμός αυτός, λέει ο Saussure, είναι αυθαίρετος. Δεν υπάρχει τίποτα που να συνδέει φυσικά ή λογικά αναγκαία αυτά τα δύο. Δεν υπάρχει καμμία σχέση ανάμεσα στην έννοια του βιβλίου με το πώς παρουσιάζονται οι ήχοι /vivlio/ για να δικαιολογεί την σύνδεση των δύο στο γλωσσικό σημείο βιβλίο. Το ίδιο εκτύπωμα (έτσι το ονομάζουνε) του ήχου /vivlio/ θα μπορούσε εξίσου να αντιστοιχεί στην έννοια τραπέζι. Αντίστοιχα το /trapezi/ θα μπορούσε να αντιστοιχεί στο βιβλίο και πάει λέγοντας.

Σε αυτό το σημείο ο Saussure κάνει ένα βασικό σχόλιο. Μπορεί το σημαίνον (η ακουστική εικόνα) να επιλέγεται ελεύθερα και να μην επιβάλλεται από καμμία φυσική ή λογική αναγκαιότητα είναι όμως δεδομένο για την γλωσσική κοινότητα, αποτελεί δηλαδή την κεντρική σύμβαση της γλώσσας2.

Για πρώτη φορά η λέξη αποκολλάται από την σημασία της, και μπορεί κανείς να την κοιτάξει κανείς έξω από αυτήν, επιβάλλεται, λέει ο Saussure, να την κοιτάξει κανείς έτσι, καθώς αυτή είναι αυθαίρετη. Έτσι συντελείται η πρώτη βασική τομή πάνω στο σώμα της γλώσσας. Η τομή είναι βαθιά και πλήρως διαχωριστική. Την γλώσσα θα την μελετήσουμε σαν σύστημα και γυμνή από τις σημασίες.

Universal Grammar_Το όνειρο του γλωσσολόγου και μια ατυχής εκπλήρωση

Η έννοια της καθολικής γραμματικής

«Με τον όρο καθολική γραμματική (universal grammar) γίνεται ακριβώς λόγος για τον απώτερο στόχο της γλωσσολογίας: να προσδιορίσει την πιθανή μορφή ενός γενικευμένου προτύπου γραμματικής, που να προσφέρεται για την ανάλυση της δομής οποιασδήποτε ‘ανθρώπινης γλώσσας’ – ανάμεσα σε όσες υπάρχουν από την μία μέχρι την άλλη άκρη του πλανήτη μας, αλλά και σε όσες θα μπορούσαν, με την ιδιότητα της ‘ανθρώπινης γλώσσας’, να έχουν επίσης υπάρξει ή να υπάρξουν.»

Ο Saussure περιέγραφε μόνο μία πτυχή αυτού του ονείρου. Το κομμάτι πριν το όνειρο. Αφού η γλώσσα είναι σύστημα, αφού οι κατά τόπους και χρόνους σημασίες μπορούν να μπουν στην άκρη, μένει ο επιστήμονας να φτιάξει ένα σύστημα που να μπορεί να φιλτράρει και να χωρέσει όλες τις δομές της ανθρώπινης γλώσσας. Αυτό το όνειρο του γλωσσολόγου θα ονομαστεί Καθολική Γραμματική. Και προς έκπληξη των θεωρητικών θα μπορέσει πρώτη φορά να πάρει μορφή ως τέκνο των θετικών επιστημών και να γίνει εφικτό μόνο όταν εφαρμοστεί στις νέες μηχανές.

«[…] Μία γραμματική της γλώσσας Γ είναι στην ουσία μία θεωρία της Γ […]»

Όταν ο Noam Chomsky παίρνει την σκυτάλη της γλωσσολογίας από τον Saussure, έξι δεκαετίες αργότερα, συντελείται η πιο χρήσιμη τομή για τους υπολογιστικούς γλωσσολόγους. Φτιάχνεται ό,τι πιο κοντινό υπάρχει μέχρι σήμερα στην καθολική γραμματική που φαντασιώνονταν οι γλωσσολόγοι, ξεπερνώντας την θεωρία και μιλώντας πλέον μαθηματικά. Ο Chomsky φτιάχνει την πρώτη ολοκληρωμένη αναπαράσταση ενός συστήματος φυσικής γλώσσας, όπως αργότερα θα το ονομάσουν οι υπολογιστικοί γλωσσολόγοι. Αυτό το κάνει στο βιβλίο του Συντακτικές Δομές, μόλις το 1957.

Αφήνοντας τη θεωρητική προσέγγιση της γλώσσας…

Δεν αρκούσε η θεωρία του Saussure για το σημαίνον και το σημαινόμενο για να αποβάλλουν οι μετέπειτα γλωσσολόγοι το άγχος της σημασίας, του νοήματος. Ξεκινώντας από το τέλος του βιβλίου του, η σημασιολογική προσέγγιση της γλώσσας στη δόμηση μίας τέτοιας καθολικής γραμματικής ήταν κάτι με το οποίο ο Chomsky ήρθε αντιμέτωπος και χρειάστηκε να απαντήσει καθαρά στο βιβλίο του. Το κατά πόσο δηλαδή είναι εφικτό να φτιάξει κανείς ένα σύστημα που να χωρά το μεγαλύτερο κομμάτι της γραμματικής της γλώσσας λαμβάνοντας υπόψη του τη σημασία, τα νοήματα των λέξεων, των προτάσεων κλπ. Ο Chomsky θεωρεί κάτι τέτοιο ανέφικτο. Παραδέχεται λοιπόν πως η γραμματική του είναι εντελώς τυπική και μη σημασιολογική και πως η χρήση της είναι καθαρά εργαλειακή. Για όσους δεν έχουν διαβάσει το βιβλίο λοιπόν, να πως ένας γλωσσολόγος κάνει τη γλώσσα εξίσωση.

 …για μία μαθηματική

Οι Συντακτικές Δομές δεν είναι ένα θεωρητικό, τυπικό γλωσσολογικό κείμενο. Παρουσιάζει όπως και πολλά πριν από αυτό, το βήμα προς βήμα στήσιμο μιας γραμματικής, της Γενετικής Μετασχηματιστικής όπως την ονομάζει ο Chomsky, μίας συντακτικής δομής για την αγγλική. Αυτό το κάνει με όρους μαθηματικών, βάζοντας σταθερές και δεδομένα.

Στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του, ο Chomsky παίρνει ως δεδομένο πως η συντακτική του δομή θα αποτελείται από ένα πεπερασμένο σύνολο μονάδων. Παραθέτουμε από το δεύτερο κεφάλαιο με τίτλο Ανεξαρτησία της Γραμματικής, για να μπορέσετε να φανταστείτε την μαθηματική γραφή του στην αρχή της:

«Από εδώ και στο εξής, θα θεωρήσω ότι μία γλώσσα είναι ένα σύνολο (πεπερασμένο ή άπειρο) προτάσεων κάθε μία από τις οποίες έχει πεπερασμένο μήκος και κατασκευάζεται από ένα πεπερασμένο σύνολο μονάδων […] Παρόμοια, το σύνολο των «προτάσεων» κάποιου τυποποιημένου μαθηματικού συστήματος μπορεί να θεωρηθεί ως γλώσσα.»

Πριν ξεκινήσει να στήνει την γραμματική του ο Chomsky εξηγεί πως φτιάχνει έναν μηχανισμό, ο οποίος έχει πολύ σαφείς προδιαγραφές και στόχους. Αφού εξηγήσει το γιατί και το πώς του μηχανισμού αυτού ο Chomsky ξεκινά να φτιάχνει εξισώσεις, πρώτη εκ των οποίων είναι η γνωστή σε όλους μας (από το σχολείο):

Πρόταση = Ονοματική Φράση + Ρηματική Φράση

Με την αντίστοιχη μαθηματική αναπαράσταση

Π = ΟΦ + ΡΦ

Όπου ΟΦ = Ονοματική Φράση, ΡΦ = Ρηματική Φράση και Π = Πρόταση

Κατ’ αυτόν τον τρόπο συνεχίζει όλο το βιβλίο. Ο Chomsky ξεκινώντας από συμβολισμούς, φτιάχνει εξισώσεις με τις οποίες φιλτράρει προτάσεις για να αποδείξει την ορθότητα τους. Αφού τελειώσει με αυτό το κομμάτι, αρχίζει και εξετάζει μία λύση για τις διάφορες μη συμβατές σε αυτήν την μαθηματική αναπαράσταση προτάσεις.

Για να χωρέσει τις ασύμβατες στην βασική συντακτική δομή του προτάσεις ο Chomsky εισάγει την τομή του βιβλίου του, από την οποία και ονομάζει την Γραμματική του, τους μετασχηματισμούς. Οι μετασχηματισμοί εισάγονται στις βασικές εξισώσεις και αλλάζουν την πρόταση, πχ κάνουν την ενεργητική πρόταση το αντίστοιχο της παθητικής της. Μέχρι και το τέλος του βιβλίου του, ο μαθηματικός – γλωσσολόγος θα έχει ξετυλίξει μία μαθηματική θεωρία που θα παρουσιάσει ως Γραμματική. Ο Chomsky ξεπερνά τη γλώσσα σύστημα του Saussure, και προχωρά σε ένα σύστημα επεξεργασίας της γλώσσας. Αλλιώς, λέμε εμείς, ο Chomsky αναπαριστά πρώτη φορά νοερά, χωρίς τα τεχνικά και μεταλλικά της μέρη, μία μηχανή επεξεργασίας της ανθρώπινης (φυσικής όπως λένε) γλώσσας.

 Γλώσσα Μηχανή

Μία αναπαράσταση της γλώσσας

Στις Συντακτικές του Δομές, στο 6ο κεφάλαιο, με τίτλο, Στόχοι της Γλωσσολογικής Θεωρίας, ο Chomsky παριστάνει την γραμματική του θεωρία να λειτουργεί ως εξής:

universal

Δεν θέλουμε καθόλου να σταθούμε στο τι ακριβώς κάνει η μηχανή που παρουσιάζει ο Chomsky. Θέλοντας να αναιρέσει τις θεωρίες που μπορούν να φτιάξουν αυτήν την καθολική γραμματική ο Chomsky παρουσιάζει τρείς εκδοχές για να καταλήξει στην δικιά του. Επιλέγει να το κάνει αυτό αναπαριστώντας τις θεωρίες αυτές σαν της τρεις εκδοχές μίας μηχανής. Η δική του εκδοχή είναι η παραπάνω.

Σημασία για μας έχει πως ο Chomsky «φαντάστηκε» αυτήν την μηχανή. Σημασία έχει πως ο Chomsky ξεπερνά την έννοια του συστήματος, ξεπερνά και την έννοια του μηχανισμού και με ένα φαινομενικό άλμα πρώτη φορά ρητά παρουσιάζει μία μηχανή, μέσω της οποίας θα είναι εφικτό να λειτουργήσει η συντακτική του δομή. Η μηχανή αυτή έχει ως είσοδο της δύο γραμματικές (ΓΡ1 – ΓΡ2) και ένα σώμα κειμένου. Ως έξοδο έχει την πρώτη και τη δεύτερη γραμματική, αφού αυτές έχουν επεξεργαστεί το κείμενο, το έχουν δηλαδή αναλύσει. Με απλά λόγια: Μπορείς να εισάγεις στην μηχανή ένα σώμα κειμένου και δύο γραμματικές που θα έχουν ως σκοπό να το ελέγξουν. Που είναι το υποκείμενο, το αντικείμενο, το ρήμα, αν είναι ενεργητική ή παθητική η φωνή κλπ. Βλέποντας τα αποτελέσματα που θα έχουν παράγει οι γραμματικές, ο γλωσσολόγος θα μπορέσει να αποφασίσει ανάλογα, ποια εκ των δύο είναι προτιμητέα. Η μηχανή που φαντάζεται ο Chomsky, έχει δηλαδή input και output. Αυτό το κομβικό σημείο για την γλωσσολογία τότε, είναι η πρώτη ολοκληρωμένη φαντασίωση ενός αλγορίθμου για τη γλώσσα, που θα γίνεται εφικτός μέσα από μία μηχανή.

Ο Τσόμσκι έχει φτιάξει, μάλλον όχι εν αγνοία του, το πρώτο ολοκληρωμένο σύστημα επεξεργασίας φυσικής γλώσσας, που αργότερα θα δώσει το όνομα του στο Natural Language Processing και θα γίνει τεχνολογικά εφαρμόσιμο μέσω αυτής.

Μία παρένθεση

«Η εργασία αυτή χρηματοδοτήθηκε κατά ένα μέρος της από τον στρατό (Signal Corps), την αεροπορία (Office of Scientific Research, Air Research and Development Command) και το ναυτικό (Office of Naval Research) των ΗΠΑ, και κατά ένα άλλο μέρος από το Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών (National Science Foundation) και την εταιρία Eastman Kodak»

Με λίγα λόγια, όταν ένας γλωσσολόγος εκδίδει μία εργασία που θέτει το ζήτημα της γλώσσας με τόσο πρακτικό τρόπο, και τα λίγα που παραθέσαμε από το βιβλίο του Chomsky νομίζουμε ότι κάνουν εμφανές πως δεν πρόκειται για μία κατεξοχήν θεωρητική ανάλυση, δεν μπορεί παρά να έχει λόγους να φτάσει τόσο κοντά στην εφαρμογή – της – θεωρίας σε κάτι άλλο, πιο πρακτικό, πιο της τεχνολογίας, του στρατού παραδείγματος χάρη. Η γενναία χρηματοδότηση που εξασφάλισε ο Chomsky από δω κι από κει για το έργο του δεν πήγε σίγουρα χαμένη. Και πολύ καιρό πριν εξασφαλίσει στην Υπολογιστική Γλωσσολογία τη δυνατότητα να τα εφαρμόσει όλα αυτά στους προσωπικούς μας ηλεκτρονικούς υπολογιστές, είχε σίγουρα βοηθήσει σε κάτι που χρειαζόταν ο στρατός, η αεροπορία και το ναυτικό ταυτόχρονα. Τελικά, ήταν ένας γλωσσολόγος με όραμα και ένα μάτσο φράγκα από καραβανάδες που καταφέρανε να φτιάξουν την πρώτη ολοκληρωμένη απεικόνιση ενός αυτόματου συστήματος της γλώσσας.

Natural Language Processing

Υπολογιστική Γλωσσολογία

Και εδώ είναι το σημείο που οφείλουμε να εξηγήσουμε κάποια λίγα σχετικά με την υπολογιστική γλωσσολογία, για να γίνει μόλις λίγο πιο χειροπιαστή σαν κλάδος. Όπως είπαμε η περιγραφή, η τεχνολόγηση και η παραγωγή γλώσσας συνέβαιναν και συμβαίνουν παράλληλα. Η υπολογιστική γλωσσολογία δεν ξεκινά βγάζοντας τόμους θεωρίας για τη γλώσσα, ξεκινά κατευθείαν την προσπάθεια να φτιάξει γλώσσες μηχανής, αλγορίθμους για την κατανόηση και το φιλτράρισμα της γλώσσας, με σκοπό να εξυπηρετήσει σκοπούς της αγοράς (και του στρατού πρώτα και κύρια, βλ. Chomsky). Η υπολογιστική γλωσσολογία, δεν δούλεψε ποτέ της για φλύαρους ακαδημαϊσμούς και φιλοσοφικές αναλύσεις. Είχε πάντα δίπλα της την Εφαρμοσμένη Υπολογιστική Γλωσσολογία,  Practical Natural Language Processing, την ίδια την μηχανή, να την οριοθετεί. Πρόκειται για μία επιστήμη που ήταν ανά πάσα στιγμή εφαρμόσιμη ή μη, και ως τέτοια αληθής ή ψευδής. Συνεχείς δοκιμές και πειραματισμοί πάνω στους υπολογιστές ήταν που επαληθεύανε, ή όχι, όσα λεγόντουσαν για τη γλώσσα.

Η υπολογιστική γλωσσολογία, στην πιο εύκολη εικονοποίηση της, είναι ένας γλωσσολόγος μαζί με έναν προγραμματιστή, που τους ενώνει ο ίδιος σκοπός. Η αποτελεσματικότητα της μηχανής.

Όσα κατάφερε και όσα όχι η μηχανή

Η υπολογιστική γλωσσολογία σήμερα

Ο τομέας της υπολογιστικής γλωσσολογίας θεωρεί αυτή τη στιγμή άλυτα, σχεδόν λυμένα και εντελώς λυμένα τα παρακάτω προβλήματα. Τα παραθέτουμε ενδεικτικά:

Λυμένα

-Την αναγνώριση των spam

-Την αναγνώριση μερών του λόγου

-Το Name Entity Recognition, το αν δηλαδή μια πληροφορία είναι τόπος, πχ χώρα, χρόνος, πχ μήνας, άνθρωπος, οργανισμός, ζώο, αντικείμενο κλπ. Κάτι σαν το Όνομα Ζώο Φυτό με όρους κυρίως ταξινόμησης

Μερικώς λυμένα – Εν εξελίξει

-Την ανάλυση συναισθημάτων (την εξηγούμε παρακάτω)

-Την σύνταξη

-Την αμφισημία (mouse: ποντίκι ή ποντίκι υπολογιστή)

-Το parsing, αυτό που στα ελληνικά (λανθασμένα) μεταφράζουνε ως συντακτική ανάλυση

Άλυτα – Ιδιαίτερης δυσκολίας

-Την διαδικασία που προσπαθούν από νωρίς, την ερώτηση και την απάντηση.

-Την παράφραση

-Την σύνοψη, περίληψη

-Και τον διάλογο ανθρώπου μηχανής

Αν ρίξει κανείς μία γρήγορη ματιά στα παραπάνω χωρίς να αφήσει το μυαλό του να τρέξει άμεσα σε δυστοπίες και ρομπότ που κλαίνε από συγκίνηση, καταλαβαίνει πως οι άμεσες λύσεις ζητήθηκαν κυρίως για την αναγνώριση της πληροφορίας από τον υπολογιστή. Αυτό είχε σχέση με την ανάγκη να ταξινομηθεί, επομένως και να αναγνωριστεί ένας τεράστιος όγκος δεδομένων. Από τις μηχανές αναζήτησης μέχρι τα προσωπικά mail, ο υπολογιστής πρέπει να είναι σε θέση να κατατάξει και να οργανώσει τον τεράστιο διαδικτυακό όγκο πληροφορίας, και να τον αναγνωρίσει σωστά, βάσει των αναγκών του χρήστη – καταναλωτή. Προς αυτόν τον τομέα κινούνται και οι προσπάθειες αναγνώρισης συναισθήματος μέσω της γλώσσας, κοιτώντας την στιγμή αυτή στην αξιολόγηση προϊόντων που ο καταναλωτής έχει αξιολογήσει σε διάφορα site και φτιάχνοντας στατιστικές. Προς το παρόν ευτυχώς, όσον αφορά το input πιο περίπλοκων συναισθημάτων σε μορφή λόγου, όπως αυτό ξεδιπλώνεται στις σχέσεις που μεσολαβούν τα social media, αυτό έχει εν πολλοίς αφεθεί στους χρήστες.

Επίλογος

Η μηχανοποίηση της γλώσσας σκόνταφτε και σκοντάφτει ακόμα στην σημασία, το νόημα. Οι προγραμματιστές και οι υπολογιστικοί γλωσσολόγοι, οι ειδικοί των αφεντικών που έχουν επωμιστεί το έργο της ανάλυσης της γλώσσας στην computer compatible εκδοχή της, στέκονται απέναντι στη Βαβέλ και τη βοή των νοημάτων της. Οι γλώσσες πρέπει να περιοριστούν και να οργανωθούν, να τις καταπιούν και να τις ξεράσουν οι μηχανές σε κάτι καινούριο, μετρήσιμο και πεπερασμένο. Η μηχανοποίηση της γλώσσας δημιουργεί μια «γλώσσα» καινούρια, ζωντανή και νεκρή ταυτόχρονα, με την απόλυτα αλαζονική αξίωση αυτή να είναι καθολική και για κάθε χρήση. Αυτή η καθολική γλώσσα έχει, κατά την τεχνολογία της, φαινομενικό σκοπό να χωρέσει όλες τις σημασίες. Εμείς θα στηρίξουμε πως στην πραγματικότητα η μηχανοποίηση της γλώσσας θέλει να ξεμπερδεύει με το μεγαλύτερο κομμάτι τους. Αυτό δεν το καταφέρνει μόνο παγιώνοντας το φετίχ των νέων τεχνολογιών (στις γλωσσικές τους μορφές κειμένου και προφορικότητας) και την αξιοπιστία των επιστημονικών της ευρημάτων. Δεν το κάνει με τρόπο άκομψο και βίαιο. Δεν έχει την ελάχιστη μετριοφροσύνη πως μπορεί και να μην τα καταφέρει. Αντίθετα, επιβεβαιώνεται κάθε φορά, όσο δουλεύει για αυτήν η εθελοντική και καθολική χρήση της γλώσσας μέσα από τους υπολογιστές. Και περιμένει στωικά τα νέα τεχνολογικά παραδείγματα να πετύχουν όσο ακόμα εκείνη δεν έχει καταφέρει.

Το μοντέλο είναι κοινό, παντού στο νέο παράδειγμα. Όσα χάθηκαν δεν χάθηκαν μόνο επειδή επιβλήθηκαν και μονοπώλησαν την καθημερινότητα. Αφέθηκαν και αφήνονται να ξεχαστούν από τον χρήστη. Οι κλοπές και οι αφαιρέσεις για τις οποίες μιλάμε στο game over παγιώνονται πρώτα και πάντα σαν φθορές στη συλλογική μνήμη.

Ο ανειδίκευτος χρήστης της γλώσσας ξεκινά με την επιθυμία της μεσολάβησης της μηχανής. Η μετεξέλιξη αυτής της επιθυμίας σε ανάγκη δεν επιβάλλεται από κανένα σκοτεινό χέρι από τα πάνω. Έχει δουλευτεί από καιρό με το hype του εμπορεύματος στις κοινωνικές σχέσεις που το έχουν ήδη ενσωματώσει, με την εργασία στη μηχανή, με την υπόσχεση για ευκολία, ταχύτητα και μπόλικα gigabyte «μνήμης».

Αυτή η εκστρατεία, καθώς θα ερχόταν σε πέρας από ειδικούς, δημιουργούσε την σκοτεινή της μεριά. Δημιουργούσε [ακριβώς για να μπορούν οι ειδικοί – και μόνο – να έχουν γνώση του «μηχανισμού» (συστήματος) πρώτα σαν θεωρία και ύστερα σαν κατάσταση «εκείνους που παρότι χρήστες είναι ανήξεροι των μυστικών». Με άλλα λόγια δεν ήταν μόνο στην εργασία αλλά ευρύτερα στην κοινωνία που η εισαγωγή μιας τεχνικής (πραγματικότητας και ιδεολογίας) δημιουργούσε τους δικούς της ανειδίκευτους3.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο, εμείς μιλάμε μόνο για κάποια από τα θεωρητικά θεμέλια, ήδη αρκετά χρόνια πίσω από τις εφαρμοσμένες νέες τεχνολογίες. Να κοιτάζει κανείς την πολύτιμη φαντασία των ακαδημαϊκών (και τις χρηματοδοτήσεις τους, στο παράδειγμα του Chomsky), είναι χρήσιμο στη γνώση αυτών που ήρθανε και θα ‘ρθουν στο μέλλον, όσον αφορά τα αυτόματα των κοινωνικών σχέσεων. Αυτά.

 

ΚΑΙ ΤΑ ΩΡΑΙΑ

Και τα ωραία που τράβηξες, και τα μαλλιά

που τραβάς:

ποιο χτένι

θα τα καλοχτενίσει πάλι, τα ωραία μαλλιά;

Ποιο χτένι

σε τίνος το χέρι;

Και οι πέτρες που σώριασες,

αυτές που σωριάζεις:

τις σκιές πού θα ρίξουν,

και πόσο μακριά;

Κι ο αέρας που από πάνω περνά,

κι ο αέρας:

θα αρπάξει μια πέτρα απ΄ αυτές,

να την αποδώσει σε σένα;

 

Paul Celan

Αστερίσκοι

1 Ο Saussure στεκόταν στον προφορικό λόγο επειδή είχε ήδη διατυπωθεί η θεωρία ότι προϋπάρχει του γραπτού.

2 Πάνω σε αυτήν ακριβώς την κεντρική σύμβαση είναι που χωλαίνει τελικά και η θεωρία του όταν εμφανίζεται η πολύτιμη μεταφορά. «Η μεταφορά μας επιτρέπει να αντιλαμβανόμαστε το αφηρημένο. Είναι ένας τρόπος επιστροφής στη χαμένη, προ-γλωσσική, αμεσότητα της επαφής με τα πράγματα – όταν ακόμη δεν μας είχε αποκόψει από αυτά, διαμεσολαβώντας, η συμβολική ανθρώπινη γλώσσα με το γενικευτικό όσο και αφαιρετικό της χαρακτήρα.», Τάσος Χριστίδης, 2001. Η μεταφορά δεν περιορίζεται σε παγιωμένα μοτίβα και φράσεις, παρά παράγεται διαρκώς από τους ομιλητές. Γεννιέται, μαζί με τους ποιητές και τα πολιτικά συνθήματα, πάνω στο σπάσιμο της κεντρικής σύμβασης της γλώσσας, κοινωνικής και πολιτικής.

3 Σημειώσεις πάνω σε έναν αιώνα, Zipo _ βιβλιοθήκη Sarajevo

 

 

 

]]>