γυμνός – επίθ α / θ / ουδ – γυμνός, γυμνή, γυμνό [ʝi’mnos, ʝi’mni, ʝi’mno]
1 που είναι χωρίς ρούχα
γυμνός άντρας
2 ξεκάθαρος
γυμνή αλήθεια
3 εκφ. νιώθω γυμνός
Η εικόνα καθενός και καθεμίας έχει καταλήξει να διεκδικεί την αλήθεια για τον άνθρωπο από πίσω της. Τα στυλάκια ποικίλουνε σε βαθμό αχταρμα, αλλά έχουν όλα ένα κοινό χαρακτηριστικό για την επιβεβαίωση τους: το εμπόρευμα και την πόζα. Το θέαμα είχε σαν αρχική του προϋπόθεση να μπορείς καταρχάς να αγοράσεις την εικόνα σου, και έβαζε έναν επιπλέον όρο, να μπορείς να την ερμηνέυσεις, όπως ένας ηθοποιός ερμηνεύει το ρόλο του, ακόμα και σε στιγμές που δε το σηκώνεις.
Αν στο έξω αυτή η πόζα υποβοηθούταν από κάθε λογής διακοσμητικά στολίδια, θα έλεγε κανείς πως είναι άλυτο μυστήριο τί κάνουν όλοι αυτοί οι προσεκτικά χτισμένοι με μόστρα εαυτοί κεκλεισμένων των θυρών με τα σώματα τους γυμνά και αβοήθητα, καθώς ο γδυτός μας εαυτός φαίνεται με όρους θεάματος να είναι πιο ‘φτωχός’ από τον ντυμένο. Αυτό δε σημαίνει ότι το θέαμα δεν είχε φτιάξει πρότυπα και ρόλους και για το γυμνό, από τη mainstream τσόντα μέχρι το στυλιζαρισμένο εναλλακτικό περιοδικό μοδας. Αυτά τα πρότυπα ρίχνανε το βάρος στο νεανικό, σφριγηλό σώμα, στα γυμναστήρια και τις κρέμες ημέρας, στην ατμόσφαιρα, είχαν άποψη για τον έρωτα, αλλά κατέληγαν να ζητούν πάλι κάτι παραπάνω, την πόζα. Ο γυμνός εαυτός διαχωριζόταν απο το γδυτό εαυτό, που ήταν απλά κάποιος/κάποια χωρίς ρούχα. Γινόταν ο τρόπος που σε αντιλαμβάνεται ο άλλος, στην πραγματικότητα εντελώς ξεκομμένα και άσχετα από αυτόν τον άλλον, όταν ποζάρεις γυμνός/γυμνή απεναντί του. Σκεφτείτε το ελεύθερο κάμπινγκ γυμνιστών σε χοτ καλοκαιρινό προορισμό, με φράγκα και όλα τα απαραίτητα αξεσουάρ, χωρίς κανένα και καλά κόλλημα.
Δεν ήταν πάντα έτσι. Η σωματική γύμνια, για χρόνια χρησίμευε στο να γίνεται αντιληπτή σαν την πιο ενδεικτική αναπαράσταση της ντροπής, ή αντίστροφα της ξεδιαντροπιάς. Το βάρος της γύμνιας υποχωρούσε ωστόσο κάτω από το βάρος της τέχνης, και έτσι έμπαινε στα σαλόνια της αστικής τάξης. Οι πραγματικές μορφές γυμνότητας κατα τ’ άλλα απουσιάζαν, ήταν άρρητες, διώκονταν και εβρίσκαν χώρο μόνο σε κρυμμένα, μυστικά μέρη. Ο χριστιανισμός έλεγε πως με την αμαρτία το γυμνό σώμα γινόταν επαίσχυντο, οι μάγισσες χόρευαν γυμνές κάτω απο το φεγγαρόφωτο, αλλά η αναπαράσταση γυναικείων γυμνών στη τέχνη ήταν πέρα από συχνή, και αποδεκτή.
Οι δυτικές κοινωνίες δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν το βάρος της γύμνιας. Κατάφεραν ωστόσο σε μεγάλο βαθμό να το μειώσουν νοηματικά στην πιο προφανή μορφή του, τη σαρκική, για να μπορεί να καταναλωθεί. Η γύμνια δε γινόταν ποτέ τόσο αντιληπτή σα μόνο σωματική, όπως γίνεται σήμερα. Οι καταναλωτές καλούνται να την αναπαραστήσουν διαμορφώνοντας τα σώματα τους ανάλογα. Η αλήθεια είναι πως δεν την αντέχουν παρά σα στυλιζαρισμένη εικόνα.
Όταν η κατανάλωση τελειώνει, η γύμνια μπαίνει στη καθημερινότητα θυμίζοντας κάτι από αμαρτία, συναισθηματική φτώχεια, και σοκάρει παλαιομοδίτικα, σαν κάτι ντροπιαστικό, φτωχό, και επίπονο. Γυμνός δε νιώθεις απλά κυριολεκτικά, όταν δεν φοράς ρούχα, γυμνός νιώθεις και όταν είσαι αβοήθητος, συντετριμμένος, στερημένος απο αυτά που έχεις ορίσει σαν απαραίτητα. Ξεφεύγει απ’ το να είναι απλά μόνο μια σωματική κατάσταση, γίνεται και συναισθηματική.
Η διασκέδαση μέσω της κατανάλωσης, τα καφέ και τα μπαρ, είχαν, όσο ακόμα ήταν γεμάτα, πολύ σαφή όρια σχετικά με το πόση αλήθεια αντέχουνε. Και αυτά τα όρια ήταν τόσο ασαφή που έμοιαζαν για καιρό να μπορούν να καταπιούν τα πάντα και μετά να τα ξεράσουν κομμένα και ραμμένα στα μέτρα τους, στη ζωή. Ο κόσμος που διασκέδαζε καταναλώνοντας συντηρούσε μια εικόνα της πόλης αλά free press, που κατάπινε την πραγματικότητά της και την ξέρναγε σαν εναλλάκτικό lifestyle. Εδώ και καιρό τα περισσότερα free press, φωνάζουν με τον ίδιο εναλλάκτικο lifestyle τρόπο, πως η πόλη έχει γίνει επικίνδυνη, και πως οι υπήκοοι δεν αισθάνονται πια ασφάλεια σε αυτή. Αυτό που δε λένε ακόμη είναι πως η πόλη έχει ερημώσει, και πως οι υπήκοοι αναγνωρίζουν στη γυμνή πόλη, στα κλειστά μαγαζιά, στα άδεια μπαρ, ένα κομμάτι του δικού τους γυμνού εαυτού.
Ο κόσμος έχει κόψει πολύ να βγαίνει προφανώς λόγω έλλειψης φράγκων και έτσι η νυχτερινή ζωή μένει κενή από όλους αυτούς που θολώνανε τη βία της με την καλοπέρασή τους. Τα βράδια της καθημερινής, τα μπαρ συνεχίζουν να αναβοσβήνουν τα φώτα τους και να παίζουν δυνατά μουσική, για χάρη μιας έρημης πόλης, και στους δρόμους κυκλοφορούν σχεδόν μόνο όσοι ζουν σ’ αυτούς. Η πόλη, σαν μια χωρισμένη που επιμένει να βάφεται και να στολίζεται για να μη δείχνει μόνη και πληγωμένη, είναι στην πραγματικότητα γυμνή. Φανερώνει το άλλο της πρόσωπο, που για αυτούς που δεν έχουν μάθει παρά τη λάμψη της και δεν έχουν πια γεμάτα μαγαζιά να αποσπούν τη προσοχή τους, είναι ντροπιαστικό, φτωχό, επίπονο και καταλήγει τρομακτικό. Και είναι επιτακτικό αυτό το άλλο της πρόσωπο, το πραγματικό, να σβηστεί τώρα, που δεν υπάρχουν φράγκα για να το καλύψουνε. Να την αδειάσουν κι άλλο, να τη γεμίσουν μπάτσους, να μην φαίνεται τρομακτική, αντί για καλοπέραση, να ντυθεί ασφάλεια. Ξυλώνουν τα παγκάκια στην καρύτση, κυνηγάνε τους μετανάστες μικροπωλητές, μετακινούν τις πιάτσες, την ξαναοργανώνουν από την αρχή. Αν δεν το κάνουν αυτό, αν δεν το ζητάνε επίμονα οι κάτοικοί της, η πόλη θα συνεχίσει να τους θυμίζει πως χωρίς την κατανάλωση, είναι κι αυτοί γυμνοί, εκτεθειμένοι. Η γυμνή, ήσυχη, διακοσμημένη, ασφαλής πόλη, είναι για αυτούς προτιμότερη από μια πόλη γυμνή και πληγωμένη, όπως τα νεανικά γυμνά σώματα συνεχίζουν να είναι πιο εύκολα στο μάτι από τα πληγωμένα γυμνά κορμιά.
